Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΑΫΓΕΤΟ

Έστηνε η άνοιξη την προτομή μου σε μικρούς λόφους ειρήνης,
έλαμπε καθισμένο στο ραβδί μου ένα πουλί από φως
κ' έβρεχε ιριδισμούς στα πρόβατα το αιώνιο σέλας της αγάπης.

Μες στη σιωπή το θαλασσί φλοίσβιμα του αίματός μου
ανάδυνε τον ήχο τ' αδραχτιού της μητέρας μου
που ύφαινε των σταχυών το πράσινο και το λευκό μαλλί τ'
          αυγερινού.

Μικρός εωσφόρος του φωτός στου Ευρώτα τις ροδοδάφνες,
έπαιρνα δίπλα τα βουνά βρεγμένος από το φεγγάρι
με δυο άσπρους κρίνους στην καρδιά μ' εφτά σημαίες στα χείλη
κι απάνω από των γερακιών τις ατελεύτητες μοναξιές
επόπτευα το σύμπαν θησαυρίζοντας τοπία κι αλλοτινά φώτα
         στη μνήμη μου.

Ήταν τότε που ο ουρανός μού ανέμιζε την άπλα του,
πέρναγε πάνω απ' τα βουνά και με μεθούσε με το τίποτα΄
που τριγυρνούσα ανέμελος στον ήλιο και δεν ήξερα
τίποτα για τις απεργίες του Μεξικού, για το αίμα
που έβαψε τη σημαία τους κόκκινη, το άσπρο φτηνό πανί
που ήταν πιο αθώο κι από το βρεφικό ένδυμα του Χριστού.

Δεν ήξερα πως πάνω απ' του Ταϋγέτου τις οροσειρές
υπάρχουνε άλλα ψηλότερα βουνά:

Του Φεντερίκο Λόρκα τ' άλογο.

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ: Ο ΤΑΫΓΕΤΟΣ ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗ, 1949

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου