Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2013

MIΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ/ ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Η Παρουσία  
 
Στις δώδεκα και μισή
τη νύχτα
την ίδια ώρα και συγχρόνως
φάνηκε στον μεγάλο καθρέφτη και
στο παράθυρό μου
ο Ντύλαν Τόμας μ’ ένα αναμμένο κόκκινο κερί
στο στόμα
νεκρός βέβαια
κι άγιος
και τρελός
όπως το έχω ξαναπεί

-Έλα αδελφέ, μου λέει, μαζί μου
σάπισες εδώ πέρα
έλα στα βορεινά φαράγγια της πατρίδος μου
εδώ ζεις σ’ ένα σάπιο τόπο που σε κοροϊδεύουν
εκεί χαιρετάνε τους τρελούς και οι παπάδες
κι η πάπια δε γεννάει πια πάγο
γεννάει κόκκινο αυγό

Αυτά τα λίγα μου είπε ο μεγάλος ποιητής
όχι πια στον καθρέφτη και στο παράθυρό μου
αλλά μέσα από τα ψηλά χορτάρια του θανάτου του
μισός από τη μέση κι επάνω στο φως, έξω από το χορτάρι
μισός από τη μέση και κάτω στο σκοτάδι
κάτω απ’ το φως.
                                                                                                                                                                  Εκτοπλάσματα, εκδόσεις Στιγμή 1986
Ο δρόμος

Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο
ετούτος κρύβει το φεγγάρι
για χάρη της είχαν κρεμάσει
τριαντάφυλλα στον ουρανό

 Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο
γεμίσανε σπυριά τα χέρια
γέμισαν λάσπη κι οι καρδιές
είν’ ένας δρόμος πληγωμένος

Είν’ ένας δρόμος φλογισμένος
είν’ ένας δρόμος λυπημένος
μπρος στο παιδί με την ουρά
κι ο δαίμονας με την παρθένα

Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο
άναψαν πράσινα κεριά
πρόβαλε ο σκύλος με τα πέπλα
βόγκηξε αργά και προχωρούσε

                                                                      Όταν σας μιλώ/ 1956

Το ταξίδι

Σταθείτε! φώναξε ο φωτογράφος
όμως το πλοίο είχε πια τώρα ξεκινήσει
ένα μεγάλο άσπρο πλοίο γεμάτο άρρωστα πουλιά
κι ο πτηνοτρόφος σε μια ταράτσα με κιάλι τα κοιτούσε
να φεύγουνε μαζί με τα μεγάλα σύννεφα που φεύγανε κι αυτά

Αν μπαίναμε στο αντικρινό ξενοδοχείο θα μας βλέπαν
θα λέγαν: Μπήκαν στο ξενοδοχείο «Η Ελπίς»

«Φεύγετε για ταξίδι;» ρώτησε ο συνταγματάρχης
«Όχι» απάντησα «Είμαι γιατρός
μόλις εξέτασα τ’ άρρωστα αυτά πουλιά που φύγαν
να, ένα που μου ξέφυγε κιόλας!»
Είχε περάσει στο απέναντι μαγαζί

«Είναι τα τελευταία πράγματα που ψωνίζω
μ’ ελληνικά χρήματα» είπε τ’ άρρωστο πουλί
Έπειτα άνοιξε τα φτερά του και πέταξε στον ουρανό

Δεν είμαι δένδρο
δεν είμαι πουλί
δεν είμαι σύννεφο
τ’ όνειρο σάπισε μέσα στο αίμα μου
τ’ όνειρο σάπισε μέσα στα κόκαλά μου
πλάι σ’ ένα κυπαρίσσι
τώρα τεντώνω ένα σκοινί
κι αποκάτω ξαπλώνομαι

Είχα έρωτες
είχα μάχες

και παραφύλαξα στις γωνιές
τα νύχια μου μεγάλωσαν
τα χείλια μου πρήστηκαν
το πρόσωπό μου μαύρισε
δεν είμαι δένδρο
δεν είμαι πουλί
δεν είμαι σύννεφο

                                                                          Όταν σας μιλώ/ 1956

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου