Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2013

Η ''ΜΟΝΑΞΙΑ'' ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΤΕΡ ΠΟΟΥΠ

(Αlexander Pope, Άγγλος ποιητής, 1688-1744)

ODE ON SΟLITUDE

Happy the man, whose wish and care
A few paternal acres bound,
Content to breathe his native air
In his own ground.

Whose herds with milk, whose fields with bread,
Whose flocks supply him with attire;
Whose trees in summer yield shade,
In winter, fire.

Blest, who can unconcern'dly find
Hours, days, and years, slide soft away
In health of body, peace of mind,
Quiet by day.

Sound sleep by night; study and ease
Together mixed; sweet recreation,
And innocence, which most does please
With meditation.

Thus let me live, unseen, unknown;
Thus unlamented let me die;
Steal from the world, and not a stone
Tell where I lie.

ΠΗΓΗ: POETRY FOUNDATION

ΩΔΗ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Ευτυχία για τον άνθρωπο
Είναι να μπορεί να φροντίζει
τα λίγα πατρογονικά του στρέμματα
Να νιώθει πληρότητα αναπνέοντας τη δική του γη

Εκεί στα κοπάδια που δίνουν γάλα,
εκεί  στα χωράφια που δίνουν ψωμί
εκεί που υπάρχουν όλα τα εφόδια
εκεί στη δροσιά των δέντρων το καλοκαίρι,
στη φωτιά τους, το χειμώνα

Ευλογία είναι να αφήνεις ξένοιαστα
Τις ώρες, τις μέρες, τα χρόνια να γλιστρούν απαλά,
κρατώντας το σώμα υγιές, γαλήνιο το νου,
ήρεμη την κάθε μέρα.

Κάθε ήχος σωπαίνει τη νύχτα ‘
περισυλλογή και ησυχία μαζί ‘ γλυκύτητα
κι αθωότητα και βαθύς στοχασμός

Αφήστε με λοιπόν να βιώσω το άγνωστο
Χωρίς μοιρολόγια να πεθάνω
Να δραπετεύσω απ’ τον κόσμο
Κι όχι η ταφόπλακα να μαρτυρά που κείτομαι.

(H τόσο ελεύθερη έως και αναρχική μετάφραση του ποιήματος είναι δική μου...)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου