Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

ΠΟΥ ΠΗΓΕ Η ΕΥΓΕΝΕΙΑ ΠΟΥ ΧΑΣΑΜΕ;

Ευγένεια. Το επίσημο, ανεκτίμητο ένδυμα της ψυχής. Ανίδεο ή όχι από πληθυντικούς, χαιρετούρες,
έτσι όπως ορίζει το savoir vivre των καλών τρόπων και ευθυτενή στάση σώματος, πηγάζει από το βλέμμα και την καθαρότητα της εκπομπής του. Άγεται και φέρεται ως όχημα ανθρώπων που αντιλαμβάνονται τις πιο λεπτές αποχρώσεις της συμπεριφοράς και της φύσης των πραγμάτων, ανεπιτήδευτο και προσηνές, αμέτοχο συμφερόντων και εγωκεντρικότητας.
Ολότελα διαφορετικού σχήματος μοτίβο από το σκότεινο κι άραχνο τρίγωνο του ναρκισσισμού, του μακιαβελισμού και της ψυχοπάθειας.
Συναντάται ενίοτε σε έναν αμόρφωτο βοσκό, σε έναν μεροκαματιάρη εργάτη ή σε έναν καθηγητή Πανεπιστημίου με μεταπτυχιακά, ντοκτορά και τίτλους. Δεν έχει σημασία η μορφωτική βαθμίδα ούτε οι σπουδές. Ή υπάρχει έμφυτο γιατί έχει αποτυπωθεί ερήμην στο γονιδιακό προφίλ του εκάστοτε ή το αποκτάς γιατί το θεωρείς αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητάς σου.
Σπάνιο κι άρα δυσδιάκριτο πλέον στις εποχές που ζούμε. Εκτελεσμένο στα τρία μέτρα αν παρατηρήσουμε τη συμπεριφορά των οδηγών στο δρόμο, τον τρόπο που απευθυνόμαστε στο σερβιτόρο για την παραγγελία μας, στον υπάλληλο όταν προσπαθεί να μας εξυπηρετήσει, στους γονείς μας, στους συντρόφους μας, στα παιδιά μας, στον οποιοδήποτε με τον οποίο τυγχάνει να λογοφέρουμε. Κι εκεί υπάρχει κώδικας δεοντολογίας, όπως παντού. Οφείλει να είναι μέρος της καθημερινότητας. Κι αν δεν είναι κάποιες φορές ας το ακολουθεί μια εγκάρδια και ταπεινή συγγνώμη.
Αλλά εις μάτην.
Ίσως φταίει η καθολική κρίση που βιώνουμε στο πετσί μας τόσα χρόνια για την απώλεια αυτού του πολύτιμου στοιχείου. Ίσως πάλι όχι.
Ο tembora,o mores! λέγεται ότι είπε κάποτε ο Κικέρωνας για την εποχή του, παντρεύοντας την ειρωνεία με το σαρκασμό.

S.

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

ΟΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ


Eξήγησε μια μια τη σημασία των ημερών 
της Μεγάλης Εβδομάδας στα παιδιά.
Δεν ειπώθηκε καμιά ερώτηση ούτε για το Μυστικό Δείπνο 
ούτε για την προσευχή στον κήπο της Γεθσημανής.
Όλα ήθελαν να μάθουν μέχρι την τελευταία ανατριχιαστική λεπτομέρεια για το βασανισμό και τα μαρτύρια. Τ’ αυτιά τους είχαν γίνει νυχτοπεταλούδες που όδευαν προς τις πυρακτωμένες λάμπες. Ακούγοντας να καούν. Φαίνεται η Σταύρωση είχε βαθύτερη σημασία απ’ την Ανάσταση. Και δεν είχαν ιδέα για κανένα απ’ τα δυο. 
Κάποια άλλα αλλού, εκπαίδευαν το πετσί τους στο μεγάλο σχολείο του πόνου. 
Αυτά δεν είχαν ερωτήσεις ούτε απορίες…


S.

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

ΕΝ ΥΠΝΩΣΕΙ

Η αυθάδης διαδοχή των ημερών απέκλεισε την ονειροπόληση.
Κι όμως…
Κανένα ξυπνητήρι δεν έκανε σωστά τη δουλειά του.
Ο υπνωτισμένος πλανήτης, ετερόφωτος όπως πάντα, γύρω από τον αόρατο άξονά του, σκόρπαγε αριστερά και δεξιά τον κόσμο.
Χυμένοι άνθρωποι σε δρόμους και σπίτια, ετερόφωτοι κι αυτοί απ’ τον εφιάλτη εμμονικής ερωτοτροπίας της μνήμης. Κι η μνήμη δεν ήταν αποτύπωμα παρελθόντα χρόνου αφού οι χρόνοι είχαν άψογα συγκολληθεί με τη στιγμή. Η στιγμή ήταν το μοναδικό πρόσωπο του χρόνου. Μόνο που αδιαφορούσε πλήρως για όλους.
Σ’ ένα παράλληλο σύμπαν, στην αθέατη πλευρά της ιστορίας έκανε ανενόχλητη τη δουλειά της: Να δείχνει πρώτα τα δόντια κι ύστερα τον οίκτο της στη συνειδητοποίηση. Κάπου εκεί, στη λίμνη των στεναγμών η αλήθεια αθόρυβη ακροβατούσε. Χωρίς αντικατοπτρισμό. Διάβαινε με βήματα πουλιού ανάμεσά μας ούτε άσχημη ούτε όμορφη. Με την πλάτη γυρισμένη στις εικόνες που θόλωναν. Χωρίς σκεπτικισμό και διλλήματα.

S.

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

ΠΡΟΜΗΝΥΜΑ ΑΝΟΙΞΗΣ

Όμως να! Σαν να’ χει πέσει ο πρώτος σπόρος της άνοιξης. Πλανάται περισσότερο μέσα μου παρά γύρω μου, κρύβει ό, τι με πνίγει ασφυκτικά σαν μέγγενη ή σαν ανεκπλήρωτος πόθος καθώς φανερώνεται σε ανύποπτο χρόνο και διεκδικεί τη θέση του στο σύμπαν του δικού μου κουραστικού χειμώνα.
Οσμή ανθοφορίας από γέννηση ή μαρασμό. Έχουν τον τρόπο τους τα λουλούδια να έρχονται και να φεύγουν μ’ αυτό το θεαματικό τρόπο. Κατακλύζοντας την ατμόσφαιρα του χωροχρόνου της κίνησής μου.
Ένα καλάθι ευχές στη μέση του σαλονιού. Έτσι διεκδικεί η αγάπη τα ελάχιστα με την έκπληξη και τη σεμνότητα του ανεπιτήδευτου.
Πολύτιμο, δυσεύρετο πετράδι ενός κόσμου διαφορετικού από εκείνον που μαθαίνει πώς να προσθέτει στην κάθε μέρα λίγη δόση σκοταδιού επιπλέον.
Κάπου αφημένο το μαγικό ραβδάκι της ζωής μονάχο του, κάνει ακόμα θαύματα.
Όπως αυτός ο υπέροχος κήπος που φυτρώνει στο τραπέζι μου. Αναπάντεχα. Εδώ πάνω ανεβαίνω με το βλέμμα της ψυχής και δε βουλιάζω ούτε θα βουλιάξω ποτέ.
Περπάτησα, περπατώ και ξέρω.

                                                Στον αγαπημένο μου φίλο Δ. 
                                               ως ελάχιστη  ανταπόδοση για τώρα και για τότε.                                                              
S.                                                           

Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2017

Από το "Υ.Γ." του Μανόλη Αναγνωστάκη (εκδόσεις "Νεφέλη", Αθήνα 1992)

Από το Υ.Γ. 

...Όλα προς τι;

Ζήσαμε παιδικά χρόνια, νιότη - διαφορετικά...

Η φοβερή εξυπνάδα του, χωρίς ίχνος ευαισθησίας.

Τα φτωχόπαιδα που έγιναν αφεντικά...

...Πλήθος περιφερόταν χρόνια μέσα στο σπίτι του αλλά κανείς ποτέ δεν μπήκε στο μικρό καμαράκι κάτω από τη σκάλα...

...Ήθελε να ήταν ζωγράφος για να ζωγραφίζει μόνο τα χέρια της...

...Ύστερα από οχτώ χρόνια έμαθε πως το τηλέφωνό της εκείνο το βράδυ ήταν χαλασμένο.

Μέσα σ' ένα στίχο πόση φλυαρία.

Το παρελθόν μιας αυταπάτης...

...Αγαπούσε ακόμη και τον αριθμό του τηλεφώνου της...

...Άνθρωποι χωρίς λεβεντιά.

Το ιδανικό κάθε επανάστασης: το μέτριο, ήσυχο, ειρηνικό παρόν, το ανέφελο μέλλον...

...Μες στο σταματημένο αυτοκίνητο τής έσγιγγε ώρες τα χέρια.

Ζήσαμε, εννοούν γλεντήσαμε...

...Τόση κακότητα εν ονόματι του ανθρωπισμού!

Απόφαση της ήττας...

...Έφτασε πια στην ηλικία που δεν μπορούσες να συγκρατήσεις τα χρόνια στον κατήφορο...

...Τώρα πια στην Τέχνη όχι μεγέθη - απλώς αποχρώσεις...

...Ψάχνοντας τις λέξεις άρχισε το ψέμα...

...Έλα εδώ - δε θα μας βρουν...

...Έψαξε - τίποτα κάτω από τις λέξεις...

...Οι επαγγελματίες πεπειραμένοι...

...Εμένα θα μού άρεσε με μια μουσική υπόκρουση, είπες, όπου θα καθόριζες εσύ τα κενά της σιωπής...

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ/ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ

«Επιμένει να τους διαβάζει     
κι ας μην τους ξέρει πια κανείς
αυτούς τους ποιητές της μειονότητας
αυτά τα γύψινα αγάλματα στο πάρκο που φυλλοροεί

Επιμένει να τους διαβάζει γιατί του δίνουν παρηγοριά
με το Απαρηγόρητο
αυτοί οι κρίνοι κι οι νάρκισσοι
στις βραγιές της φιλολογίας

(ποιητές που θυμίζουν χαρτιά κομμένα
σε σχήματα δαντέλας χλωμής)

Επιμένει να τους διαβάζει
από πλακέτες συλλογών κοιμισμένες βαθιά πλάι στον Τσέχωφ
και το Γιάννη Μαρή
σ’ ένα ράφι γεμάτο σαράκι

(ποιητές που έγραψαν μόνο για να καταλήξουν σε μια
λειψανοθήκη ξερών λουλουδιών)

Αφού είναι ντεμοντέ πια η ευαισθησία
κι ακόμα πιο ντεμοντέ η συγκίνηση
κι αυτοί οι στίχοι δε διαφέρουν-κατ’εμέ-από ένα τραγουδάκι
στα μαραμένα χείλη του Αττίκ

Γηροκομεία ποιητών θυμίζουν οι Ανθολογίες
ακόμα και των πιο διάσημων μεγάλων αισθαντικών
κι εσύ επιμένεις να μου τους διαβάζεις

Κάποιες βραδιές στο τηλέφωνο
μα εγώ δε θέλω πια ν’ακούω
εγώ, χίλιες φορές σου το’πα,είμαι της εποχής
είμαι αντι-λυρικός, σου λέω
προοδευτικός οπαδός αντιποίνων ενάντια στο παλιό

Για μια υγεία της ζωής για τη ζωή
για ένα νέο Καθεστώς Σκληρότητας

εγώ, χίλιες φορές σου το’πα,

και μόνο η λέξη φεγγάρι μ’αναγουλιάζει
και μόνο η λέξη όνειρο με κάνει ν’αναριγώ

Επιμένει να μου τους διαβάζει από το τηλέφωνο
ενώ εγώ στέλνω μηνύματα με το κινητό…»

 Από το 17ο τεύχος του περιοδικού ποιητική

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

ΚΑΤΑΚΟΚΚΙΝΑ ΜΗΛΑ ΑΚΟΠΑ

Με τις σκέψεις του ολόκληρες
Δίπλα στο μαχαίρι της κουζίνας
Κατακόκκινα μήλα άκοπα
Τον ξύπνησε το χτύπημα του τηλεφώνου
Μισές λέξεις καμιά πρόταση σωστή
‘’ναι, ίσως, μπορεί, αφού δεν…’’
Δε θα΄βγαινε ούτε σήμερα
Τι να εξηγεί τώρα και σε ποιον;
Συνέχισε το διάβασμα του βιβλίου του
Εκεί οι ήρωες και τα πράγματα ζούσαν
Ίσως ακόμα και τη δική του ζωή
Με απαράμιλλο ύφος, πείσμα, βασανισμό
Η άλλη ας τον περίμενε μασώντας τσίχλα
Στο βωμό της βλακείας και της ωραιοπάθειας
Δίπλα στο μαχαίρι της κουζίνας
Φυσικά, αρωματικά, στυφά, λαχταριστά
Κατακόκκινα μήλα άκοπα

S.

ΘΑ’ΡΘΕΙΣ;

Πότε αρχίσαμε να ζούμε τόσο συμπυκνωμένα μαζί;
Κάθε βράδυ κοιμάμαι με το δεύτερο σώμα σου δίπλα μου.
Σε σκοτώνω ξανά και ξανά και περιμένω με γυάλινα μάτια το εγκληματολογικό της μέρας να με συλλάβει.
Σηκώνεσαι πιο ζωντανός από ποτέ. Με κοιτάς ξεφυσώντας και κουνώντας το κεφάλι σου.
Aδιόρθωτο παιδί που δε συνετίζεται με τίποτα.
Κάτι μουρμουρίζεις μέσα στα δόντια σου και φεύγεις θυμωμένος.
Ούτε γυρνάς να με δεις. Πέφτουν δυο τρία φτερά στο πάτωμα. Απογειώθηκες…
Άντε γεια, σου λέω, με το πικρό του νιόβγαλτου αμύγδαλου στη γλώσσα.

Ακονίζω τα μαχαίρια μου για το άλλο βράδυ. Θα’ ρθεις;

S.

Σάββατο, 7 Ιανουαρίου 2017

EΞΩ

Η συνήθης θερμοκρασία της εποχής
Φλερτάρει χρόνια με το μηδέν
Ο σφυγμός χτυπάει αργόσυρτα
Ένα μοιρολόι που δε θες ν’ ακούς
Τα ξυλιασμένα βήματα στο δρόμο
Η παγωμένη συνάντηση των φίλων
Εκείνο το βαλσαμωμένο φιλί
Που ελπίζεις ακόμα να πετάξει
Σφράγισε το κουτί των παραπόνων
Χάθηκαν οι άκρες της νύχτας
Έξω στα χαρτόκουτα σπιτικά
Δε στεγάζεται πια η ζωή
Ενταφιάζεται η ιστορία του κόσμου

S.

Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2017

ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ

Γήινος χρόνος ακόμα

Με τόσο πολύ αφανισμό

Ανθρώπων και πραγμάτων

Στον υπερσυντέλικο της συντέλειας

Είχα βρεθεί αυτήκοος μάρτυρας

Βλέποντας χωρίς να κοιτάξω

Όπως ο έρωτας κι ο θάνατος

Η πιο γαμημένη αντίστιξη

Ενός κόσμου που δεν με αφορά πλέον

Κι η νύχτα πιο τρομαγμένη από ποτέ

Κρύβεται στο σεντούκι της μνήμης

Περιμένοντας χίλιους ήλιους

Να ριζώσουν στις ψυχές

Συχώριο για τον άλλο αιώνα

S.

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ, “Η ΓΕΝΝΗΣΗ” (1983)


Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.

Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.

«Είδες –μου λέει- γεννήθηκε η ευσπλαχνία! Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.

Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

AΠΟΚΡΥΣΤΑΛΛΩΣΗ


Συνυπάρχω 

Με τον άλλο εαυτό μου

Έρχεται δεύτερος

Και καταϊδρωμένος

Αποκρυσταλλωμένος

Σε φτερουγίσματα

Δευτερολέπτων

Τάχα μου ξεγελάω

Το αναπόφευκτο

Το οριστικό

Το αμετάκλητο

Το απόλυτο

Σε παγωμένους χρόνους

Αστραπιαία

Περνά σα σκιά

Πριν την ενσάρκωση

Το ανεκλάλητο

Που όλοι ξέρουν

Τ’ όνομά του


S.

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

ΚΥΡΙΑΚΗ ΓΑΡ

Το πιο επιθετικό προσωπείο του χρόνου βαφτίζεται Κυριακή.        
Συνυπάρχει με τις αποκρουστικές απώλειες των άλλων ημερών.

Συμμαζεύω τα ασυμμάζευτα των σκέψεων, των ερωτημάτων, των διαβασμάτων που απαιτούν επιμονή και προσήλωση, τουστέστιν αυτοπειθαρχία, παράλληλα με διεκπεραιώσεις νοικοκυριού.
Κι επειδή η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά, ξεπετάω όσο καλύτερα και συντομότερα μπορώ τη δούλα και στοχεύω στην κυρά.

Ενημερώνομαι, ενημερώνομαι, ενημερώνομαι:
Ο πορτοκαλί (αλλά όχι βιταμινούχος για την προάσπιση της υγείας του πλανήτη, το εκ διαμέτρου αντίθετο) νέος πλανητάρχης, Οne man show (και τι show!), o θάνατος του L. Cohen που έφυγε πλήρης ημερών, όχι ηλικιακά αλλά συνειδησιακά, με τις αποσκευές του -που μοιράστηκε το περιεχόμενό τους μαζί μας τόσα χρόνια- γεμάτες από ποίηση, μοναχικότητα και λυρισμό και πνευματικότητα…

Συνέβησαν κι άλλα, αλλά στέκομαι σ’ αυτά τα δυο γεγονότα ως περισσότερο εμφανή ενός κόσμου (ο κόσμος είναι κόσμημα έλεγε κάποτε μια συχωρεμένη θεια μου), που αλλάζει και που κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν θα προλάβει να σωθεί ή θα συνεχίσει το στροβιλισμό του σε καταστροφικές ανακυκλώσεις γεγονότων που κάπως, κάποτε τα 'χουμε ξαναζήσει.

Κι ίσως στην τέχνη να μην υπάρχει παρθενογένεση, όπως έλεγε ο Σεφέρης, αλλά θα υπάρξει άραγε ποτέ στην ιστορία;
Θα βγει κάτι νέο, αθώο (κατά το μέτρο του δυνατού) και ετοιμοπόλεμο για να γυρίσει αλλιώς την τροχιά της πορείας του κόσμου;

Κι αυτό το συναχωμένο φως της Κυριακής θα γίνει γρίπη ή θα ιαθεί πλήρως;
Μου λείπει πάντως αφάνταστα το άλλο, εκείνο το απολλώνιο του Αιγαίου που έλουζε το μπαλκόνι μου κάποτε…
Για να συγκεντρωθώ και να βάλω τάξη στα δικά μου ανήλιαγα υπόγεια..


S.

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

...Η ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΟΥΓΚΕΝΑΟΥ...

Οι Υπνοβάτες του Χέρμαν Μπροχ είναι μια μυθιστορηματική τριλογία με πολλά ανατρεπτικά στοιχεία στη δομή και στο ύφος που με παιδεύει εδώ και αρκετό καιρό στην ολοκλήρωση του διαβάσματός της. Ενδιαμέσως παρεμβάλλονται άλλα βιβλία, εντελώς διαφορετικής δομής και περιεχομένου, έτσι για να παίρνω μιαν ανάσα από την τόσο ολοκληρωτική και απόλυτη προσήλωση που επιτακτικά απαιτεί η ανάγνωσή της.
Στην τριλογία του Μπροχ, Πάσενοβ ή ο Ρομαντισμός, Ες ή η Αναρχία, Χουγκενάου ή ο Ρεαλισμός, επιχειρείται και ολοκληρώνεται αριστουργηματικά μια τοιχογραφία της Γερμανίας κατά τη διάρκεια τριάντα χρόνων (τέλος του 19ου αιώνα ως τις πρώτες δεκαετίες του 20ου, 1888- 1918) μέσα από τις ιστορίες των τριών ηρώων της, του ρομαντικού Πάσενοβ που γίνεται αξιωματικός του στρατού και παντρεύεται μια γυναίκα χωρίς πραγματικά να επιθυμεί τίποτα απ’ τα δύο, του υπαρξιστή Ες που οι σχέσεις του με τους άλλους τίθενται υπό διαρκή αίρεση και αμφισβήτηση και του υλιστή- ωφελιμιστή Χουγκενάου που πίσω από κάθε του κίνηση κρύβεται η ακόρεστη δίψα του για κέρδος και εξουσία.
Διαβάζοντας διάφορες κριτικές γι’ αυτό το μεγαλειώδες και άρτια δομημένο έργο, τόσο στη σύλληψη όσο και στην αφήγηση που λειτουργεί κατακερματικά έτσι ώστε να εμπλέκονται στο περιεχόμενό τoυ στοιχεία ποίησης, δοκιμίου και θεατρικού δρώμενου, ο Μ.Κούντερα με μια φράση του με κάλυψε (και από- κάλυψε γενικά την ουσία του έργου του Μπροχ) πλήρως:
‘’Είναι προφανές: Έχουμε μπει στην εποχή του Χουγκενάου’’.
Και δια του λόγου το αληθές:

Οι τρεις εποχές της τριλογίας του Μπροχ: τρεις ιστορικές δυνατότητες της ευρωπαϊκής ύπαρξης.Οι συγκεκριμένες χρονολογίες που υποδεικνύονται στην τριλογία δεν είναι πολύ σημαντικές (αυτές οι τρεις εποχές μπορεί να πραγματωθούν και με διαφορετικές χρονολογίες). Το πιο σημαντικό είναι η διαδοχή τους, η οποία σκιαγραφεί μια διαδρομή.
Ξαναδιαβάζοντας τους «Υπνοβάτες» σκέφτομαι τον καιρό της νεότητάς μου, που τώρα μου φαίνεται ως «η εποχή του Ες».Η προσχώρηση σε μιαν αξία, η στράτευση στο όνομά της, θεωρούνταν τότε από όλους μια ηθική αναγκαιότητα. Σκέφτομαι έναν Γάλλο φίλο, ευφυή και εξαιρετικά πνευματώδη, ο οποίος είχε διακηρύξει την αγάπη του για τον Μάο και στη συνέχεια είχε εκφράσει την ίδια αγάπη για τον πάπα. Σκέφτομαι έναν σημαντικό κομμουνιστή ιδεολόγο ο οποίος κατέληξε να εγκαταλείψει τον μαρξισμό για να προσχωρήσει στο Ισλάμ. Και θα μπορούσα να αναφέρω και τόσες άλλες παρόμοιες μεταστροφές, οι οποίες δεν είχαν καμία σχέση ούτε με τον καιροσκοπισμό, ούτε με τον καριερισμό, ούτε με την ανοησία. Στην «εποχή του Ες» τα πρόσωπα δεν μπορούν να ζουν χωρίς να μάχονται για κάποιο ιδεώδες, αλλά ταυτόχρονα δεν είναι σε θέση να το κατανοήσουν.
Όταν στην Ευρώπη κατέρρευσαν τα κομμουνιστικά κράτη, οι θρησκευτικές, εθνικές και πολιτικές πεποιθήσεις έπαψαν, με τρόπο αρκετά διακριτικό, να παίζουν τον μεγάλο ρόλο που είχαν κάποτε. Η αριστερά; Η δεξιά; Ζουν μια σχέση καλής γειτονίας. Καβγαδίζουν πολιτισμένα για λίγη εξουσία αλλά σίγουρα όχι για να αλλάξουν τον κόσμο. Έτσι άρχισα να κατανοώ ότι αυτό που μας απειλεί δεν αντιπροσωπεύεται πλέον ούτε από τον πόλεμο ούτε από την επανάσταση και ότι βρισκόμαστε στην εποχή του πραγματισμού, στην οποία το μόνο νόημα που μπορεί να έχει η ζωή είναι εκείνο του κέρδους. Το κέρδος νοείται όχι ως εγωιστική και ποταπή αξία, αλλά ως η μόνη απόδειξη του ότι η εργασία έγινε καλά, του ότι ένα άτομο δεν έζησε για το τίποτα, του ότι η ζωή του είχε ένα νόημα.
Γράφω αυτό το κείμενο ενώ η Ευρώπη έχει πληγεί από μια μεγάλη οικονομική κρίση με την προοπτική πελώριων καταστροφών. Διαβάζω τη συνέντευξη που έδωσε ένας μεγάλος οικονομολόγος. Από πού έρχεται η κρίση; Από την «αγορά» και από τους «κερδοσκόπους» της; Απάντηση: «Το καθήκον των χρηματοπιστωτικών αγορών είναι να επιδιώκουν να κερδίζουν χρήμα. Δεν μπορούμε να τις κατηγορούμε ότι κερδοσκοπούν». Είναι προφανές: έχουμε μπει στην «εποχή του Χουγκενάου».


ΠΗΓΗ: http://lesxianagnosisbiblioudegas.blogspot.gr/2014/02/blog-post_17.html

 Aξίζει να καταπιαστείτε μ' αυτό κι ας παιδευτείτε… 

S.