Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

[ΠIO ΛΙΓΟΣ] Του Σταύρου Σταυρόπουλου

ΜΑΤΙΑ κενά, νεκρών ψαριών. Σαν κι αυτά που κρέμονται στις ταβέρνες. Άδεια από αίμα, θολά. Το πρόσωπό σου έχει το ίδιο χρώμα με τη βότκα. Σχεδόν κίτρινο. Σακατεμένη ώχρα, στυμμένο πορτοκαλί. Μυρίζει λεμόνι. Κι είναι τόσα πολλά πρόσωπα μαζί. Κρυμμένα το ένα μέσα στο άλλο, σαν τις ρώσικες κούκλες. Δεν ξέρεις ποτέ ποιό αντικρίζεις. Νομίζω πως ο χυμός του λεμονιού έπεσε ταυτόχρονα στο πρόσωπό σου και στο ποτήρι μου.

Υπάρχει φως. Που υπόσχεται να ντυθεί σκοτάδι. Αγωνίζομαι να βελτιώσω τα χρώματα. Αναρωτιέμαι ποιο απ’ όλα υπήρξε αληθινό.
Πάντα υπάρχει κάτι ανάμεσα σε σένα και τους άλλους. Μια σήτα, ένα παραβάν. Ένα δίχτυ. Ποτέ δεν μπορείς να φτάσεις απευθείας στον άλλον. Περνάς εμπόδια. Λίμνες στα στήπλ. Το τέρμα είναι ο καθρέφτης. Αν σπάσει, έσπασες. Ξαναγυρνάς στον εαυτό σου. Κάθε φορά πιο λίγος. Πιο πρώην. Βρέχει. Έχω κολλήσει το πρόσωπό μου σε ένα τζάμι. Ο κόσμος που περνάει απ’ έξω είναι θαμπός. Και από μέσα όμως, θαμπός είναι. Όπως και να τον δεις, θαμπός είναι. Όσο μεγαλώνεις, μικραίνεις. Αγαπάς για να ξαναζήσεις την παιδική σου ηλικία και αυτό σε γερνάει περισσότερο. Τα μάτια θαμπώνουν, αντί να θαμπώνονται.
Γιατί όταν δείχνεις αδυναμία ο άλλος τη χρησιμοποιεί ως δική του δύναμη; Μια Μερσεντές Μπενζ αγκομαχάει πίσω μου, στο κασετόφωνο η Joplin φτερνίζεται. Σε λίγο θα αρχίσει να βήχει. Ο δρόμος για το Λεωνίδιο περνάει απ’ τον Τυρό και είναι φιδωτός. Οι στροφές μοιάζουν με τεντωμένα τόξα. Στο βουνό ψηλά, έχουν φυτρώσει σπίτια. Λες και τα φύτεψε κάποιος στις πλαγιές του για να το προστατεύουν. Ο ουρανός βαρύς, σαν περισπωμένη. Είναι το καπέλο τους. Στην πλατεία του χωριού με περιμένει ο Ουράνης, πεθαμένος απ’ το 53. Έχω αργήσει 56 χρόνια, δείχνει απογοητευμένος. Η γραβάτα του είναι σκονισμένη. Το βλέμμα του, ραγισμένο. Γυρίζω όλα τα ρολόγια πίσω. Υπάρχει περισσότερο μέλλον στο παρελθόν, παρά στο παρόν. Φοβάμαι ότι στο μέλλον δεν θα υπάρχει καθόλου μέλλον. Με ρωτάει: «Θὲ νἄρθει τάχα μιὰν ἡμέρα, σὰν ἀπὸ τόπους μακρινοὺς, ἡ Ἄνοιξη ποὺ λαχταρᾶμε; Καὶ θὰ μᾶς εὕρει ζωντανούς;» (1). Δεν ξέρω τι να του απαντήσω, είναι πεθαμένος. Όπως εσύ.
Όπως όλοι.
(1) Κώστας Ουράνης, Κατοχή

ΠΗΓΗ: http://bibliotheque.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου