Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

"Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα..." 5 ποιήματα του Νίκου Καρούζου

1
Νὰ γυρίζεις -αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα -
μὲ κουρελιασμένα μάτια
μὲ φλογωμένους κροτάφους ἀπ᾿ τὴν πτώση
νὰ γυρίζεις
στὴν καλὴ πλευρά σου.
Πεσμένος αἰσθάνεσαι
τὴν κόλαση ποὺ εἶναι ἡ αἰτιότητα
τὸ στῆθος ὡσὰν συστατικὸ τοῦ ἀέρα
τὰ βήματα χωρὶς προοπτική.
Κι ὅμως στὴ χειμωνιάτικη γωνία ὁ καστανᾶς
περιβάλλεται ἀπὸ σένα.
Κόψε ἕνα τραγούδι ἀπ᾿ τ᾿ ἄνθη
μὲ δάχτυλα νοσταλγικά.
Νὰ γυρίζεις — αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα.
2
Θὰ περάσουν ἀποπάνω μας ὅλοι οἱ τροχοὶ
στὸ τέλος
τὰ ἴδια τὰ ὄνειρά μας θὰ μᾶς σώσουν.
Ἀγάπη μεῖνε στὴν καρδιὰ —
αὐτὸς ἂς εἶναι ὁ κανὼν τοῦ τραγουδιοῦ σου.
Μὲ τὴν ἀγάπη
Θὰ σηκώσουμε τὴν ἀπελπισία μας
Ἀπ᾿ τὸ ἀμπάρι τοῦ κορμιοῦ.
Δὲν εἶναι φορτίο γιὰ τὴ χώρα τῶν ἀγγέλων
ἡ ἀπελπισία.
Καὶ προπαντὸς
ἂς μὴν ἀφήσουμε τὴν ἀγάπη
νὰ συνωστίζεται μὲ τόσα αἰσθήματα…
3
Ἅπλωσε ἡ γαλήνη τὰ φτερά της
ὡσὰν ἀλησμόνητος κύκνος ὀνείρου
σ᾿ αὐτὰ τὰ ἔρημα νερά.
Κάτι νιώθω σήμερα
βλέποντας τὰ πουλιά.
4
Ἡ ἀγωνία μου ὑψώνεται,
ὡς τὰ ἐδελβάις ἄνθη.
5
Τὰ ὄνειρα βλαστοὶ στὸ στῆθος
κλήματα μέσ᾿ στὴν καρδιὰ
διαγώνια ἐκδικοῦνται τὸ χῶμα
σκοτώνοντας ἐμᾶς.

Νίκος Καρούζος

ΠΗΓΗ:http://eimaistahaimou.blogspot.gr/

Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

θεωρία και πράξη/ Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

Αίμα τα λόγια                                                                            
Πώς να σβηστούν
Κι οι χειρονομίες αφήνουν ουλές
Τρίμματα γομολάστιχας 
κι ας γίνουν τα καθέκαστα
Η Αλκυόνα πέθανε η Αλκυόνα πάει
Το πεινασμένο σκότος που μας κυνηγά
δε θα λουφάξει 
Οσφραίνεται θυμό και μίση
Χαίνουσες πληγές
Δεν μας αγκάλιασε ο καιρός ποιος ξέρει
Η εμείς δεν του ανοίξαμε αγκαλιά
Η Αλκυόνα πέθανε η Αλκυόνα πάει
Με τα δικά μας χέρια εννοώ 
όχι των άλλων 

Μονιάζουμε, αγάπη μου, μόνοι εντέλει
Σε ασυγχώρητο λυκόφως

Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

Σάββατο, 16 Σεπτεμβρίου 2017

ΟΙΝΟΠΟΣΙΑ ΨΕΥΔΑΙΣΘΗΣΕΩΝ

Στην οινοποσία των ψευδαισθήσεων 'Αλλη μια ψευδαίσθηση
Να πιούμε ένα κρασί λες
Mε την ίδια διαβρωμένη φωνή
Που αποδομεί χρόνια τα πράγματα
Κι αφήνει ό, τι ζήσαμε ανέπαφο
Φιλιά σε δευτερόλεπτα λήξης
Κράμα μεθυσμένων χνώτων
Πριν την αναπόφευκτη 
Σκουριά της μνήμης
Που μου επέβαλες θέλοντας και μη
Ξίνισε κι αυτό το κρασί σου
Πυρπολεί το στόμα μου
Αλλά δεν καίγομαι πια
Έσβησα την επιθυμία με το νερό
Της απόστασης

S.

Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

ΠΡΟΤΙΜΗΣΗ

Ο χάρτης του φθινοπώρου 
ξεδιπλώνεται στο νου μου
Αμ έπος αμ έργον
Κατά τας σχολικάς γραφάς
Αγιασμός επανάληψης:
Πλύσιμο κουρτινών
Τακτοποίηση υλικού


Εναπόθεση βιβλίων
Ανά θρανίο το ερώτημα

Καραδοκεί τυχόν υποψία παιχνιδιού
Ενώ στην αυλή μονιμότητα
Επιλεκτικής αμνησίας
Χαλάει τον κόσμο

Η σοφή κουκουβάγια ξέρει
Αλλά προτιμά να ονειροπολεί
Να γίνεται  taboula raza
Για να γράφουν πάνω της
Άγουρα, τρεμάμενα μολύβια


S.

Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΡΟΚΑΡΙΑ


Απ’ το ψηλότερο κλαδί της αροκάριας
Εξάντλησα τη θέα του μπαλκονιού
Μια πτώση απονενοημένου φθινοπώρου
Θα θύμιζε τουλάχιστον σωφροσύνη
Προσαρμογή στο είθισται της αλλαγής
Δικαίωση των χρυσανθέμων

Όχι, δε θα’ ρθω να σε δω ξανά

Σε δειλινό απολογητικής βροχής  
Εκείνη η  χαραγματιά στο μάγουλό σου
Γέμισε  άβυσσο για τα φεγγάρια
Και τα καλοκαίρια που εσκεμμένα 
Αποσιώπησες

S.


Παρασκευή, 1 Σεπτεμβρίου 2017

Κική Δημουλά, «Βροχή επιστροφής»

Εγώ, όταν θα μεγαλώσω 
θα γίνω Σεπτέμβρης, έλεγε ο Αύγουστος 
Έβρεξε δω λιγάκι. 
Δοκιμαστικά, σαν έλεγχος 
αν λειτουργούν καλά οι πτώσεις. 
Όπως χτυπάνε κάθε τόσο 
ξαφνικά οι σειρήνες,δοκιμαστικά, 
αν λειτουργεί καλά ο τρόμος του πολέμου. 
Ελάχιστη βροχή, 
ίσα που την πλατάγισε στο στόμα του 
το χώμα τη σταγόνα 
–καθώς δοκιμαστής κρασιών–, 
μόλις που πρόλαβε η υγρόεσσα ευωδιά
παραπονιάρα να τριφτεί πάνω στα περιβόλια.
Δέναν οι παραθεριστές 
στις σχάρες των αυτοκινήτων την Αθήνα, 
μαρσάραν τις βαλίτσες τους και φεύγαν. 
Πεθαίναν απ’ τη ζήλια τους τα σπίτια 
κοιτώντας τα τροχόσπιτα 
στην Εθνική Οδό του Σεπτεμβρίου. 
Απ’ τ’ ανοιχτά παραθυράκια τους, 
μικρά όσο ένα σάντουιτς ματιάς, 
κουρτινάκια φτερακίζαν κατά έξω, 
νάιλον γλάροι εμπριμέ, δεμένοι. 
Λοξά στημένη νανούριζε τα τέλια της 
μια κιθάρα ηλιοκαμένη. 
Ευτυχώς βελτιώθηκε 
το βιοτικό επίπεδο της βάρκας. 
Γίνανε βάρκες κατοικίδιες
 – αστυφιλία των σκαριών. 
Αστραφτερές, εξωλέμβιες, 
πάνω στα τρέιλερ κουρνιασμένες, 
ακολουθούν τ’ αφεντικά τους, 
σκυλάκια ράτσας
χωρίς καθόλου τρίχωμα θαλάσσης. 
Γαύροι πηδάνε κατά πάνω, 
μια τελευταία ασημένια περιέργεια. 
Κάτι θα την πονέσει απόψε τη βραδιά 
γι’ αυτό το προς το τέλος. 
Αν έχει ξαστεριά 
θα πιει κάποιο παυσίπονο αστέρι. 
Εγώ θα μείνω ακόμα λίγο. 
Μήπως και ξαναβρέξει. 
Να σε ξεπλύνω λίγο. 
Είσαι μες στην αλμύρα και τ’ αλάτια 
από τότε που ήμουνα θάλασσα.   

(Από τη συλλογή «Το τελευταίο σώμα μου», εκδ. Κείμενα, 1981. Συγκεντρωτικός τόμος «Κική Δημουλά, Ποιήματα», εκδ. Ίκαρος, 1998)

Πηγή : http://www.andro.gr/empneusi/poems-end-of-summer/

Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

H ΠΟΛΗ ΚΑΙ Η ΜΑΓΙΣΣΑ


Σ’ αυτή την πόλη ακουμπάς πάλι
Όπως η μάγισσα στηρίζει το σαγόνι
Με το χέρι της και σχεδιάζει στο νου της
Ποια υλικά για τα μαντζούνια της
Θα ανακατέψει για να της βγει η συνταγή
Μεγαλώνουν τα μαλλιά και τα νύχια
Της μάγισσας και της πόλης
Άγνωστο κι άγνωρο το αποτέλεσμα
Άγνωστος μεταξύ αγνώστων κι εσύ
Κατασκοπεύεις απίθανη σωτηρία
Στους άνθρακες θησαυρούς της νύχτας

S.



Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

ΣΤΗΝ ΑΠΟΧΗ

Στα μαλλιά ο μισός μήνας ξεθωριάζει
Άφησε τον υπόλοιπο ν’ανεμίζει λαχτάρα 
Βροχερού φθινοπώρου επιστροφή
Αγκαλιάζει τη φθορά των κήπων


Πόσοι καύσωνες μεταλλικοί ακόμα
Με το τζιτζίκι αντηχείο σιωπής
Γυαλίζουν πυρωμένες λεωφόροι
Κι οι φωτεινοί σηματοδότες δείχνουν
Το κενό στη χαράδρα του Αυγούστου


Δεν είναι παραδόξως επικίνδυνο
Να φυλάει σταυρωτά στο στήθος
Τα ποιήματα που δεν έγραψε
Λέξεις κι έρωτες αμετανόητοι
Σε φύλλα ημερολογίων με απόχη

Ψαρεύει άκακα καλοκαίρια

S.

Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Νίκος Καζαντζάκης, [Ένα συννεφάκι το Δεκαπενταύγουστο]

Vincent Van Gogh
Ο Αύγουστος ήταν για μένα, όταν ήμουν παιδί, κι είναι ακόμα, ο πιο αγαπημένος μήνας. Αυτός
φέρνει μαθές τα σταφύλια και τα σύκα, τα πεπόνια, τα καρπούζια.

Τον ονομάτισα Άγιον Αύγουστο, αυτός ο προστάτης μου, έλεγα, σ’ αυτόν θα κάνω την προσευχή μου. Όταν θέλω τίποτα, απ’ αυτόν θα το ζητώ. Κι αυτός θα το ζητήσει απ’ τον Θεό, κι ο Θεός θα μου το δώσει. Και μια φορά πήρα νερομπογιές και τον ζωγράφισα…Από τη στιγμή που τον ζωγράφισα και στερέωσα το πρόσωπό του, στερεώθηκε και μέσα μου η εμπιστοσύνη μου σ’ αυτό, και κάθε χρόνο τον περίμενα να ‘ρθει, να τρυγήσει τα αμπέλια της Κρήτης, να πατήσει τα σταφύλια και να κάμει το θάμα του, να βγάλει απ’ τα σταφύλια κρασί…

Τον Αύγουστο ξάπλωναν σε διπλανά χωράφια απ’ τα αμπέλια τα σταφύλια, να τα ξεράνει ο ήλιος να γίνουν σταφίδα. Μια χρονιά είχαμε πάει στο αμπέλι μας και μέναμε στο εξοχικό μας σπιτάκι. Ο αγέρας μύριζε, η γης καίγονταν, τα τζιτζίκια καίγονταν κι αυτά, σαν να κάθονταν απάνω σε κάρβουνα αναμμένα.
Τη μέρα κείνη, της Κοίμησης της Παναγίας, 15 Αυγούστου, οι εργάτες δε δούλευαν κι ο πατέρας μου κάθονταν στη ρίζα μιας ελιάς και κάπνιζε. Είχαν έρθει γύρα οι γειτόνοι, που είχαν απλώσει κι αυτοί τη σταφίδα τους, κάπνιζαν πλάι στον πατέρα μου, αμίλητοι. Φαίνονταν στενοχωρημένοι. Όλοι είχαν καρφώσει τα μάτια σ’ ένα συννεφάκι που ‘χε προβάλει στον ουρανό, κατασκότεινο, βουβό, και προχωρούσε. Είχα καθίσει κι εγώ κοντά στον πατέρα μου και κοίταζα το σύννεφο. Μου άρεσε, σκούρο, μολυβί, χνουδάτο, κι ολοένα μεγάλωνε, άλλαζε πρόσωπο και κορμί, πότε σα γεμάτο ασκί, πότε σα μαυροφτέρουγο όρνιο και πότε σαν τον ελέφαντα που είχα δει σε ζωγραφιά, κουνούσε την προβοσκίδα του κι έψαχνε ν’ αγγίξει κάτω τη γης. Αεράκι χλιαρό φύσηξε, τα φύλλα της ελιάς ανατρίχιασαν. Ένας γείτονας πετάχτηκε όρθιος, άπλωσε το χέρι κατά το σύννεφο που προχωρούσε.

– Ανάθεμά το, μουρμούρισε, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, φέρνει τον κατακλυσμό!

– Δάγκασε τη γλώσσα σου, του ‘καμε ένας γέρος θεοφοβούμενος, δε θα το αφήσει η Παναγία, σήμερα είναι η χάρη της.

Ο πατέρας μου έγρουξε, μα δεν έβγαλε άχνα, πίστευε στην Παναγιά, μα δεν πίστευε πως η Παναγιά μπορεί να κουμαντάρει τα σύννεφα.

Εκεί που μιλούσαν, ο ουρανός σκεπάστηκε, οι πρώτες στάλες, χοντρές, ζεστές, άρχισαν να πέφτουν. Τα σύννεφα χαμήλωσαν, κίτρινες βουβές αστραπές καταξέσκιζαν τον ουρανό.

– Παναγιά μου, φώναξαν οι γειτόνοι, βοήθεια!

Όλοι πετάχτηκαν απάνω, κατασκόρπισαν, καθένας έτρεχε κατά το αμπέλι του, όπου είχε απλώσει τη σταφίδα της χρονιάς. Κι ως έτρεχαν, ολοένα και σκοτείνιαζε ο αγέρας, κρεμάστηκαν μαύρες πλεξούδες από τα σύννεφα, ξέσπασε η μπόρα. Γέμισαν τα αυλάκια, πήραν να τρέχουν οι δρόμοι σαν ποταμοί, φωνές ακούστηκαν γοερές από το κάθε αμπέλι.

Ξέφυγα από το σπιτάκι, έτρεξα μέσα στη νεροποντή, παράξενη χαρά με είχε συνεπάρει, σα μεθύσι.

Είχα φτάσει ως το δρόμο, δεν μπόρεσα να τον περάσω, ήταν ποταμός, και στάθηκα και κοίταζα: μαζί με τα νερά κυλούσαν αγκαλιές αγκαλιές τα μισοξεραμένα σταφύλια, ο μόχτος της χρονιάς, έτρεχαν κατά τη θάλασσα και χάνουνταν. Ο θρήνος δυνάμωνε, μερικές γυναίκες είχαν χωθεί ως τα γόνατα μέσα στο νερό και μάχονταν να περισώσουν λίγη σταφίδα, άλλες όρθιες στην άκρη του δρόμου, είχαν βγάλει τις μπολίδες τους και συρομαδιούνταν.

Είχα γίνει μουσκίδι ως το κόκαλο, πήρα δρόμο κατά το σπιτάκι και μάχουμουν να κρύψω τη χαρά μου, βιαζόμουν να δω τι θα ‘κανε ο πατέρας μου, θα ‘κλαιγε, θα βλαστημούσε, θα φώναζε; Περνώντας από τον οψιγιά είδα πως όλη μας η σταφίδα είχε φύγει.

Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι, ακίνητος, και δάγκανε τα μουστάκια του. Πίσω του, όρθια, η μητέρα μου έκλαιγε.

– Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα μας!

– Εμείς δεν πάμε, μου αποκρίθηκε, σώπα!

Ποτέ δεν ξέχασα τη στιγμή ετούτη, θαρρώ μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου μεγάλο μάθημα. Αναθυμόμουν τον πατέρα μου ήσυχο, ασάλευτο, να στέκεται στο κατώφλι, μήτε βλαστημούσε μήτε παρακαλούσε μήτε έκλαιγε. Ασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο κι έσωζε, μόνος αυτός, ανάμεσα σ’ όλους τους γειτόνους, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

(απόσπασμα από το Αναφορά στο Γκρέκο)

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

ENTIMA

Υπήρξε έντιμος ο περσινός χειμώνας μου
Ξεφύλλισε όλες τις σελίδες της παρουσίας σου
Δηλαδή τη λευκότητα μιας νέας χιονόπτωσης
Μ΄ έμαθε να συνομιλώ ξανά με το φως
Αργά για να κατανοώ κάθε άγνωστη λέξη
Με πληρωμένες τις οφειλές μου στον τοκογλύφο έρωτα
Ξεκλειδώνω λοιπόν τα καλοκαίρια μου
Κι ο σώζων εαυτόν σωθήτω

S.

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Survivor είναι

Από την Αφροδίτη Φανφάρες                     

το μεσαιωνικό δίπολο σπίτι-δουλειά

το ένα εκατομμύριο εκμοντερνισμένο σπίτι-σπίτι

τα 400 ευρώ που σου πηδάνε το μήνα

εσύ που δεν πηδάς αυτή που θέλεις

η ψαρική σου φύση στο μετρό

-κάποιοι δεν βρομάνε εκεί

διαβάζουν Καμύ και Ντοστογιέφσκι-

εντάξει δεν πήγα στρατό

καλοκουρδίζομαι στην επόμενη στάση

το άγχος να πυροβολήσεις τα δευτερόλεπτα

έρμαιο ψυχοπαθούς εργοδότη

η ανόσια σειρά στον οαεδ

ευθεία παράλληλη με την εργασιακή αυταπάτη

το τσοντάρισμα των γονιών

»ανεξαρτησία» τη ‘λεγαν οι παλιοί

είναι καλή τσόντα Δες τη

η κάθε γωνιά της πόλης που ζέχνει Μικέλ

κι ένα άδειο χέρι να ικετεύει

η βόλτα στα τετράγωνα χωρίς εσέ

και πάλι ένα άδειο χέρι να ικετεύει

το κάπνισμα που άρχισα

μπας και πεθάνω πρόωρα

αλλά πάλι ακυρώθηκε το ιδιαίτερο

συγγνώμη κύριε Καρέλια

την επόμενη βδομάδα πάλι.

moiramouegianes

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

ΜΕΣΑ ΑΠ' ΤΙΣ ΣΤΑΧΤΕΣ

Μικρές γουλιές απ’ του καλοκαιριού το ποτήρι
Πατητήρι τρύγου πρώιμου για να λιώσουν
Της ψυχής σκοτεινά αδενώματα
Τόσα ασήμια και παιχνιδίσματα φωτός
Ο καθένας στη δική του θάλασσα σώνεται
Εκτός απ’ όσους τη στέρεψαν για να πνιγούν
Μέσα στην πολύβουη μοναξιά των άλλων
Καταχραστές αποστάσεων και σιωπής
Θα’ ρθουν σαν αναμενόμενοι καύσωνες
Αλλά τίποτα δε θα βρουν να κάψουν
Βαθιά προστατευμένος ο σπόρος της αγάπης
Θ' ανθίσει κάποτε μέσα απ’ τις στάχτες

S.

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

ΡΟΗ

Η βροχερή εκδοχή του κόσμου περιέχει κάποια επίφαση αθωότητας.
Ιδιαίτερα όταν διακόπτει με αναίδεια την έπαρση της αρχικής επωδού του καλοκαιριού.


Τα κάνει θάλασσα λες ο καιρός αλλά η θάλασσα ανοίγει τον ασκό των ταξιδιών και πληρώνει τον οβολό για να φτάσει το μπουκάλι με το μήνυμα στην ακτή.

Σκηνή από ταινία άλλης εποχής. Σε χέρια άγνωστου παραλήπτη που επικαλείται να λύσει το γρίφο. Ένα sos από κάποιον ή κάτι που χάνεται, μια οποιαδήποτε λέξη ή φράση, ένα σύμβολο ή μια ζωγραφιά, 
ίσως η τελευταία  καταγραφή συγκινησιακής φόρτισης μιας ψυχής πριν το επέκεινα της ύλης.

Αυτό που θα ρέει πάντα σε όχθη ανεξερεύνητης ακτής όταν η σιγή θα γλιστράει στα ρείθρα των ονείρων για να ρίξει λευκό σεντόνι σ’ όλες τις μικρές καταστροφές που αποποιηθήκαμε και αποσιωπήσαμε, δικές μας και των άλλων, πόα εύθραυστη η αγάπη ούτως ή άλλως, αν την πότισες και μαράθηκε ταΐζεις αφανέρωτο πόνο αλλά τώρα ξέρεις τον τύπο των ήλων και μπορείς θαυμάσια να περιθάλψεις την ακατάσχετη αιμορραγία της μνήμης ως την οριστική της ίαση.

Προς τα πού κυλάει λοιπόν το ποτάμι, τι σημασία έχει, μεταξύ ουρανού και γης η πανσπερμία από φως και σκοτάδι κι η βροχή  πτυχώσεις  χιτώνα σε υποκριτή αρχαίας τραγωδίας, υποχθόνια θα μας ωθεί προς την ύβρη αφού θα μας υποψιάζει αναίτια για κάθαρση.

S.


Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

-Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Εγώ»


«Το κρανίο, η μυστική καρδιά

οι αόρατοι δρόμοι του αίματος,

οι υπόγειες στοές του Πρωτέα ύπνου,

σπλάχνα, αυχένας, σκελετός.

Είμαι όλα τούτα. Είναι απίστευτο

αλλά είμαι ακόμα κι η ανάμνηση ενός σπαθιού,

κι η μνήμη ενός ήλιου μοναχικού που βασιλεύει,

σκορπίζει και γίνεται χρυσαφένια σκιά, κι έπειτα χάνεται.

Είμαι κείνος που κοιτάει απ’ το λιμάνι τις πλώρες,

είμαι τα σπάνια βιβλία, οι σπάνιες

γκραβούρες με τη φθορά του χρόνου.

Είμαι εκείνος που φθονεί αυτούς που ‘χουν πεθάνει.

Το πιο παράξενο είναι να είμαι κάποιος που συνταιριάζει

λέξεις, σ’ ένα δωμάτιο κάποιου σπιτιού.»


Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

ΤΑ ΑΝΕΙΠΩΤΑ

εκείνα που δεν ειπώθηκαν
μας ακολουθούν σαν κατάρες
αδιαμφισβήτητη αλήθεια
οι λέξεις πολλές φορές αστοχούν
ή ο στόχος τους αχρηστεύεται ερήμην
της επιθυμίας μας ν’ ακουστούμε
ένα βέλος χωρίς προορισμό
ένα γράμμα χωρίς παραλήπτη
κι όμως το βάρος τους υπάρχει
μόνο και μόνο για να ξοδευτεί
στην εμβρυική μορφή του κόσμου
όταν κάποτε θα τελειώσουμε
με την αναμέτρηση της σπατάλης
δίχως ούτε μια σκιά προκατάληψης
εξαγνισμένοι από δήθεν και ίσως

S.