Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

ΣΤΗΝ ΑΠΟΧΗ

Στα μαλλιά ο μισός μήνας ξεθωριάζει
Άφησε τον υπόλοιπο ν’ανεμίζει λαχτάρα 
Βροχερού φθινοπώρου επιστροφή
Στην εμμονή ανύπαρκτων χρυσανθέμων
Αγκαλιάζει τη φθορά των κήπων

Πόσοι καύσωνες μεταλλικοί ακόμα
Με το τζιτζίκι αντηχείο σιωπής
Γυαλίζουν πυρωμένες λεωφόροι
Κι οι φωτεινοί σηματοδότες δείχνουν
Το κενό στη χαράδρα του Αυγούστου

Δεν είναι παραδόξως επικίνδυνο
Να φυλάει σταυρωτά στο στήθος
Τα ποιήματα που δεν έγραψε
Λέξεις κι έρωτες αμετανόητοι
Σε φύλλα ημερολογίων απόχη

Ψαρεύει άκακα καλοκαίρια

S.

Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Νίκος Καζαντζάκης, [Ένα συννεφάκι το Δεκαπενταύγουστο]

Vincent Van Gogh
Ο Αύγουστος ήταν για μένα, όταν ήμουν παιδί, κι είναι ακόμα, ο πιο αγαπημένος μήνας. Αυτός
φέρνει μαθές τα σταφύλια και τα σύκα, τα πεπόνια, τα καρπούζια.

Τον ονομάτισα Άγιον Αύγουστο, αυτός ο προστάτης μου, έλεγα, σ’ αυτόν θα κάνω την προσευχή μου. Όταν θέλω τίποτα, απ’ αυτόν θα το ζητώ. Κι αυτός θα το ζητήσει απ’ τον Θεό, κι ο Θεός θα μου το δώσει. Και μια φορά πήρα νερομπογιές και τον ζωγράφισα…Από τη στιγμή που τον ζωγράφισα και στερέωσα το πρόσωπό του, στερεώθηκε και μέσα μου η εμπιστοσύνη μου σ’ αυτό, και κάθε χρόνο τον περίμενα να ‘ρθει, να τρυγήσει τα αμπέλια της Κρήτης, να πατήσει τα σταφύλια και να κάμει το θάμα του, να βγάλει απ’ τα σταφύλια κρασί…

Τον Αύγουστο ξάπλωναν σε διπλανά χωράφια απ’ τα αμπέλια τα σταφύλια, να τα ξεράνει ο ήλιος να γίνουν σταφίδα. Μια χρονιά είχαμε πάει στο αμπέλι μας και μέναμε στο εξοχικό μας σπιτάκι. Ο αγέρας μύριζε, η γης καίγονταν, τα τζιτζίκια καίγονταν κι αυτά, σαν να κάθονταν απάνω σε κάρβουνα αναμμένα.
Τη μέρα κείνη, της Κοίμησης της Παναγίας, 15 Αυγούστου, οι εργάτες δε δούλευαν κι ο πατέρας μου κάθονταν στη ρίζα μιας ελιάς και κάπνιζε. Είχαν έρθει γύρα οι γειτόνοι, που είχαν απλώσει κι αυτοί τη σταφίδα τους, κάπνιζαν πλάι στον πατέρα μου, αμίλητοι. Φαίνονταν στενοχωρημένοι. Όλοι είχαν καρφώσει τα μάτια σ’ ένα συννεφάκι που ‘χε προβάλει στον ουρανό, κατασκότεινο, βουβό, και προχωρούσε. Είχα καθίσει κι εγώ κοντά στον πατέρα μου και κοίταζα το σύννεφο. Μου άρεσε, σκούρο, μολυβί, χνουδάτο, κι ολοένα μεγάλωνε, άλλαζε πρόσωπο και κορμί, πότε σα γεμάτο ασκί, πότε σα μαυροφτέρουγο όρνιο και πότε σαν τον ελέφαντα που είχα δει σε ζωγραφιά, κουνούσε την προβοσκίδα του κι έψαχνε ν’ αγγίξει κάτω τη γης. Αεράκι χλιαρό φύσηξε, τα φύλλα της ελιάς ανατρίχιασαν. Ένας γείτονας πετάχτηκε όρθιος, άπλωσε το χέρι κατά το σύννεφο που προχωρούσε.

– Ανάθεμά το, μουρμούρισε, ο Θεός να με βγάλει ψεύτη, φέρνει τον κατακλυσμό!

– Δάγκασε τη γλώσσα σου, του ‘καμε ένας γέρος θεοφοβούμενος, δε θα το αφήσει η Παναγία, σήμερα είναι η χάρη της.

Ο πατέρας μου έγρουξε, μα δεν έβγαλε άχνα, πίστευε στην Παναγιά, μα δεν πίστευε πως η Παναγιά μπορεί να κουμαντάρει τα σύννεφα.

Εκεί που μιλούσαν, ο ουρανός σκεπάστηκε, οι πρώτες στάλες, χοντρές, ζεστές, άρχισαν να πέφτουν. Τα σύννεφα χαμήλωσαν, κίτρινες βουβές αστραπές καταξέσκιζαν τον ουρανό.

– Παναγιά μου, φώναξαν οι γειτόνοι, βοήθεια!

Όλοι πετάχτηκαν απάνω, κατασκόρπισαν, καθένας έτρεχε κατά το αμπέλι του, όπου είχε απλώσει τη σταφίδα της χρονιάς. Κι ως έτρεχαν, ολοένα και σκοτείνιαζε ο αγέρας, κρεμάστηκαν μαύρες πλεξούδες από τα σύννεφα, ξέσπασε η μπόρα. Γέμισαν τα αυλάκια, πήραν να τρέχουν οι δρόμοι σαν ποταμοί, φωνές ακούστηκαν γοερές από το κάθε αμπέλι.

Ξέφυγα από το σπιτάκι, έτρεξα μέσα στη νεροποντή, παράξενη χαρά με είχε συνεπάρει, σα μεθύσι.

Είχα φτάσει ως το δρόμο, δεν μπόρεσα να τον περάσω, ήταν ποταμός, και στάθηκα και κοίταζα: μαζί με τα νερά κυλούσαν αγκαλιές αγκαλιές τα μισοξεραμένα σταφύλια, ο μόχτος της χρονιάς, έτρεχαν κατά τη θάλασσα και χάνουνταν. Ο θρήνος δυνάμωνε, μερικές γυναίκες είχαν χωθεί ως τα γόνατα μέσα στο νερό και μάχονταν να περισώσουν λίγη σταφίδα, άλλες όρθιες στην άκρη του δρόμου, είχαν βγάλει τις μπολίδες τους και συρομαδιούνταν.

Είχα γίνει μουσκίδι ως το κόκαλο, πήρα δρόμο κατά το σπιτάκι και μάχουμουν να κρύψω τη χαρά μου, βιαζόμουν να δω τι θα ‘κανε ο πατέρας μου, θα ‘κλαιγε, θα βλαστημούσε, θα φώναζε; Περνώντας από τον οψιγιά είδα πως όλη μας η σταφίδα είχε φύγει.

Τον είδα να στέκεται στο κατώφλι, ακίνητος, και δάγκανε τα μουστάκια του. Πίσω του, όρθια, η μητέρα μου έκλαιγε.

– Πατέρα, φώναξα, πάει η σταφίδα μας!

– Εμείς δεν πάμε, μου αποκρίθηκε, σώπα!

Ποτέ δεν ξέχασα τη στιγμή ετούτη, θαρρώ μου στάθηκε στις δύσκολες στιγμές της ζωής μου μεγάλο μάθημα. Αναθυμόμουν τον πατέρα μου ήσυχο, ασάλευτο, να στέκεται στο κατώφλι, μήτε βλαστημούσε μήτε παρακαλούσε μήτε έκλαιγε. Ασάλευτος κοίταζε τον όλεθρο κι έσωζε, μόνος αυτός, ανάμεσα σ’ όλους τους γειτόνους, την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

(απόσπασμα από το Αναφορά στο Γκρέκο)

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

ENTIMA

Υπήρξε έντιμος ο περσινός χειμώνας μου
Ξεφύλλισε όλες τις σελίδες της παρουσίας σου
Δηλαδή τη λευκότητα μιας νέας χιονόπτωσης
Μ΄ έμαθε να συνομιλώ ξανά με το φως
Αργά για να κατανοώ κάθε άγνωστη λέξη
Με πληρωμένες τις οφειλές μου στον τοκογλύφο έρωτα
Ξεκλειδώνω λοιπόν τα καλοκαίρια μου
Κι ο σώζων εαυτόν σωθήτω

S.

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

Survivor είναι

Από την Αφροδίτη Φανφάρες                     

το μεσαιωνικό δίπολο σπίτι-δουλειά

το ένα εκατομμύριο εκμοντερνισμένο σπίτι-σπίτι

τα 400 ευρώ που σου πηδάνε το μήνα

εσύ που δεν πηδάς αυτή που θέλεις

η ψαρική σου φύση στο μετρό

-κάποιοι δεν βρομάνε εκεί

διαβάζουν Καμύ και Ντοστογιέφσκι-

εντάξει δεν πήγα στρατό

καλοκουρδίζομαι στην επόμενη στάση

το άγχος να πυροβολήσεις τα δευτερόλεπτα

έρμαιο ψυχοπαθούς εργοδότη

η ανόσια σειρά στον οαεδ

ευθεία παράλληλη με την εργασιακή αυταπάτη

το τσοντάρισμα των γονιών

»ανεξαρτησία» τη ‘λεγαν οι παλιοί

είναι καλή τσόντα Δες τη

η κάθε γωνιά της πόλης που ζέχνει Μικέλ

κι ένα άδειο χέρι να ικετεύει

η βόλτα στα τετράγωνα χωρίς εσέ

και πάλι ένα άδειο χέρι να ικετεύει

το κάπνισμα που άρχισα

μπας και πεθάνω πρόωρα

αλλά πάλι ακυρώθηκε το ιδιαίτερο

συγγνώμη κύριε Καρέλια

την επόμενη βδομάδα πάλι.

moiramouegianes

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

ΜΕΣΑ ΑΠ' ΤΙΣ ΣΤΑΧΤΕΣ

Μικρές γουλιές απ’ του καλοκαιριού το ποτήρι
Πατητήρι τρύγου πρώιμου για να λιώσουν
Της ψυχής σκοτεινά αδενώματα
Τόσα ασήμια και παιχνιδίσματα φωτός
Ο καθένας στη δική του θάλασσα σώνεται
Εκτός απ’ όσους τη στέρεψαν για να πνιγούν
Μέσα στην πολύβουη μοναξιά των άλλων
Καταχραστές αποστάσεων και σιωπής
Θα’ ρθουν σαν αναμενόμενοι καύσωνες
Αλλά τίποτα δε θα βρουν να κάψουν
Βαθιά προστατευμένος ο σπόρος της αγάπης
Θ' ανθίσει κάποτε μέσα απ’ τις στάχτες

S.

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

ΡΟΗ

Η βροχερή εκδοχή του κόσμου περιέχει κάποια επίφαση αθωότητας.
Ιδιαίτερα όταν διακόπτει με αναίδεια την έπαρση της αρχικής επωδού του καλοκαιριού.


Τα κάνει θάλασσα λες ο καιρός αλλά η θάλασσα ανοίγει τον ασκό των ταξιδιών και πληρώνει τον οβολό για να φτάσει το μπουκάλι με το μήνυμα στην ακτή.

Σκηνή από ταινία άλλης εποχής. Σε χέρια άγνωστου παραλήπτη που επικαλείται να λύσει το γρίφο. Ένα sos από κάποιον ή κάτι που χάνεται, μια οποιαδήποτε λέξη ή φράση, ένα σύμβολο ή μια ζωγραφιά, 
ίσως η τελευταία  καταγραφή συγκινησιακής φόρτισης μιας ψυχής πριν το επέκεινα της ύλης.

Αυτό που θα ρέει πάντα σε όχθη ανεξερεύνητης ακτής όταν η σιγή θα γλιστράει στα ρείθρα των ονείρων για να ρίξει λευκό σεντόνι σ’ όλες τις μικρές καταστροφές που αποποιηθήκαμε και αποσιωπήσαμε, δικές μας και των άλλων, πόα εύθραυστη η αγάπη ούτως ή άλλως, αν την πότισες και μαράθηκε ταΐζεις αφανέρωτο πόνο αλλά τώρα ξέρεις τον τύπο των ήλων και μπορείς θαυμάσια να περιθάλψεις την ακατάσχετη αιμορραγία της μνήμης ως την οριστική της ίαση.

Προς τα πού κυλάει λοιπόν το ποτάμι, τι σημασία έχει, μεταξύ ουρανού και γης η πανσπερμία από φως και σκοτάδι κι η βροχή  πτυχώσεις  χιτώνα σε υποκριτή αρχαίας τραγωδίας, υποχθόνια θα μας ωθεί προς την ύβρη αφού θα μας υποψιάζει αναίτια για κάθαρση.

S.


Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

-Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Εγώ»


«Το κρανίο, η μυστική καρδιά

οι αόρατοι δρόμοι του αίματος,

οι υπόγειες στοές του Πρωτέα ύπνου,

σπλάχνα, αυχένας, σκελετός.

Είμαι όλα τούτα. Είναι απίστευτο

αλλά είμαι ακόμα κι η ανάμνηση ενός σπαθιού,

κι η μνήμη ενός ήλιου μοναχικού που βασιλεύει,

σκορπίζει και γίνεται χρυσαφένια σκιά, κι έπειτα χάνεται.

Είμαι κείνος που κοιτάει απ’ το λιμάνι τις πλώρες,

είμαι τα σπάνια βιβλία, οι σπάνιες

γκραβούρες με τη φθορά του χρόνου.

Είμαι εκείνος που φθονεί αυτούς που ‘χουν πεθάνει.

Το πιο παράξενο είναι να είμαι κάποιος που συνταιριάζει

λέξεις, σ’ ένα δωμάτιο κάποιου σπιτιού.»


Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

ΤΑ ΑΝΕΙΠΩΤΑ

εκείνα που δεν ειπώθηκαν
μας ακολουθούν σαν κατάρες
αδιαμφισβήτητη αλήθεια
οι λέξεις πολλές φορές αστοχούν
ή ο στόχος τους αχρηστεύεται ερήμην
της επιθυμίας μας ν’ ακουστούμε
ένα βέλος χωρίς προορισμό
ένα γράμμα χωρίς παραλήπτη
κι όμως το βάρος τους υπάρχει
μόνο και μόνο για να ξοδευτεί
στην εμβρυική μορφή του κόσμου
όταν κάποτε θα τελειώσουμε
με την αναμέτρηση της σπατάλης
δίχως ούτε μια σκιά προκατάληψης
εξαγνισμένοι από δήθεν και ίσως

S.

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

ΛΟΥΤΡΙΝΟ ΑΓΓΙΓΜΑ

Mια σκυφτή λούτρινη αρκούδα στα ανάκατα σεντόνια σου. Τεράστια για να χωράει την οπτική κάθε εν δυνάμει αγκαλιάς. Με τον τρόπο που της αρμόζει, με κάθε είδους δέρμα. Ευθύβολη, αυθόρμητη, ευρυγώνια, πολυεστιακή. Διέξοδος συναισθημάτων μέσω αθυρμάτων ή μη.
Πανταχού παρών ο παιδικός κόσμος του κόσμου. Μέχρι την τελευταία ικμάδα ζωής θα προηγείται η αίσθηση ή η μνήμη κάποιου τρυφερού αγγίγματος. Έξωθεν της πολλής συνάφειας των πολλών. Άνευ επιτήδευσης και ευτέλειας. Κάπου, κάποτε
και ξανά θα επιστρέφει για να επιστρέφουμε…


S.

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

ΑΠΩΛΕΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΡΙΑ

Δεν μετρηθήκαμε αλλά κανείς δεν έλειπε. Ήταν εκεί όλοι, παρόντες άπαντες, όμως στο απουσιολόγιο καταγράφηκε μόνο ο απολεσθείς. Έτσι γίνεται πάντα όσο κι αν είθισται να συμπαριστάμεθα στους οικείους, εκείνοι δεν παίρνουν απουσία. Κι αυτός που λείπει δεν έχει συναίσθηση της απουσίας του. Άρα πόνος δεν υφίσταται. Εκτός από την προβολή του σε σκηνή προσεχώς, οικείου μέλλοντος.
Ζώντες και τεθνεώτες λοιπόν, τα γνωστά, χους ην και εις χουν απελεύσει. Τα πρόσωπα λιγότερο ή περισσότερο αναγνωρίσιμα. Οι στρώσεις του χρόνου ραμμένες με διπλό γαζί είχαν κεντήσει πάνω τους την πιο κυρίαρχη ψυχική έκφραση.
Σ' όλα όμως εμπλεκόταν η απορία. Απορία με κούραση, απορία με φόβο, απορία με παραίτηση, απορία με μια δυο δόσεις ζαμανφουτισμού, απορία με αινιγματικά ή όλως διόλου χαζά χαμόγελα. Η απορία εντέλει, ίσως ο μοναδικός αδιαφιλονίκητος μάρτυρας ότι ζήσαμε και πεθάναμε. Για να λέμε. Για να σωπαίνουμε. Για να έχουν σε κάτι να απαντήσουν οι επόμενοι. Ακόμα κι αν δεν μπορέσουν, που είναι μαθηματικά βέβαιο πως όχι. Ε, και λοιπόν;


S.

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

ΔΙΑΡΚΗ ΤΑΞΙΔΙΑ

Nα μην σ΄ακολουθεί κανένας τόπος. Μόνο η ανεξερεύνητη εκδοχή όλων των ταξιδιών που κάποτε σε στοίχειωναν, σαν ανεκπλήρωτος έρωτας. Αυτών που δεν έκανες έτσι όπως είθισται να γίνονται. Ου τόπος, εύθραυστος ακόμη και για τους πλέον ασθενείς ανέμους του πνεύματος.
Η παντός καιρού φαντασίωση, αρκεί τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα να χάνουν πότε πότε την ταυτότητά τους. Μικρές καθημερινές αποδομήσεις της (αληθώς και ψευδώς 
ειπείν) υλικής υπόστασης. Για λίγη περισσότερη εξοικείωση με τον αφανισμό  πριν την αναμενόμενη γέννηση.
Μια μικρή βαλίτσα με τα άκρως απαραίτητα λοιπόν:
Στο ράφι της βιβλιοθήκης, σε μια γωνιά της κρεβατοκάμαρας, σ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο, σ΄ ένα διάλειμμα σιωπής, σε μια απουσία που ξεχάστηκε ανάμεσα σ’ άλλα απολεσθέντα.

Ούτως ή άλλως όλα τα ψέματα, όλες οι λύπες, όλες οι αναπάντεχες χαρές κρατούν μυστικά στα χέρια τους τα ναύλα μας. 

S.

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

ΑΔΟΛΑ

Yπήρξαν κι εκείνοι που έζησαν πλήρεις, ευτυχείς μονάδες με την 
αναντικατάστατη συντροφικότητα των λέξεων, αυτοκαθοριζόμενοι παρίες μόνο για τα συμπαρομαρτούντα των ανούσιων της καθημερινότας. Μεθοδικοί μελετητές του θαύματος με αλλότρια μάτια αλλά με την ψυχή τους ολάκερη.
Γι’ αυτό σου υποβάλω τα σέβη μου κι αποχωρώ. Κρατάς στο μαυσωλείο-μουσείο σου ακρωτηριασμένα τα μέλη του πάθους, κλοπιμαία ποιητικά σπαράγματα και αντίκες που πλησιάζουν επικίνδυνα έναν αιώνα προσωπικής αυταπάτης.
Επιμένω στην άδολη τέχνη του λόγου για να έχω λόγο ύπαρξης δεδομένου ότι τα θηράματα έχουν την ίδια ατυχή τύχη με τα τρόπαια. Ενώ κάποιοι τα θαυμάζουν στην ουσία ανήκουν στον μακρύ κατάλογο των μακάβριων- μάταιων απολογισμών.
Ουδεμία η χρηστικότητα της ποίησης λοιπόν για τους κυνηγούς ωραίων και ελκυστικών στιγμών και για σημαιοφόρους που κρατούν την καταξίωση πιο σφιχτά απ’ το μακρύ κοντάρι τους.
Εξακολουθώ να συνομιλώ ήσυχα με τις σελίδες μου. Στα δάση τους φύεται ο ανιχνευτικός, μοναχικός δρόμος μου. Ίσως γιατί δεν υπήρξα ποτέ θηρευτής τους.


S.

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ ΕΚΕΙΝΗ

Εν αρχή ην εκείνη.
Εκείνη κι εσύ άμορφος.
Σχηματίζεσαι μέσα της.
Δυσδιάκριτη η φωνή της. 
Υπόγειος ήχος, παφλασμοί λέξεων.
Την ακούς, ελάχιστος, προστατευμένος. 
Κύημα της ίδιας αρχέγονης μήτρας.

Γεννιέσαι.
Ώρα εξόδου ή εισόδου
στα αποσιωπητικά της ροής.
Σου μιλάει.
Σχηματοποιείται η εικόνα της.
Δε χωράς πια στη χούφτα της.
Σε μεγαλώνει, μεγαλώνεις και μεγαλώνει.

Εξακολουθεί να σου μιλάει διαρκώς.
Παρούσα ή απούσα τα λόγια της
φτάνουν ξεκάθαρα πια στ’ αυτιά σου.
Έχουν ήδη καταγραφεί 
αλλά θα το μάθεις πολύ αργότερα.
Ψηλώνεις κι εκείνη μαζί σου
από λαχτάρα και περηφάνια.
Ακόμα και τις στιγμές
που δε λαχταράς τίποτα
ή νιώθεις ταπεινωμένος.

Πιάνεις πολύ χώρο πια.
Ίσως όχι στις ζωές των άλλων.
Αλλά σίγουρα στη δική της.
Τα λόγια της και οι σιωπές της
μιλούν ακατάπαυστα.
Όμως αρχίζει να μικραίνει τώρα.
Σαν να  απομακρύνεται.
Δε σ’ εγκαταλείπει 
μα η παρουσία της ξεθωριάζει.
Γίνεται ξανά αθέατη.
Μετά από καιρό
ίσα ίσα χωράει στη χούφτα σου.
Μεγάλωσες πολύ τώρα.

S.

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

ΠΟΥ ΠΗΓΕ Η ΕΥΓΕΝΕΙΑ ΠΟΥ ΧΑΣΑΜΕ;

Ευγένεια. Το επίσημο, ανεκτίμητο ένδυμα της ψυχής. Ανίδεο ή όχι από πληθυντικούς, χαιρετούρες,
έτσι όπως ορίζει το savoir vivre των καλών τρόπων και η ευθυτενής στάση του σώματος, πηγάζει από το βλέμμα και την καθαρότητα της εκπομπής του. Άγεται και φέρεται ως όχημα όσων αντιλαμβάνονται τις πιο λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της φύσης των πραγμάτων, ανεπιτήδευτο και προσηνές, αμέτοχο συμφερόντων και εγωκεντρικότητας.
Ολότελα διαφορετικού σχήματος μοτίβο από το σκότεινο κι άραχνο τρίγωνο του ναρκισσισμού, του μακιαβελισμού και της ψυχοπάθειας.
Συναντάται ενίοτε σε έναν αμόρφωτο βοσκό, σε έναν μεροκαματιάρη εργάτη ή σε έναν καθηγητή Πανεπιστημίου με μεταπτυχιακά, ντοκτορά και τίτλους. Δεν έχει σημασία η μορφωτική βαθμίδα ούτε οι σπουδές. Ή υπάρχει έμφυτο γιατί έχει αποτυπωθεί ερήμην στο γονιδιακό προφίλ του εκάστοτε ή το αποκτάς γιατί το θεωρείς αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητάς σου.
Σπάνιο κι άρα δυσδιάκριτο πλέον στις εποχές που ζούμε. Εκτελεσμένο στα τρία μέτρα αν παρατηρήσουμε τη συμπεριφορά των οδηγών στο δρόμο, τον τρόπο που απευθυνόμαστε στο σερβιτόρο για την παραγγελία μας, στον υπάλληλο όταν προσπαθεί να μας εξυπηρετήσει, στους γονείς μας, στους συντρόφους μας, στα παιδιά μας, στον οποιοδήποτε με τον οποίο τυγχάνει να λογοφέρουμε. Κι εκεί υπάρχει κώδικας δεοντολογίας, όπως παντού. Οφείλει να είναι μέρος της καθημερινότητας. Κι αν δεν είναι κάποιες φορές ας το ακολουθεί μια εγκάρδια και ταπεινή συγγνώμη.
Αλλά εις μάτην.
Ίσως φταίει η καθολική κρίση που βιώνουμε στο πετσί μας τόσα χρόνια για την απώλεια αυτού του πολύτιμου στοιχείου. Ίσως πάλι όχι.
Ο tembora,o mores! λέγεται ότι είπε κάποτε ο Κικέρωνας για την εποχή του, παντρεύοντας την ειρωνεία με το σαρκασμό.

S.

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

ΟΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ


Eξήγησε μια μια τη σημασία των ημερών 
της Μεγάλης Εβδομάδας στα παιδιά.
Δεν ειπώθηκε καμιά ερώτηση ούτε για το Μυστικό Δείπνο 
ούτε για την προσευχή στον κήπο της Γεθσημανής.
Όλα ήθελαν να μάθουν μέχρι την τελευταία ανατριχιαστική λεπτομέρεια για το βασανισμό και τα μαρτύρια. Τ’ αυτιά τους είχαν γίνει νυχτοπεταλούδες που όδευαν προς τις πυρακτωμένες λάμπες. Ακούγοντας να καούν. Φαίνεται η Σταύρωση είχε βαθύτερη σημασία απ’ την Ανάσταση. Και δεν είχαν ιδέα για κανένα απ’ τα δυο. 
Κάποια άλλα αλλού, εκπαίδευαν το πετσί τους στο μεγάλο σχολείο του πόνου. 
Αυτά δεν είχαν ερωτήσεις ούτε απορίες…


S.