Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

''ΑΚΟΜΑ ΠΕΡΝΩ ΤΗΣ ΤΡΙΧΑΣ ΤΟ ΓΙΟΦΥΡΙ''....


…Στη ζωή μου ένα μονάχα άνθρωπο φοβήθηκα, τον πατέρα μου. Τώρα ποιο να φοβηθώ;
Όταν ήμουν μικρό παιδί, σήκωνα τα μάτια, τον κοίταζα και μου φαίνουνταν γίγας.
Όσο μεγάλωνα, όλα τα πράματα γύρα μου μίκραιναν, άνθρωποι, σπίτια, δέντρα.
Μονάχα αυτός απόμενε πάντα, όπως τον έβλεπα παιδί, γίγας.
Πυργώνουνταν μπροστά μου και μου έκρυβε τον ήλιο.
Μάταια απόφευγα να μένω στο πατρικό σπίτι, στη σπηλιά του λιόντα.
Ρεμπέλευα, ταξίδευα, ρίχνουμουν σε δύσκολες πνεματικές περιπέτειες.
Πάντα ανάμεσα εμένα και στο φως ο ίσκιος του.
Οδοιπορούσα κάτω από ακατάπαυστη έκλειψη ηλίου.
Σκοτάδια πολλά μέσα μου, κύρης πολύς.
Σε όλη μου τη ζωή απελπισμένα μάχουμαι να μετουσιώσω τα σκοτάδια αυτά και να τα κάμω φως, μια στάλα φως. Αγώνας τραχύς, χωρίς έλεος, χωρίς αναπαή, μια στιγμή να κουραζόμουν να σκόλαγα τον πόλεμο, ήμουν χαμένος. Κι αν έβγαινα κάποτε νικητής, τι
αγωνία και πόσες λαβωματιές!
Δε γεννήθηκα αγνός. Μάχουμαι για να γίνω.
Η αρετή για μένα δεν είναι καρπός της φύσης μου, είναι καρπός του αγώνα μου.
Δε μου την έδωκε ο Θεός, μοχτώ να την καταχτήσω με το σπαθί μου.
Το άνθος της αρετής για μένα είναι σωρός μετουσιωμένη κοπριά.
Ποτέ δεν πήρε τέλος ο πόλεμος αυτός. Ως τώρα δε νικήθηκα ολοκληρωτικά, δε νίκησα ολοκληρωτικά.
Πάντα αγωνίζουμαι, κι από στιγμή σε στιγμή μπορώ να χαθώ όλος, μπορώ να σωθώ όλος.
Ακόμα περνώ της Τρίχας το γιοφύρι απάνω από την άβυσσο.

…Κι ένα πρωί ξεκόρμισα πάλι από το πατρικό σπίτι, έκλαιε η μάνα μου, ως πότε;, μου’ λεγε, ως πότε, ως πότε θα φεύγεις; Μα σκληρή είναι η νιότη, έκαμα ν’ αποκριθώ:
"όσο θα’ μαι ζωντανός, μητέρα, θα φεύγω".
Φίλησα το χέρι της  και με πήρε η θάλασσα.
Να’ σαι νέος, είκοσι πέντε χρονών, γερός, να μην αγαπάς κανένα πρόσωπο ορισμένο, άντρα ή γυναίκα, που να σου στενεύει την καρδιά και να μη σε αφήνει ν’ αγαπήσεις με ίση αφιλοκέρδεια και σφορδότητα τα πάντα, και να οδοιποράς πεζός, ολομόναχος, μ’ ένα δισάκι στον ώμο, από την μιαν άκρα ως την άλλη, στην Ιταλία, και να’ ναι άνοιξη και να μπαίνει  το καλοκαίρι και να’ ρχουνται, φορτωμένοι φρούτα και φρούτα και βροχές, ο χινόπωρος κι ο χειμώνας- θαρρώ ο άνθρωπος θα’ ταν αναίδεια να θέλει μεγαλύτερη ευτυχία…

… Κάθε άρτιος άνθρωπος έχει μέσα του, στην καρδιά της καρδιάς του, ένα κέντρο μυστικό και γύρα του περιστρέφονται τα πάντα. Ο μυστικός αυτός στρόβιλος δίνει ενότητα στο στοχασμό και στην πράξη μας, και μας βοηθάει να βρούμε ή να εφεύρουμε την αρμονία του κόσμου.
Άλλοι έχουν τον έρωτα, άλλοι τη δίψα της μάθησης, άλλοι την καλοσύνη ή την ομορφιά.
Ή τη λαχτάρα του χρυσαφιού και της εξουσίας.
Κι όλα τα αξιολογούν και τα υποτάζουν στο κεντρικό τους αυτό πάθος.
Αλίμονο στον άνθρωπο που μέσα του δε νιώθει να τον κυβερνάει ένας απόλυτος μονάρχης.
Η ζωή του κατασκορπίζεται ακυβέρνητη και ασυνάρτητη  σε όλους τους ανέμους...

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ - ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου