Κυριακή, 16 Ιουνίου 2013

ΕΝΑ ΠΕΖΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ Β. ΚΑΤΣΙΚΟΝΟΥΡΗ*

Aπομαγ(Ν)ητισμός

Έρχεται κάποια στιγμή που τα παλιά πράγματα γίνονται πολύ παλιά για ν' αντέξουν στη νοσταλγία, ακόμα και σ' αυτή του πιο παρελθοντολάγνου σαραντάρη. Άλλωστε εκεί γύρω στα σαράντα γίνεται ένα ξεκαθάρισμα. Ξεμπερδεύει κανείς με τα μέρη που έζησε, τις μουσικές που άκουσε, τις γυναίκες και τις παρέες που αγάπησε και αλήτεψε. Όπως όταν επισκέπτεσαι σπίτι παιδικών χρόνων κι ανακαλύπτεις πόσο χαμηλό ήταν τελικά εκείνο το πεζούλι που πέφτανε τα στοιχήματα με την υπόλοιπη μαρίδα της γειτονιάς για το ποιος θα πήδαγε από κει πάνω. Τα πράγματα μικραίνουν γύρω μας όσο μεγαλώνουμε, έτσι είναι. Και αυτό λαμβάνει χώρα και μέσα μας: Η εξωτερική σμίκρυνση γίνεται εσωτερική απομάκρυνση, θλιμμένα μένουν όλα πίσω μας, πρόσωπα, τόποι και πράγματα. Θλιμμένα όχι τόσο από την άρνηση τη δική μας προς αυτά αλλά περισσότερο σαν τεθλιμμένοι συγγενείς που παραστέκουν από μακριά το ξόδι μας, καθώς χανόμαστε προς έναν ορίζοντα θολό, χωρίς κανένα μαγικό ηλιοβασίλεμα.
Κι ό, τι αφήσαμε πίσω μας, κομμάτια από τον εαυτό μας, έτσι που στο τέλος ξέπνοοι φτάνουμε στον Άγιο Πέτρο και δε μας έχει μείνει τίποτα να δηλώσουμε, καμιά ψυχή να σώσουμε, γιατί τη δώσαμε όπου έπρεπε, ή κι ακόμα καλύτερα, όπου ''δεν έπρεπε'', σημασία δεν έχει, σημασία έχει ότι μόνος του κανείς, χωρίς την ψυχή του δηλαδή, ούτε στον παράδεισο που λέει κι ο Άγιος, κλείνοντας ευγενικά την πόρτα.
Αυτό διαπιστώνει κανείς στα σαράντα του, ένα έλειμμα ψυχικό, μια τρύπα στην καρδιά, στο μέρος εκείνο που κουρνιάζουν τα όνειρα σα γίνονται ανάμνηση και σαν καυστήρας στέλνουν αίμα ζεστό της νοσταλγίας στο σώμα που ενηλικιώνεται.
Και τώρα που ενηλικιώθηκες -και μάλιστα ακριβώς με τον τρόπο που φοβόσουν ότι θα συνέβαινε-, μένεις ξεκρέμαστος, έτσι, μ' αυτές τις αναμνήσεις να κρυώνουν σιγά σιγά, πολύ νέος να τις σβήσεις, πολύ γέρος για να τις κρατήσεις.
Και δε μιλάω για μεγάλα πράγματα, χαμένα οράματα, μεγαλεπήβολους αγώνες και ιστορικές ευκαιρίες.
Ας πούμε...για κάτι παλιούς, φθαρμένους δίσκους. Τα εξώφυλλά τους είναι σκισμένα, λεκιασμένα από φτηνό, χύμα αλκοόλ, έχουν σημάδια από τσιγάρα και άλλα σημάδια, κρυφά με στιλό, ένα αστεράκι για τα κομμάτια τα ρυθμικά, δύο για τα αργά ''τα μπλουζ''.
Έπιταφ, Νάιτς ιν ε γουάιτ σάτεν, Στέργουέι του χέβεν, Σάιν ον γιου κρέιζι ντάιμοντ, Άντζυ, αστεράκια δύο, εντάξει, ανάβουμε τσιγάρο και πάμε, άμα πει ναι, φυσάμε κοντά στ' αυτί της -γιατί; -φτιάχνονται έτσι ρε μαλάκα- κι άμα πει όχι; -το φυσάμε τότε να κρυώσει.
Χρόνια τους είχα παρατημένους κάτω στην αποθήκη. Το πικ-απ σαραβαλιασμένο, ένα κουφάρι σαν ένα παλιό αυτοκίνητο ανοιχτό που κάποτε μας πήγαινε, χαρούμενες παρέες για μπάνιο...Όχι συχνά, όχι κάθε φορά, μόνο κάθε άνοιξη, ίσως και κάθε φθινόπωρο που κατεβάζω τα χειμωνιάτικα στην αποθήκη και αντίστοιχα τα καλοκαιρινά, σκύβω πάνω από τις χαρτονένιες κούτες και τους χαζεύω σα φωτογραφίες από παλιά άλμπουμ.΄Οταν είμαστε μόνοι θυμόμαστε. Και το αντίστροφο...Και στο ράδιο ή σε κάποιο μπαράκι, άμα ακούω κάνα παλιό κομμάτι, δε συγκρατιέμαι ''το έχω'', πετάγομαι και λέω ''είναι το Highway 61 του Ντύλαν, δίσκος του '65, πρώτο της δεύτερης πλευράς!''...
Συνήθως με αντιμετωπίζουν με κάποια ευγενική συγκατάβαση' ''το έχω'', ξαναλέω εγώ, κάπως μ΄ ένα πείσμα σαν αυτό των παιδιών που αρνιούνται να δεχτούν πως ό,τι γίνεται δεν ξεγίνεται.
 Μια μέρα μπήκαν νερά της βροχής στο υπόγειο. Μουσκέψανε οι χαρτόκουτες και μέσα τα εξώφυλλα κολλήσαν μεταξύ τους, σβηστήκανε τ' αστεράκια. Γέμισαν λάσπες τα βινύλια. Τότε τ' αποφάσισα πως είχε 'ρθεί η στιγμή ν΄αγοράσω επιτέλους πικ-απ. Μπήκα σ' ένα μαγαζί με ηλεκτρικά είδη, απ΄έξω είχε κάτι μεγάλα πανιά που γράφανε με τρομακτικά γράμματα: ''ΟΛΑ ΣΤΗ ΜΙΣΗ ΤΙΜΗ! ΤΟ ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΤΡΕΛΑΘΗΚΕ..." Έτσι ακριβώς, το τελευταίο με αποσιωπητικά. Μέσα από σκόνες και ιστούς ξετρύπωσα ένα Γκρούντιχ. Σαν εκείνα που θαύμαζα στα τέλη της δεκαετίας του '70. Θόρενς μου είχε πει ένας φίλος να πάρω, όμως πού να βρίσκεις τώρα Θόρενς; και δεν μπορούσα να περιμένω. Το αφεντικό μου 'δωσε και ένα έπιπλο-δισκοθήκη.
''Και γιατί κλείνετε;'' τον ρώτησα. Αυτός γύρισε και μου 'δειξε ένα πανό με τη λέξη ΚΑΤΕΔΑΦΙΖΟΜΑΣΤΕ! γραμμένο με ακόμα πιο τρομακτικούς χαρακτήρες...

...Τώρα ανεβάζω τους δίσκους παρτίδες παρτίδες απάνω στο σπίτι. Τους καθαρίζω προσεκτικά και βάζω να τους ακούσω. Πήρα κι ένα καινούριο ζευγάρι ακουστικά...Ωραίος!
Όμως το χριτσς χρατσς μ' ενοχλεί. Μ' ενοχλεί και που πρέπει να σηκώνομαι και ν' αλλάζω πλευρά.
Άσε που το χέρι μου ασυναίσθητα ψάχνει το κοντρόλ του σιντί άμα θέλω ν' ακούσω συγκεκριμένα κομμάτια κι όχι όλο το δίσκο. Κι άμα ο δίσκος τελειώνει, πάλι πρέπει να σηκωθείς να βάλεις άλλον, ενώ με το cd βάζεις δύο τρία cd, ένα  mp3 εκεί πέρα κι έχεις non stop music. Για τέτοια είμαστε τώρα;...

...Γενικά έρχεται για τον καθένα μια στιγμή που το Σινεμά ο Παράδεισος που παίζει στο μυαλό του ζαχαρωμένες αναμνήσεις κλείνει για να γίνει σούπερ μάρκετ ή πάρκινγκ. Που ξενερώνει με όλους και με όλα και με τον ίδιο του τον εαυτό.Για μένα φαίνεται πως ήρθε αυτή η στιγμή. Και υποθέτω, αυθαίρετα βέβαια, ότι το ίδιο πάνω κάτω μπορεί να τρέχει και μ' άλλους στην ηλικία μου. Δεν έχω να προτείνω τίποτα.
Προσωπικά πάντως το έχω γυρίσει τώρα στις κασέτες. Παλιές εννοείται...
...μόνο που υπάρχει κι εδώ μια βασική λεπτομέρεια: Οι γέρικες αυτές κασέτες έχουν χάσει τα πρίμα τους και το περιεχόμενό τους ακούγεται μουντό, σα να 'χει χαθεί πράγματι στο βάθος του χρόνου. Άλλες πάλι τρεμουλιάζουν και κάνουν ουά ουά σα γατιά που τα παράτησε η μάνα τους.
Το φαινόμενο λέγεται απομαγνητισμός. Το εξήγησα και στο μικρό μου γιο απόψε το βράδυ, καθώς μπήκε στο δωμάτιο και με βρήκε να προσπαθώ -μ' ένα ύφος απελπισμένα βλακώδες, πιστεύω- ν' ακούω μουσική από το κασετόφωνο σα μέσα από το μπουρί της σόμπας. ''Πώς το είπες;'', με ρώτησε, ''απομαγητισμός;''... Και βγήκε στο μπαλκόνι να παίξει με τ' αυτοκινητάκια του. Τον παρακολούθησα λίγο καθώς έπαιζε με τις κούρσες και τα λεωφορεία του και μίλαγε ψιθυριστά, μόνος του, φτιάχνοντας ιστορίες και φανταστικά ταξίδια...Ύστερα έκλεισα το κασετόφωνο και μάζεψα όλες τις παλιές κασέτες σε μια μαύρη σακούλα.
Μόνο μία κράτησα. Γράφει και την ημερομηνία  απάνω: 30.3.88. Και την ώρα: 3.00 π.μ. Η αδελφή μιας φίλης μου την έγραψε, ένα κοριτσάκι τότε. Τρεις μέρες μόλις πιο πριν απ' αυτήν την ημερομηνία, είχα πονέσει πολύ από θάνατο. Κι αυτή χωρίς να ξέρει καλά καλά έκατσε κι έγραψε σ' αυτήν την κασέτα διάφορα κομμάτια του Σπρίγνκστην, που ήξερε ότι μου άρεσε πολύ τότε. Τίποτα δε σώθηκε βέβαια, και αυτή η κασέτα έχει απομαγνητιστεί. Όμως η εικόνα αυτού του μικρού, σχεδόν άγνωστού μου κοριτσιού, να κάθεται μόνη της μέσα στη νύχτα, να γράφει μια κασέτα, θέλοντας έτσι παιδικά και αδέξια να κάνει κάτι για μένα, να με παρηγορήσει, τρυπάει το χρόνο κι έρχεται και με βρίσκει ίσαμε τώρα, μέχρι εδώ πίσω από τα κουτάκια τις μπύρες, μέσα από τους καπνούς των τσιγάρων μου, κουρασμένο κι αστείο μαζί. Και είναι τώρα που αυτή η παρηγοριά της, μετά από τόσα χρόνια, πιάνει τόπο. Κι έχει κι ένα κομμάτι μέσα η κασέτα, που λέει:
''Everything dies, baby, that's the fact
But maybe everything that dies some day comes back''
''Όλα πεθαίνουν μωρό μου, έτσι είναι
Μα ίσως ό, τι πεθαίνει, μια μέρα ξαναγυρίζει..."

Ναι, δεν έχει απο μαγ(ν)ητιστεί τελείως.
________________________________________________________________
                                                                                 
 Γράφτηκε το 2004 και δημοσιεύτηκε στο Μανδραγόρα, τχ.32, το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς.
                                                                                             
* Ο Β. Κατσικονούρης γεννήθηκε στο Κιλκίς και από 12 χρονών ζει στην Αθήνα. Έχει σπουδάσει Αγγλική Φιλολογία και είναι καθηγητής της Μ.Ε. Έχει γράψει τα θεατρικά έργα Το Γάλα, Οι Αγνοούμενοι, Καλιφόρνια Ντρίμιν, Το Μπουφάν Της Χάρλεϊ κ.ά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου