Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ


Κάνω σχεδόν πάντα την ίδια διαδρομή βγαίνοντας απ’ το σπίτι.
Ακολουθώ το στενό πλακόστρωτο σοκάκι, βγαίνω στον κεντρικό δρόμο κι ύστερα ανηφορίζω περνώντας τη μικρή εκκλησία προς την πάνω μεριά του χωριού. Λιγοστοί οικισμοί και πιο κάτω χωράφια, πεζούλια κι εγκαταλειμμένα μαντριά.
Ύστερα τα σπίτια χάνονται, ακούω μόνο τον ήχο απ’ τα βήματα και τα ρούχα μου,
το μακρινό παραμιλητό 
της θάλασσας, την ανάσα του αέρα ανάμεσα στις φυλλωσιές κι εκείνα τα περίεργα τριξίματα, συρσίματα από μικρές, αθέατες ζωές που γράφουν τη δική τους ξεχωριστή πορεία στο κορμί μιας απέραντης χωμάτινης πολιτείας.
Κάθε φορά σ’ αυτούς τους καθιερωμένους περιπάτους έχω την αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει, βλέπω, νιώθω και μυρίζω αναλόγως με τη διάθεση των εποχών και τη δική μου, τα ίδια πράγματα κι όμως υπάρχει μια υποψία βεβαιότητας μέσα μου ότι όλα έχουν μετακινηθεί, ότι συμβαίνει μια διαρκής μετοίκηση και αλλαγή στην κοινωνία των έμψυχων, ένας μικρόκοσμος που πεθαίνει και αναγεννιέται διαρκώς, μια συνέχεια που λαμβάνει χώρα χωρίς την παρουσία μου και ακριβώς εξαιτίας της έλλειψής της.
Όσο κι αν ακούγεται κοινότυπη και γνώριμη αυτή η διαπίστωση ωστόσο είναι εντελώς διαφορετικό να βιώνεις στο πετσί σου αυτές τις μεταμορφώσεις κι αλλιώς να τις ξέρεις απ’ τη θεωρητική τους πλευρά και τα διαβάσματά σου.
Κι εγώ ως παιδί της πόλης που εξακολουθώ να την κουβαλάω μέσα μου σαν χάδι και πληγή -δε βρίσκω τίποτα περισσότερο ποιητικό απ’ αυτές τις λέξεις του Γκάτσου στ’ Αστέρι του Βοριά- γιατί εκεί μεγάλωσα κι εκεί θα επιστρέψω κάποτε και όταν- κοινώνησα άλλης μορφής ζωή εδώ, πιο σκληρή, πιο αδυσώπητη, πιο καθαρή.
Είδα δέντρα χτυπημένα απ’ τη μανία της φύσης, γερτά και γκρίζα σαν ακατέργαστα γλυπτά, περίεργα είδη εντόμων, φίδια σε ερωτική συνεύρεση, κατσίκια σκαρφαλωμένα σε επικλινή, απόκρημνα βράχια, με τέτοια αξιοθαύμαστη ισορροπία να στέκονται στην κόψη τους, εκεί που δε στέκεται ούτε χαλίκι, νυφίτσες και σκαντζόχοιρους στο δικό τους αργό ρυθμό και τόσα άλλα πλάσματα σε μια διαρκή δίνη χορού ζωής και θανάτου.
Ναι, λέω στον εαυτό μου, στάθηκα τυχερή βάζοντας στις αποσκευές μου τέτοιες εικόνες, γεμάτες με τόση δύναμη και σοφία.
Όπως εκείνη που εμφανίστηκε μπροστά μου ένα συννεφιασμένο, φθινοπωρινό απόγευμα: Σε μια πλευρά του δρόμου ένας μικρός μαύρος λαγός, εντελώς ακίνητος, σαν υπνωτισμένος στεκόταν -χωρίς να πέφτει κανένα φως πάνω του- με το γυάλινο βλέμμα του σταθερό προς μια κατεύθυνση. Τον πλησίασα, σχεδόν τον άγγιξα, δε σάλεψε ούτε έδειξε κάποιο είδος ανησυχίας ή φόβου μέχρι που έκανα τη σκέψη μήπως δεν ήταν αληθινός αλλά λούτρινο παιχνίδι. Δεν ήταν, ήταν ένα ολοζώντανο πλάσμα χαμένο στο δικό του απροσπέλαστο σύμπαν.
Έμοιαζε σα να μου 'στελνε ένα βουβό μήνυμα, σα να μου ζητούσε μ’ αυτή την παγερή αδιαφορία του να τον αφήσω στην ησυχία και στην αυτοσυγκέντρωσή του.
Απομακρύνθηκα, γυρίζοντας κάθε τόσο το κεφάλι πίσω να δω μήπως κινήθηκε έστω και λίγο αλλά όχι, όσο ξεμάκραινα γινόταν μια αχνή σκούρα κηλίδα που ξεθώριαζε στο σούρουπο.
Αυθόρμητα μου 'ρθε στο νου εκείνο το συγκλονιστικό δίστιχο του Γκανά "Χρόνια που πέσαν πάνω μας σαν προβολείς / Μας ντουφεκίζουν έναν έναν σαστισμένους λαγούς" και τυλίχτηκα σε μια αναπάντεχη θλίψη για τα πριν και τα μετά τα δικά μου, γι’ αυτά που συμβαίνουν στην πατρίδα μου τώρα.
Μ’ αυτές τις σκέψεις επέστρεψα σπίτι, άλλος ένας σαστισμένος λαγός κι εγώ, στην ασφάλεια της φωλιάς του…


Stavronia

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου