Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Η νουβέλα του Λ. Τολστόι

Η νουβέλα "Σονάτα του Κρόιτσερ" γράφτηκε από τον Λ. Τολστόι στη διετία 1887-1889 και εκδόθηκε το 1891.
Βασικό ρόλο στη συγγραφή αυτής της νουβέλας, έπαιξε σύμφωνα με μαρτυρία του ίδιου του Τολστόι, ένα "κωμικό ως προς τη γλώσσα του γράμμα, σημαντικό ως προς το περιεχόμενό του, το οποίο αφορούσε την καταπίεση των γυναικών από τις σεξουαλικές απαιτήσεις" μιας γυναίκας σλαβικής καταγωγής. Την ιδέα να δημιουργήσει μια πραγματική νουβέλα του την υπέβαλε φίλος του ηθοποιός, που του ανέφερε την ιστορία ενός συνταξιδιώτη του, μια ιστορία ερωτικής απιστίας της γυναίκας του. Αυτά συνέβησαν στα 1887. Ένα χρόνο αργότερα ταλαντούχοι μουσικοί ερμηνεύουν στη Γιάσναγια Πολιάνα τη σονάτα του Μπετόβεν και ο Τολστόι εντυπωσιάζεται. Προτείνει σε φίλους του ηθοποιό και ζωφράφο να εκφράσουν μέσα από την τέχνη τους την εντύπωση που τους προξένησε η μουσική, αλλά μόνο αυτός προχωρεί στη δημιουργία ενός έργου. Εδώ αναλύονται οι αντιλήψεις του συγγραφέα για τον σαρκικό έρωτα, τις δυσκολίες της έγγαμης ζωής και την ασυνεννοησία ανάμεσα στα δύο φύλα. Πρόκειται για ένα αριστούργημα και ένα δείγμα της σπουδαίας γραφής του ακολουθεί παρακάτω...


Από τη "Σονάτα του Κρόιτσερ"
του Λέοντος Τολστόι (1828 - 1910)
                                                    

…Μάλιστα, έτσι ήταν η κατάσταση λίγο καιρό πριν από το συμβάν.

»Ζούσαμε σαν να είχαμε κάνει ανακωχή και φαινόταν ότι δεν είχαμε λόγους να την παραβιάσουμε. Ξαφνικά, όμως άρχιζε, π.χ., η κουβέντα για ένα σκυλί που είχε πάρει μετάλλιο σε μια έκθεση, όπως έλεγα εγώ. Κι εκείνη έλεγε: «Όχι μετάλλιο, έπαινο». Και αμέσως άρχιζε λογομαχία. Ακολουθούσαν η μετάβαση από το ένα θέμα στο άλλο, τα παράπονα: «Ναι, αυτά είναι γνωστά από τα παλιά, πάντα έτσι είναι, αφού το είπες εσύ…» «Όχι, δεν το είπα εγώ». «Δηλαδή, λέω ψέματα!...» Και άρχιζα πάλι να νιώθω ότι είναι έτοιμος να ξεσπάσει ένας φοβερός καβγάς, από εκείνους που σε κάνουν να θέλεις ή να σκοτωθείς ή να σκοτώσεις τη γυναίκα σου. Ξέρεις ότι τώρα θ’ αρχίσει, και το φοβάσαι όπως ο διάολος το λιβάνι, και γι’ αυτό θέλεις να συγκρατηθείς· αλλά σε κυριεύει η κακία. Και εκείνη, όλο με τον ίδιο και με ακόμη χειρότερο τρόπο, να παρερμηνεύει κάθε μου λέξη δίνοντάς της άλλο νόημα, ενώ κάθε δικιά της λέξη να είναι ποτισμένη με φαρμάκι, και να με χτυπάει συνειδητά στα πιο ευαίσθητα σημεία μου. Όσο προχωράει το πράγμα να γίνεται όλο και χειρότερο. Να της φωνάζω «Σιωπή!» ή κάτι τέτοιο. Να πετάγεται εκείνη από το δωμάτιο και να τρέχει στο δωμάτιο των παιδιών. Να προσπαθώ να την κρατήσω για να τελειώσω τη φράση μου και να αποδείξω κάτι, και να την πιάνω από το χέρι. Να προσποιείται ότι την πόνεσα και να φωνάζει: «Παιδιά, ο πατέρας σας με δέρνει!» Να της φωνάζω: «Μη λες ψέματα!» «Δεν είναι η πρώτη φορά!» να φωνάζει εκείνη ή κάτι παρόμοιο. Τα παιδιά τρέχουν κοντά της. Τα καθησυχάζει. Της λέω: «Μην προσποιείσαι!» Απαντά: «Για σένα είναι προσποίηση. Μπορείς να σκοτώσεις άνθρωπο και μετά να λες ότι προσποιείται! Τώρα σε κατάλαβα. Αυτό θέλεις!» «Δεν μπορούσες να ψοφήσεις;» φωνάζω. Θυμάμαι τι φρίκη μού προξένησαν τα λόγια μου. Ποτέ δεν περίμενα ότι θα μπορούσα να πω τόσο φοβερά και χυδαία λόγια, και απορώ πώς τα ξεστόμισα. Της φωνάζω αυτά τα φοβερά λόγια και μετά τρέχω στο γραφείο μου, κάθομαι εκεί και καπνίζω. Την ακούω που βγαίνει στο χολ και ετοιμάζεται να φύγει. Τη ρωτάω για πού. Δεν απαντάει. «Και δεν πάει στο διάολο!» λέω στον εαυτό μου, επιστρέφω στο γραφείο μου, ξαπλώνω και καπνίζω. Μού έρχονται στο νου χιλιάδες σχέδια για το πώς να την εκδικηθώ και να γλιτώσω απ’ αυτήν ή για το πώς να επανορθώσω και να κάνω σαν να μη συνέβη τίποτε. Τα σκέφτομαι όλα αυτά και καπνίζω, καπνίζω, καπνίζω. Σκέφτομαι να φύγω μακριά, να κρυφτώ, να πάω στην Αμερική. Φτάνω στο σημείο να ονειροπολώ και να σκέφτομαι πώς θα γλυτώσω απ’ αυτήν και τι ωραία που θα είναι τότε, και πώς μετά θα βρω μια άλλη, ωραία γυναίκα, τελείως διαφορετική. Θα γλιτώσω απ’ αυτήν, είτε με το θάνατό της είτε με το διαζύγιο, και ψάχνω να βρω πώς θα τα καταφέρω. καταλαβαίνω ότι μπερδεύτηκα, ότι δε σκέφτομαι αυτό που πρέπει, αλλά για να μην καταλαβαίνω ότι δε σκέφτομαι αυτό που πρέπει, καπνίζω αδιάκοπα.

»Και η ζωή του σπιτιού συνεχίζεται…

(Μτφ. Όλεγ Τσυμπένκο, εκδ. "Ροές", 2005 / "Το Βήμα", 2010.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου