Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

O,ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΘΑ ΜΕΙΝΕΙ

Η ζωή  σε μικρή επαρχιακή πόλη  διαμορφώνει αλλιώς τη σχέση σου και τις σχέσεις σου με ό,τι άφησες πίσω, με την πόλη που μεγάλωσες.
Λέω για τους μετοικήσαντες που βάσει επιλογής κι όχι ευκαιριακών, εργασιακών ή οικογενειακών συνθηκών και συνάμα  χωρίς να έχουν το πλεονέκτημα ή μειονέκτημα της καταγωγής, ριζώνουν επί μακρόν σ’ έναν τόπο.
Κι όσο πιο απομονωμένος ο τόπος, με μετρημένες τέσσερις πέντε εκατοντάδες ψυχές, τόσο πιο περίεργη κι αλλόκοτη η ρίζα. "Το ανήκειν" ούτως ή άλλως είναι από μόνο του ένα ζήτημα με πολλές διαφορετικές παραμέτρους και αποκλίσεις. Η προσέγγιση της καταγωγής σηκώνει πολύ νερό κι έχει a priori να αναμετρηθεί με την αντίληψη περί έθνους, παράδοσης, φατρίας, μόρφωσης, καλλιέργειας, είναι εν τέλει θέμα υψηλού ή χαμηλού πνευματικού επιπέδου.
Αυτό είναι η μια όψη του πράγματος και δεν είναι του παρόντος. Η άλλη έχει να κάνει με κάτι πιο βαθύ και προσωπικό. Αφορά την επικοινωνία και την εμπλοκή με τους άλλους, αυτούς με τους οποίους κάποτε έζησες πριν πάρεις το μεγάλο δρόμο ή με κάποιους που συνάντησες και με τον έναν ή τον άλλο τρόπο δέθηκες, ενώ τον είχες ήδη βαδίσει.
Εδώ το παιχνίδι παίζεται αλλιώς γιατί όποτε επιστρέφεις η επικοινωνία δια ζώσης είναι για λίγο κι αυτό το λίγο θέλεις να περιέχει μια γερή δόση εντιμότητας, γνησιότητας και αλήθειας.
Η απόσταση από πράγματα κι ανθρώπους με τους οποίους κάποτε έδωσες και πήρες έρωτα ή φιλία είναι άτιμο πράγμα. Κρίνεται και αποκαλύπτει με τη συνδρομή του χρόνου σημεία και τέρατα, θαύματα και τραύματα.
Για κάποιους ξέρεις ότι υπάρχεις -κι αντίστροφα για σένα αυτοί- ακόμα κι αν δε βρίσκεσαι δίπλα τους. Εξακολουθούν να μοιράζονται μαζί σου τη ζωή τους σαν να μην έφυγες ποτέ.
Τους βρίσκεις και σε βρίσκουν -η τεχνολογία σ' αυτό εξυπηρετεί-  κι όποτε έρχεσαι κοντά τους ανατρέπουν το πρόγραμμά τους ή τις υποχρεώσεις τους για να σε δουν, να τους δεις κι αυτό είναι δώρο ανεκτίμητο.
Άνθρωποι - φάροι, αναβοσβήνουν πότε πότε, όπως κι εσύ άλλωστε, αλλά δε σβήνουν ποτέ. Φτάνεις κοντά τους με αίθριο καιρό και χωρίς μποφώρ, γιατί φροντίζουν η θάλασσά τους να είναι ανοιχτή και οικεία για σένα.
Υπάρχουν βέβαια κι οι άλλοι. Αυτοί που θέλουν να εμφανίζονται σαν ακραία καιρικά φαινόμενα. Εκείνοι στους οποίους κάποτε έκανες κατάθεση ψυχής, -ας πρόσεχες- και τώρα είναι πανταχού απόντες. Όσοι επικοινωνούν με κάτι περίεργα τηλέφωνα μια στο τόσο σαν αναγνωριστικά αεροπλάνα που περνούν για λίγο πάνω απ’ το κεφάλι σου για να καταγράψουν τη θέση σου και να δώσουν το παρών της ισχύος και της σπουδαιότητάς τους. Που πάντα λένε ότι θέλουν να σε δουν, αλλά το πρόγραμμά τους είναι φουλ και δε θα το ανατρέψουν με τίποτα.
Ανατρέπεις λοιπόν εσύ το δικό σου για να χωρέσεις μια, δυο, τρεις φορές, στο  χρόνο τους, με τα δικά τους σταθμά και μέτρα, μέχρι που καταλαβαίνεις ξεκάθαρα πια ότι αυτό που σ’ έφερε κάποτε κοντά τους δεν υπάρχει, το τοπίο είναι παγωμένο και άνυδρο. Μόνο κάτι αστραποβολίδες βλέπεις πού και πού στον ορίζοντα κι ύστερα σκότος κι έρεβος.
Τότε, θέλοντας και μη, φτάνει η ώρα για το ξεκαθάρισμα. Σιωπηλά και γενναία. Με την ψυχή όρθια. Με πόνο ή χωρίς.
Τι σημασία έχει;
Η απόσταση τελικά είναι η πιο κοντινή διαδρομή για να μετρήσεις την αξία και το βάθος της ανθρώπινης καρδιάς.
Γιατί ό,τι είναι να μείνει θα μείνει…

Stavronia

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου