Σάββατο, 6 Ιουλίου 2013

ΤΑ ΤΡΙΑ ''ΤΖ''

Έσκασε μύτη στην αυλή μου, αρχές καλοκαιριού.
Μισοκρυμμένος πίσω απ' την τσιμεντένια κολόνα της σκάλας του πάνω ορόφου.
Κοιτούσε ανιχνευτικά και φοβισμένα. Βολιδοσκοπούσε.
''Να πλησιάσω ή να φύγω;'' Επέλεξε το δεύτερο.
Ίσα που πρόλαβα να τον κοιτάξω και φώναξα αμέσως την κόρη μου:
-Βγες έξω, βγες να δεις.
Το κρυφτούλι συνεχίστηκε. Πίσω απ' τη ραγισμένη πήλινη γλάστρα, απ' το τούβλο, μέσα στις τριανταφυλλιές. Μισό κεφάλι, ενάμισι μάτι, κάτι λίγο από μουσούδα.
Ούτε τα ''ψι ψι ψι'' 'εκαναν τίποτα ούτε τα αλαφροπατήματα για να τον αιφνιδιάσουμε.
Μπουχός το ζωντανό...
Πέρασε καμιά βδομάδα. Φαινόταν ότι άρχιζε να μας συνηθίζει. Ο χρόνος έκανε αργά αλλά σταθερά τη δουλειά του. Ώσπου η μικρή μου -πιο γρήγορη και πιο επιδέξια- τον γράπωσε μια μέρα. Μόνο για λίγο όμως. Κάποια δευτερόλεπτα πριν αρχίσει τις αγριάδες και τις γρατζουνιές.
Μέρες μετά έγινε το θαύμα. Η κόρη μου τον ξανάπιασε και τον ξάπλωσε στα χέρια της.
Ήταν η σειρά της να με φωνάξει τώρα:
-Μαμά, έλα να δεις. Αυτός είναι ο Τζίντζερ.
Τα βαφτίσια είχαν λάβει χώρα.
Είχε αφεθεί εντελώς στην αγκαλιά και στα χάδια της. Με τεντωμένο το σβέρκο και γαληνεμένα τα μάτια φαινόταν απόλυτα ευτυχισμένος. Τότε μπόρεσα να δω το βλέμμα του.Το πιο διάφανο γαλάζιο βλέμμα που είχα δει ως τότε. Άσπρος, με ελάχιστες πορτοκαλί πινελιές στα πόδια, θα 'ταν δε θα 'ταν τριών μηνών.
Η μάνα του ήταν εξαρχής μόνιμος κάτοικος της αυλής μου από τότε που πρωτόρθα εδώ.Το σπίτι της ήταν το τριχωτό χαλάκι της πόρτας μου. Θυμάμαι τα γέλια που έκανα όταν ένα φίλος που ήρθε να μ' επισκεφτεί και τη βρήκε απ' έξω μου είπε:
-Πολύ ωραίο το χαλάκι σου; Μαζί το διαλέξατε;
Με συντρόφευε μέρες και νύχτες, σπανίως έλειπε. Την τάιζα και της μιλούσα όποτε είχα κάτι να της πω ενώ ολόγυρα με στοίχειωνε μόνο το βουητό της θάλασσας, ο κρύος πελαγίσιος αέρας κι ένα πηχτό-κρούστα σκοτάδι, αδιαπέραστο.
Η κόρη μου τη βάφτισε Τζίνα πριν ακόμα γίνει μητέρα.
Όμως η εγκυμοσύνη της πέρασε σχεδόν απαρατήρητη από μένα. Υποχρεώσεις, έννοιες, αφηρημάδα.
Δεν της έδωσα τη σημασία που θα 'πρεπε. Ίσως γι' αυτό άργησε να μου παρουσιάσει τα παιδιά της.
Γιατί είχε δύο: Εκτός απ' το γαλανομάτη της κι άλλο ένα με πράσινα βαλτώδη μάτια.
Φυσικά η μικρή μου αφού σήκωσε τα μικρά ψηλά και τα εξέτασε με προσήλωση και σοβαρότητα, με πληροφόρησε για το φύλο τους.
-Ένα αρσενικό και ένα θηλυκό.
Έκανε και τα επόμενα βαφτίσια την ίδια ώρα.
-Το θηλυκό θα το πούμε  Άντζελα.
Έτσι καθιερώθηκε η γατίσια μητριαρχία στην αυλή μου, η γενιά απ' την ανάποδη αλλά μην ξεχνάτε ότι στις  πρώτες ανθρώπινες κοινότητες το θηλυκό ήταν κυρίαρχο.
'Οσο για τον πατέρα, μπαινόβγαιναν διάφοροι αλλά ένας πορτοκαλής με κεφάλι σαν καρπούζι και υπναλέα έκφραση μου φάνηκε ο πιθανότερος.
Όπως κι αν είναι ο Τζίντζερ μου ξεχωρίζει. Είναι το γατίσιο έργο τέχνης στην αυλή μου. Ένα αθόρυβο, τετράποδο αριστούργημα.
-Πολύ τζ-αμάτος, όπως θα 'λεγε κι η κόρη μου...

1 σχόλιο:

  1. Τι όμορφο διηγηματάκι!
    Κι αυτό αποτέλεσμα δημιουργικής γραφής;
    Τι έγινε, τελικά ο γαλανομάτης ο Τζίντζερ; Ομορφαίνει ακόμα με την παρουσία του την αυλή σου;

    ΑπάντησηΔιαγραφή