Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

περί ποιείν

Η οδυνηρή αποκάλυψη του ψεύδους δυο βήματα μακριά απ’ την αλήθεια είναι λόγος ποίησης.
Η συγχώνευση της αβύσσου μεταξύ ουτοπίας και χειροπιαστού εγκυμονεί, ωσαύτως, ποίηση.
Στο χείλος του φοβερού, μα και στη σιγουριά της νηνεμίας, ένας ανεξιχνίαστος ίσκιος πορεύεται αντάμα στον ποιητή. Έτοιμος να βυθιστεί στη φρίκη, έτοιμος να λάμψει ως διάττων στο στερέωμα. Φωνακλάς και κρυψίνους, -αναλόγως της περίστασης και του πάθους.
Ετούτη η βολική σκιά, κάτω από την οποία μπορούμε να κρεμάσουμε με ασφάλεια το προσφάι μας, μα κι η εκκρεμότητα της απαντοχής σ’ απόσταση ανάσας απ’ τον χαμό ή τον σωσμό,  είναι η ποίηση.

Είναι τα φοβερά ή μηδαμινά γεγονότα που ωριμάζουν μέσα στον ντορβά της αβεβαιότητας πριν γίνουν μελετημένη έκρηξη που εκτινάσσει στα χάη, απίστευτα βίαια, την τρυφεράδα με την οποία εκκολάπτηκαν, απίστευτα τρυφερά τη βία που τα κλώσησε.

Είναι οι φαντασματικές αγάπες, τ’ αγερικά του πόθου μας, οι ασαφείς σκιαγραφίες της ελπίδας και κάποιος πεταμένος σπόρος σε χρόνια χέρσο τόπο που πάει να μπουμπουκιάσει, είναι ποίηση.
Είναι η σιωπή των αυθεντικών ρεμαλιών, τα τελώνια που κατεβαίνουν αποβραδίς στις πλατείες και στα πάρκα και στερούν στις δεκοχτούρες τα πεταμένα ψίχουλα και τ’ απομεινάρια της καλοσύνης ημών των περαστικών.
Είναι η ποίηση.

Συμβαίνει να στοχάζονται πολλοί: αργόμισθοι, αργόσχολοι και πολυάσχολοι, τεμπέληδες, βαρεμένοι, δοκησίσοφοι, πνευματιστές, γιάπηδες ...-ο καθένας για τον δικό του λόγο. Ο στοχασμός τους είναι εν πολλοίς ο σαρκασμός στην ποίηση, ο χλευασμός της, η αποσάρκωση της ποιητικής ουσίας κι ο χαλασμός της: η σκέψη  τους δεν ποιεί, αλλά φτιάχνει. Φτιάχνει σχέδια για το σαββατοκύριακο, φτιάχνει όνειρα για τους δύστυχους και παράδες για τους αετονύχηδες, φτιάχνει εκμεταλλευτές, φτιάχνει  ¨ψώνια¨ και θύματα.

Ο ποιητής δεν συλλογιέται, γιατί  δεν προκάνει: ρίχνεται ευθύς  κι ασυλλόγιστα στο άγριο μακελειό των φωνηέντων και με τη θεομηνία του εξευγενίζει τα φαντάσματα του νου, ακρωτηριάζει τις εκφραστικές ευκολίες, ανοίγει χαρακώματα, θάφτει ό,τι άσχημο περισσεύει. Και την όποια ομορφιά την αποθέτει ξόδι στη θανή αυτής της ίδιας της ασκήμιας.
Δημιουργεί λόγο κι αφορμή, χαμό, ζωή. Ποιεί.

Ποίηση είναι η εμμονή του γραφιά στο τίποτα, στην αποθέωση του ελάχιστου: όχι της λεπτομέρειας, μα του μηδενικού. Επειδή γνωρίζει ο ποιητής πως η μεταμόρφωση του μεγαλείου απ’ το μηδαμινό σ’ αυτό που είναι έχει ως αφετηρία το περιφρονημένο λίγο.
Ποίηση είναι να τρομοκρατείς τις εταιρείες επένδυσης συναισθημάτων και να κινητοποιείς σύμπασες τις υπηρεσίες ασφαλείας προκειμένου να δικαιολογήσουν την παρουσία τους στις μπαρμπουτιέρες και τη διακριτική τους μεταμφίεση ως μανταλάκι στην απλώστρα με τα κυλοτάκια της ξανθιάς κυρίας του τρίτου ορόφου επί της οδού και υπ’ αριθμ. και τα λοιπά.
Να τινάζεις στον αέρα την ηδονή και να φυλάς στον κόρφο την οδύνη της.
Να ’σαι η γης και τα πηγάδια της και να ’σαι το άπνοο φιλί στην άμμο της ερήμου. Ο παράλληλος και ο μεσημβρινός που οδηγούν εσαεί στο στίγμα του σκοτωμένου σου έρωτα.
Είναι η ποίηση το φιλί και το νερό και οι απίθανες μηχανές του νου που σε τραβούν μακριά από τούτα τ’ ανύσταχτα μάτια της ζωής για να σου δώκουν ύπνο. Είναι ο χαλασμένος δραπέτης έξω από την πόρτα μας που ζητάει, νυχτιάτικα, δικαιοσύνη.

Είναι ποίηση η μυρωδιά των πεθαμενατζίδικων που αναδίδουν κάτι από Χριστό, από κρίνους κι από πάθη. Το λιγάκι περισσότερο απ’ τη μπόχα των σκοτεινών συρταριών του ληξιαρχείου που χρειαζόμαστε  για να επιβεβαιώσουμε γέννηση και θάνατο ενός εαυτού που δεν πρόλαβε καλά-καλά να δαγκώσει από το μήλο της συνείδησης -κι ένα ¨τις¨ από τα αυτοφυή κρίνα στην όχθη του παλιόλακου είναι η ποίηση. Και είναι εκεί για να ημερεύει ως αποτέλεσμα ετούτων των δοκιμασιών την αγριότη μας κάθε που μας κακοφαίνεται το έσχατο ‘χαίρε’. Μέσα από την προσκαιρότητα του θανάτου, μια πελώρια χαρά προβάλει και φωτίζει τον βαρύ ίσκιο της απώλειας: η ελπίδα,  ποιητική θυγατέρα.
Είναι εκεί για να γεννάει τη ζωή απ’ το τελείωμά της, για να βγάνει άσπρο αετό από τον μαύρο βράχο.

Είναι οι νυσταγμένες γάτες στ’ απομεινάρια της ευμάρειάς μας που χορταίνουν τη νύστα και την πείνα τους με νιαουρίστικα στιχάκια. Προκύπτουν και καλή γραφή τ’ ανομολόγητα ονείρατά τους για ένα επιτραπέζιο, ατιμώρητο γιουρούσι στον πασχαλινό σκασμό μας.
Είναι ποίηση να καταφέρεις να τουμπάρεις την ηρεμία όσων τολμήσουν -ή ατυχήσουν- να σε διαβάσουν.
Και να ’σαι ο από ραφιού εφιάλτης όσων αρκέστηκαν στο φυλλομέτρημά σου.
Να ’σαι οι απανωτές εκρήξεις στο σώμα της ήμερης συνείδησης και να ’σαι το καρφί που εισβάλει οδυνηρά στον κώλο της οξυζεναρισμένης γκόμενας κάθε που χρησιμοποιεί το χειρόγραφο που της χάρισες για ν’ ανακουφίσει τον ευαίσθητο πισινό της στις παγωμένες κερκίδες των ερωτικών της γηπέδων.

Ποίηση είναι να....
Και με τα χέρια στις τσέπες.  



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου