Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ ΜΕ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΠΟΝΖΑΪ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ

Γι­ῶρ­γος Πα­να­γι­ω­τί­δης

Ση­μει­ώ­μα­τα στὸ Θα­νά­ση

04-KappaΥΡΙΕ ΘΑΝΑΣΗ, σᾶς ἀ­να­ζή­τη­σα ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να. Ἔ­χε­τε φρά­ξει τὴν εἴ­σο­δο τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας μὲ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πα­λιὰ πράγ­μα­τα. Ἂν με­τα­κο­μί­ζε­τε, νὰ τὸ κά­νε­τε γρή­γο­ρα. Ἂν κά­να­τε ἀ­να­καί­νι­ση, κα­νο­νί­στε νὰ φύ­γουν ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο τὰ πα­λιὰ πράγ­μα­τά σας. Εἰ­δάλ­λως θὰ ἀ­ναγ­κα­στῶ νὰ σᾶς κά­νω ἀ­γω­γή.

Ἡ δι­α­χει­ρί­στρια


Θα­νά­ση μου, ἦρ­θα ὣς ἐ­δῶ καὶ δὲν σὲ βρῆ­κα παι­δί μου. Τὸ κι­νη­τό σου εἶ­ναι ἀ­πε­νερ­γο­ποι­η­μέ­νο ἐ­δῶ καὶ δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες. Ξέ­ρεις πὼς εἶ­μαι με­γά­λη γυ­ναί­κα. Παι­δί μου, ἂν δὲν θὲς νὰ πά­ω ἀ­πὸ καρ­διά, τη­λε­φώ­νη­σέ μου τὸ γρη­γο­ρό­τε­ρο.

Μα­μά


Ρὲ μα­λά­κα, Θα­νά­ση, ποῦ εἶ­σαι; Ἢ θὰ πά­ρεις τὸ σκύ­λο σου ὣς αὔ­ριο ἢ θὰ τὸν πά­ω στὴ φι­λο­ζω­ϊ­κή. Τρεῖς μέ­ρες μοῦ εἶ­πες.

Νί­κος


Ἀ­γά­πη μου, τρί­α χρό­νια! Ἀ­πί­στευ­το! Ὅ­ταν σὲ γνώ­ρι­σα, φο­βό­μουν πὼς θὰ μ’ ἄ­φη­νες σὲ κα­νέ­να ἑ­ξά­μη­νο. Οἱ φί­λες μου, ἔ­λε­γαν νὰ προ­σέ­χω, για­τὶ ἄν­θρω­πος τῆς νύ­χτας δὲν ἔ­χει μπέ­σα. Μὰ ἐ­σύ, μω­ρά­κι μου, ἐ­σὺ εἶ­σαι καλ­λι­τέ­χνης. Εἶ­σαι ὁ τρα­γου­δι­στής μου! Μὴ μ’ ἀ­φή­νεις, Θα­να­σά­κο μου, στὸ σκο­τά­δι. Ποῦ εἶ­σαι; Τί νὰ κά­νω; Νὰ τολ­μή­σω νὰ πά­ρω τὴ μα­μά σου; Σὲ φι­λῶ γλυ­κά.

Ἡ Μα­ρί­α σου


Θα­νά­ση, δυ­στυ­χῶς δὲν ἔ­χω τὰ χρή­μα­τα. Δὲν ξέ­ρω, ρὲ φί­λε, ποῦ χά­θη­κες. Νὰ τὸ ξέ­ρεις μοῦ τὰ πῆ­ρε ὅ­λα ἡ τρά­πε­ζα. Χαν­τα­κώ­θη­κα. Θὰ φύ­γω γιὰ τὴν Ἀρ­γεν­τι­νή. Ἔ­χω μιὰ θεί­α ἐ­κεῖ. Θὰ φτια­χτῶ καὶ θὰ σὲ πλη­ρώ­σω. Τὸ μα­γα­ζὶ μοῦ τὸ πή­ρα­νε. Μὴ μὲ ἀ­να­ζη­τή­σεις ἐ­κεῖ.

Νό­της


Ἔ­χω νὰ σὲ δῶ ἀ­π’ τὴ μέ­ρα ποὺ ἔ­κλει­σε τὸ μα­γα­ζὶ ποὺ τρα­γού­δα­γες. Για­τί Θα­νά­ση; Ἐ­σὺ μοῦ ἔ­λε­γες πὼς θὰ τὰ πεῖς ὅ­λα στὴ Μα­ρί­α καὶ πὼς θὰ χω­ρί­σεις καὶ πὼς θὰ ζού­σα­με μα­ζί. Δὲν τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις πὼς εἴ­μα­στε πλα­σμέ­νοι ὁ ἕ­νας γιὰ τὸν ἄλ­λο; Θα­νά­ση μὴ φέ­ρε­σαι σὰν παι­δί. Σὲ πε­ρι­μέ­νω πάν­τα.

Γιά­ννα


Κύ­ρι­ε Ἀ­θα­νά­σι­ε Ἀ­θα­να­σιά­δη, εἴ­χα­με συμ­φω­νή­σει στὸ πάρ­τι τῶν γε­νε­θλί­ων μου θὰ τρα­γου­δού­σα­τε τρί­α τέ­ταρ­τα καὶ θὰ κλεί­να­τε μὲ ἕ­να στρὶπ σό­ου. Δὲν μὲ νοιά­ζει ποὺ δὲν ἐμ­φα­νι­στή­κα­τε. Μὲ νοιά­ζει ποὺ ἐ­ξα­φα­νι­στή­κα­τε μὲ τὴν προ­κα­τα­βο­λὴ τῶν 500 εὐ­ρώ. Ἂν νο­μί­ζε­τε θὰ μοῦ φᾶ­τε αὐ­τὰ τὰ λε­φτά, πλα­νά­στε πλά­νη οἰ­κτρά! Ὁ ἄν­τρας μου εἶ­ναι ἔ­ξαλ­λος!

Κα Ζω­ζὼ Μωϋ­σιά­δου


Ποῦ ’­σαι, ρὲ Θα­νά­ση; Κο­νό­μη­σα ἕ­να κάμ­πριο αὐ­το­κι­νη­τά­κι. Ὅ,­τι πρέ­πει γιὰ τὴν πάρ­τη σου. Ἀ­πὸ Βουλ­γα­ρί­α. Κά­νε γρή­γο­ρα, για­τὶ θὰ μοῦ τὸ πά­ρει κα­νέ­νας ἄλ­λος. Εἶ­ναι πε­ρί­πτω­ση, δι­κέ μου. Ξύ­πνα! Τὸ σα­ρα­βα­λά­κι σου εἶ­ναι γιὰ πα­λι­ο­σί­δε­ρα. Δὲν θὰ νοι­ά­ζο­μαι ἐ­γὼ γιὰ σέ­να πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ σέ­να στὴν τε­λι­κή!

Μα­νώ­λης


Μω­ρέ, μοῦ λεί­πεις! Ἐν­τά­ξει τὸ ξέ­ρω, δὲν ἔ­χεις ξα­να­πά­ει μὲ ἄν­τρα, ἀλ­λὰ μα­ζί μου ἤ­σουν θε­ός. Δὲν μπο­ρῶ νὰ σὲ ξε­χά­σω! Ἔ­χεις σφη­νώ­σει στὴ σκέ­ψη μου, στὶς μέ­ρες καὶ στὶς νύ­χτες μου. Πό­τε νὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω;

Στέ­λιος


Ἄν­τε νὰ χα­θεῖς, ρέ ξεφ­τί­λα! Τὸ σκύ­λο σου τὸν πα­ρέ­δω­σα στὴ φι­λο­ζω­ι­κή! Ἔ­τσι γιὰ νὰ μά­θεις νὰ ἐκ­με­ταλ­λεύ­ε­σαι τοὺς φί­λους! Καὶ νὰ μὴ σὲ ξα­να­δῶ μπρο­στά μου! Οὔ­στ!

Νί­κος


Θα­να­σά­κη μου, ἡ μα­νού­λα εἶ­μαι. Φο­βᾶ­μαι, παι­δί μου. Αὔ­ριο θὰ μπῶ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Γιὰ ’­κεί­νη τὴ λι­πο­α­ναρ­ρό­φη­ση. Δὲν θὰ ἔρ­θεις; Ἂχ, βρὲ παι­δί μου, πά­λι θὰ μ’ ἀ­φή­σεις μό­νη μου τὴ δύ­σκο­λη ὥ­ρα!

Μα­μὰ


Κύ­ρι­ε Θα­νά­ση, ἡ πο­λυ­κα­τοι­κί­α ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ με­τα­φέ­ρει τὰ πράγ­μα­τά σας σὲ μιὰν ἀ­πο­θή­κη στὸ Αἰ­γά­λε­ω. Νὰ μὲ εὐ­γνω­μο­νεῖ­τε ποὺ γλι­τώ­σα­τε τὴν ἀ­γω­γή. Νὰ κα­θα­ρί­σε­τε ἄ­με­σα τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά σας, για­τὶ ἡ δυ­σω­δί­α ἔ­χει γί­νει ἀ­φό­ρη­τη. Τί ἔ­χε­τε κά­νει, κύ­ρι­ε Θα­νά­ση; Ἀ­φή­σα­τε τὸ σκύ­λο σας καὶ ψό­φη­σε τὸ κα­η­μέ­νο τὸ ζων­τα­νό; Θ’ ἀ­νοί­ξου­με τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα μὲ εἰ­σαγ­γε­λι­κὴ ἐν­το­λή.

Ἡ δι­α­χει­ρί­στρια


Κύ­ρι­ε Ἀ­θα­νά­σι­ε Ἀ­θα­να­σιά­δη, ξε­χά­στε αὐ­τὰ ποὺ σᾶς ἔ­γρα­ψα. Συμ­φώ­νη­σε κι ὁ ἄν­τρας μου, νὰ μᾶς κά­νε­τε ἐ­κεῖ­νο τὸ στρὶπ σό­ου τὴν ἡ­μέ­ρα τῶν γε­νε­θλί­ων του. Εὐ­και­ρί­α νὰ ἐ­πα­νορ­θώ­σε­τε. Ἀλ­λὰ μό­νο μὲ τὰ 500 εὐ­ρὼ τῆς προ­κα­τα­βο­λῆς. Οὔ­τε εὐ­ρὼ πα­ρα­πά­νω.

Κα Ζω­ζὼ Μω­ϋ­σιά­δου


Μᾶλ­λον δὲν θέ­λεις νὰ μὲ ξα­να­δεῖς. Νὰ τὸ ξέ­ρεις. Θ’ αὐ­το­κτο­νή­σω καὶ θὰ τὸ ἔ­χεις κρί­μα. Ὑ­πο­χω­ρῶ Θα­νά­ση μου. Θὰ μεί­νω αἰ­ω­νί­ως τὸ τρί­το πρό­σω­πο. Ἀ­δι­α­μαρ­τύ­ρη­τα. Ἦ­ταν λά­θος μου νὰ ἐ­πι­μέ­νω νὰ χω­ρί­σεις μὲ τὴ Μα­ρία. Τί ἄ­μυα­λη ποὺ ἤ­μουν!

Γιά­ννα


Θα­νά­ση, τε­λει­ώ­σα­με! Εἶ­σαι ἴ­διος μὲ ὅ­λους τους ἄλ­λους! Γα­ϊ­δού­ρι! Τί νο­μί­ζες πῶς εἶ­μαι; Ἡ Πη­νε­λό­πη; Θα­νά­ση, πῆ­γα μὲ ἄλ­λον! Νὰ μὲ ξε­γρά­ψεις! Ἡ Μα­ρί­α σου ἔ­χει πε­θά­νει. Δὲν ἔ­χεις μπέ­σα τε­λι­κά, ρὲ Θα­νά­ση! Σὲ λυ­πᾶ­μαι!

Μα­ρί­α


Ἂχ βρὲ ἀ­γο­ρά­κι μου, ἐγ­χει­ρι­σμέ­νη καὶ μ’ ἀ­ναγ­κά­ζεις νὰ ἔρ­χο­μαι ὣς ἐ­δῶ κου­κου­λω­μέ­νη γιὰ νὰ μὴ μὲ κα­τα­λα­βαί­νουν ποι­ά εἶ­μαι. Πο­νά­ει τὸ κω­λα­ρά­κι μου ἀ­π’ τὴ λι­πο­α­ναρ­ρό­φη­ση. Νὰ τὸ ξέ­ρεις. Δὲν θὰ ἔρ­θω ξα­νά. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά σου βρω­μά­ει! Μὲ πιά­νει λι­πο­θυ­μί­α μό­νο ποὺ πλη­σιά­ζω τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Σὲ φι­λῶ γλυ­κά.

Μα­μά


Σοῦ ὑ­πό­σχο­μαι ἄν­τρα μου πὼς θὰ κά­νω μιὰ ξε­γυ­ρι­σμέ­νη φα­σί­να στὸ σπί­τι σου μό­λις ἐ­πι­κοι­νω­νή­σεις μα­ζί μου. Μό­νο νὰ σὲ βλέ­πω καὶ τί στὸν κό­σμο. Συγ­γνώ­μη δη­λα­δή, δὲν τὸ λέ­ω γιὰ νὰ σὲ προ­σβά­λω, ἀλ­λὰ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά σου, βρω­μά­ει ψο­φί­μι.

Στέ­λιος  



ΠΗΓΗ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/Πλανόδιον/Ιστορίες Μπονζάι                                                                                                                    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου