Κυριακή 14 Ιουλίου 2013

ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΑΣ;

7-7-2013
Γουγλάρω και διαβάζω με κόμπο στο στομάχι: Ξεπουλάνε και ακτές στις Κυκλάδες!, βλέπε «το
Ποντίκι». Ωστόσο, για ποιο λόγο σφίγγεται το υπογάστριο κι ο εγκέφαλος της κοιλιάς αντιδράει τόσο έντονα σε μια τέτοια προοπτική; Τι παραπάνω χάνουμε από αυτό που είναι ήδη χαμένο; Τι παραπάνω θα κάνουν αυτοί οι «ξένοι» που θα έρθουν να «αξιοποιήσουν» την υπέροχη πατρίδα μας, από εμάς τους ίδιους που από το 1960 και δώθε την αξιοποιήσαμε στο έπακρο; Τι μας πληγώνει; Η προοπτική της καταστροφής του τόπου μας ή το ότι νιώθουμε ότι ο τόπος αυτός δεν μας ανήκει;
Έχει σημασία να το ξεκαθαρίσουμε αυτό για να προχωρήσουμε στην εθνική μας αυτογνωσία.
Εγώ ενηλικιώθηκα στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Έφαγα την εθνικοπατριωτική αγωγή στο δημοτικό με τη σέσουλα. Την εποχή μου, μας μαθαίναν να απαγγέλλουμε ποιήματα, όπως αυτό, του Ιωάννη Πολέμη:

Τί εἶναι ἡ πατρίδα μας; Μὴν εἶν᾿ οἱ κάμποι;
Μὴν εἶναι τ᾿ ἄσπαρτα ψηλὰ βουνά;
Μὴν εἶναι ὁ ἥλιος της, ποὺ χρυσολάμπει;
Μὴν εἶναι τ᾿ ἄστρα της τὰ φωτεινά;
Μὴν εἶναι κάθε της ρηχὸ ἀκρογιάλι
καὶ κάθε χώρα της μὲ τὰ χωριά;
κάθε νησάκι της ποὺ ἀχνὰ προβάλλει,
κάθε της θάλασσα, κάθε στεριά;
Μὴν εἶναι τάχατε τὰ ἐρειπωμένα
ἀρχαία μνημεῖα της χρυσὴ στολή,
ποὺ ἡ τέχνη ἐφόρεσε καὶ τὸ καθένα
μία δόξα ἀθάνατη ἀντιλαλεῖ;
Ὅλα πατρίδα μας! Κι αὐτὰ κι ἐκεῖνα,
καὶ κάτι πού ῾χουμε μὲς τὴν καρδιὰ
καὶ λάμπει ἀθώρητο σὰν ἥλιου ἀχτίνα
καὶ κράζει μέσα μας: Ἐμπρὸς παιδιά!

Το κορόιδευα, μου φαινόταν παράταιρο το θάμβος του ποιητή και το καμάρι του για την υπέροχη πατρίδα τη γεμάτη υπέροχα ξερονήσια με πολιτικούς εξόριστους. Και τόσος στόμφος! Γιατί να θαυμάζει κανείς κάτι τόσο δεδομένο... Για ποιο λόγο να γράφει κανείς ποιήματα για κάτι τόσο αυτονόητο, όπως το φως, ο ήλιος, το ακρογιάλι κλπ... τη στιγμή που ακόμα ο αέρας μυρίζει αίμα;
Λίγο αργότερα ήρθε στη ζωή μου ο Παλαμάς (Η Φλογέρα του Βασιλιά, Λόγος Έβδομος):

Πρωί και λιοπερίχυτη και λιόκαλ’ είναι η μέρα,
κ’ η Αθήνα ζαφειρόπετρα στης γής το δαχτυλίδι.
Το φως παντού, κι όλο το φως, κι όλα το φως τα δείχνει
και στρογγυλά και σταλωμένα, κοίτα, δεν αφίνει
τίποτε θαμποχάραγο, να μην το ξεδιαλύνης                          5
όνειρο αν είναι, ή αν αχνός, ή αν είναι κρουστό κάτι.
Περήφανα και ταπεινά, κι όλα φαντάζουν ίδια.
Kαι της Πεντέλης η κορφή και τ’ αχαμνό σπερδούκλι,
κι ο λαμπρομέτωπος ναός και μια χλωμή ανεμώνη,
τα πάντα, όμοια βαραίνουνε στη ζυγαριά της πλάσης.        10
Kι όλα σιμά τα φέρνεις, φως, κι όλα το φως τα δείχνει
με μοίρα σαν ξεχωριστή. Tης Aίγινας ο κόρφος
ασπρογαλλιάζει ολόχυτος, λαμποκοπά• τον πάει
σιμά προς τους κυματιστούς και σα γραμμένους λόφους•
και το βαθύ ακροούρανο σημαδεμένο μόνο                        15
από το μαύρο ενός πουλιού και τ’ άσπρο ενού συγνέφου
τα πάει προς το βουνόπλαγο, και του βουνού τη ράχη
την πάει σιμά στο λιόφυτο του κάμπου, και τον κάμπο
τόνε σιμώνει στο γιαλό, και του γιαλού και οι βάρκες
στα σπιτικά κατώφλια ομπρός τραβάν κατά τη χώρα           20
ήσυχα για ν’ αράξουνε. Kι όλα το φως τα δείχνει
αεροφερμένα πιο κοντά σάμπως καημό να τόχη
να τα ορμηνέψη να πιαστούν κ’ ένα χορό να στήσουν,
όσο που τόνα στ’ αλλουνού την αγκαλιά να πέση.
Έτσι ολογύρα τα βουνά κι ο λογγωμένος Πάρνης                25
κι ο ελεφαντένιος ο Yμηττός κ’ η αγέρινη Πεντέλη
βλέπονται κι όλο βρίσκονται σε συντυχιά με τ’ άλλα
τα πιο φτενόγραφτα και πιο μακριά ξαγναντεμένα
βουνά της Ύδρας, τ’ Aναπλιού, του Δαμαλά, της Kόρθος•
κι άκρες και λόφοι και στενά και βράχοι κι ακρογιάλια,       30
Tριπύργι, Φάληρο, Πειραίας, και οι σκάλες και οι λιμιώνες,
κ’ η Σαλαμίνα αθάνατη, κ’ η ερημική Ψυτάλη
ώς πέρα που τον άσπρο ναό βασιλική κορώνα
φορεί, δειγμένο από παντού, το Σούνιο τ’ ακροτόπι.
K’ η αττικιά ακροθάλασσα, και ξεχωρίζει μέσα                   35
στην Άσπρη θάλασσα, και ζη στην αγκαλιά της μάννας,
ευγενικώτερη απ’ αυτή και σάμπως πιο γαλάζια.

Εδώ μπερδεύτηκα. Ήδη αρχές του ΄70 ζαφειρόπετρα δεν έβλεπα πουθενά. Δεν μπορούσα να φτιάξω εικόνα μιας πόλης που λάμπει σα ζαφείρι (εικόνα, που νοερά την απεκατέστησα πολλά χρόνια μετά μελετώντας την ιστορία του Εθνικού Κήπου και κοιτάζοντας με λαιμαργία γκραβούρες των τελών του 19ου αιώνα και αντίστοιχες φωτογραφίες. Επίσης ανεβαίνοντας στα Τουρκοβούνια και προσπαθώντας να συνταιριάξω τις εικόνες που είχα δει με την όψη του λεκανοπεδίου που είχα μπροστά μου).
Αυτό το ονομάζω βίωμα αποκοπής (που δυστυχώς δε θεραπεύεται μ’ ένα Paste). Η καταστροφή του αστικού, φυσικού, οικιστικού περιβάλλοντος οδηγεί σε μια προϊούσα αποσύνδεση των μελών της κοινωνίας από το γεω-πολιτισμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η κοινωνία αυτή έχει εξελιχθεί. Η ευαγγελιζόμενη «αξιοποίηση» και «ανάπτυξη» δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να αποκόψει ολοσχερώς σχεδόν (σε αυτό το σχεδόν είναι όλη η ελπίδα, θα το εξηγήσω παρακάτω) τους ανθρώπους της κοινότητας από το δίκτυο των πολιτισμικών δεσμών τους.
Στον τόπο, τον ιστορικό αστικό τόπο που μεγάλωσα εγώ, ο αέρας απέπνεε θυμό και φόβο. Είχε και πολύ φολκλόρ με τις ταινίες του Δαλιανίδη. Αλλά λάμψη του ζαφειριού πουθενά. Κι οι άνθρωποι του τόπου μου εκείνες τις εποχές έψαχναν το ζαφείρι στις αντιπαροχές, μπας και κάνουν το φόβο και το θυμό τους λίγο να σωπάσουν και να πορευτούν σε ένα ασφαλές μέλλον.
Και μετά ήρθε ο νέος αέρας της μεταπολίτευσης. Και η παρρησία του παπανδρεϊκού: «Η Ελλάδα ανήκει στους ΄Ελληνες!». Πόσο λαϊκό ενθουσιασμό ξεσήκωνε αυτό το σύνθημα. Πόσα οράματα ενός ανυπόμονου μέλλοντος! Και με την πολιτική βούλα εξαπλώθηκε παντού η επιδημία του «ανήκειν». Δεν ήταν πια μόνο οι ευνοημένοι πλουτοκράτορες που μπορούσαν να έχουν ασημένια κουτάλια και προνόμια. Όλος ο λαός μπορούσε. Και το απέδειξε! Ο λαός «ιδιοκτήτης», με τη «βοήθεια» πολλών γνωριμιών, αλλά και δανείων αργότερα από τις ευγενικές τράπεζες, και επιχορηγήσεων, ο νεοέλλην όψιμος αστός, αλλά και ο ξύπνιος αγρότης, κι ο γραφικος νησιώτης, κι ο ανερχόμενος επιστήμων, τον τόπο του έφερε στο μπόι του, τον σάρωσε, τον εκμαύλισε, τον κατέστρεψε, τον «αξιοποίησε» και τον «ανάπτυξε» με τις ευλογίες των κομμάτων της εκάστοτε εξουσίας.
Τώρα αυτή η πλάνη οδηγείται σε ένα τέλος, το παιχνίδι πια θα παιχτεί με άλλους όρους ανάπτυξης και με άλλους κανόνες ιδιοκτητών. Για μένα το ζητούμενο είναι να εκλείψει η πλάνη ότι η Ελλάδα ΜΑΣ ανήκει. Είναι η ίδια πλάνη της εθνικής υπερηφάνειας για τους αρχαίους ημών προγόνους και για την αρχαιοπρέπεια του ελληνικού αίματος. Δεν κομίζω γλαύκας στην Αθήνα όταν υποστηρίζω ότι δεν ανήκει η Ελλάδα στους Έλληνες, οι Έλληνες ανήκουν στην Ελλάδα, ως φανέρωση πολιτισμική του γεωφυσικού και γεωπολιτικού χωροχρόνου της. Είναι καιρός πια η ωφελιμιστική πασοκική πλάνη να εκλείψει. Αυτό όμως για να γίνει κατανοητό πρέπει να εφεύρουμε μια νέα φιλοπατρία, χωρίς λαϊκισμό και χωρίς αρχαιολαγνεία, μια από την αρχή αγάπη και σεβασμό για την ελληνική γη και τον πολιτισμό, που αφεαυτής εκπέμπει, και μια μαχητικότητα στην υπεράσπιση του τόπου και του τοπίου, γιατί μέσα σ’ αυτόν ζουν όλοι, εργαζόμενοι και άνεργοι. Για το ότι αυτό δεν έχει γίνει ακόμα, και η ακροδεξιά έχει αναλάβει να ράβει το της φιλοπατρίας πατρόν, έχει κατά τη γνώμη μου τεράστιες ευθύνες η αριστερά. Επί τριάντα τόσα χρόνια όποιος «προοδευτικός» τολμούσε να αρθώσει «πατριωτικό» λόγο, έτρωγε τη ρετσινιά του εθνικιστή. Ή του γραφικού.
Επανασύνδεση λοιπόν. Με τον τόπο, με την ιστορία του, με την προσωπική και οικογενειακή βιογραφία μας. Όσο και για όσο δεν είναι αργά... Να βρεθεί για το λαό, για τους εργαζόμενους, για τους ανέργους, για όλους αυτό που πάντα οι ποιητές το βρίσκουν πρώτοι και καλύτεροι:

«Την άνοιξη δεν τη βρήκα τόσο στους αγρούς ή, έστω, σ’ έναν Botticelli όσο σε μια μικρή Βαϊφόρο κόκκινη. Έτσι και μια μέρα, τη θάλασσα την ένιωσα κοιτάζοντας μια κεφαλή Διός».
(Ο. Ελύτης, Μικρός Ναυτίλος)

Ιδού και το μικρό ζαφείρι, το μόνο που εγώ προσωπικά έχω βρει τα τελευταία χρόνια, μέσα σ’ ένα μικρό σύκο:
Παραμονές 25 Μαρτίου, με τα παιδιά στο σχολείο ετοιμάζουμε τη γιορτή.
Διαβάζω:
«Όπου υπάρχουν συκιές υπάρχει Ελλάδα» (Μικρός Ναυτίλος).
Ρωτάω:
Τι θέλει να μας πει εδώ ο ποιητής;
Απάντηση μία (πρωτάκι):
• Εμένα, κυρία, η μαμά μου φτιάχνει με τα σύκα μας απ’ το χωριό μαρμελάδα σύκο
Απάντηση δύο (επίσης πρωτάκι):
• Κυρία, οι συκιές φυτρώνουν στις πέτρες...

1 σχόλιο:

  1. Ακριβώς με τον ίδιο τίτλο έχει κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις "Αλεξάνδρεια" ένας τόμος 539 σελίδων.
    Στο συλλογικό αυτό τόμο κοινωνιολόγων, ψυχολόγων και ιστορικών από τα πανεπιστήμια Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Θράκης, περιέχονται τα δεδομένα και οι αναλύσεις από δύο συλλογικές έρευνες: μια ανάλυση δείγματος σχολικών εγχειριδίων ιστορίας, γεωγραφίας και γλώσσας και μια έρευνα σε αντιπροσωπευτικό δείγμα εκπαιδευτικών της Α/βάθμιας εκπαίδευσης, με αντικείμενο την εικόνα και την αξιολόγηση του ελληνικού έθνους και των άλλων εθνών.
    Οι έρευνες αυτές έδειξαν ότι τα σχολικά βιβλία περιγράφουν τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά των Ελλήνων ίδια και αναλλοίωτα από την αρχαιότητα που την προβάλλουν ως κυρίαρχη αξία και συστατικό της υπεροχής του ελληνικού έθνους, ενώ παράλληλα παρουσιάζουν το κοινωνικό και πολιτισμικό παρόν αρνητικά. Συγχρόνως παρουσιάζουν έμμεσα ή άμεσα αρνητικά όλα τα άλλα έθνη.
    Αποτέλεσμα των δύο είναι ότι ο «ελληνισμός» παρουσιάζεται να έχει πολιτισμική υπεροχή σε σχέση με άλλα έθνη, με την αιτιολογία ότι διατήρησε αναλλοίωτα τα πολιτισμικά του χαρακτηριστικά από την αρχαιότητα, χωρίς ποτέ να έχει δεχθεί επιδράσεις από κανέναν άλλο πολιτισμό. Η αντίληψη αυτή διαμορφώνει μια αμυντική διάσταση της εθνικής ταυτότητας, με αποτέλεσμα η εξιδανίκευση του παρελθόντος να συνδυάζεται με αμηχανία απέναντι στο παρόν και φόβο για το μέλλον.
    Το σημαντικότερο συμπέρασμα των εργασιών που περιέχονται σ' αυτό το βιβλίο είναι ότι η εθνική ταυτότητα που καλλιεργεί ο εκπαιδευτικός θεσμός σήμερα είναι εύθραυστη και αντιφατική, «ανάδελφη» και υποτιμημένη, απειλημένη από παντού και σε διαδικασία παρακμής.

    ΑπάντησηΔιαγραφή