Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ, ΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ


Δεν είχα το μικρόβιο της φιλαναγνωσίας από παιδί. Θέλω να πω δε διέγνωσα στον εαυτό μου ποτέ καμιά εγγενή τάση προς μελέτη. Η ανεξερεύνητη και μυστηριώδης  όψη του κόσμου -του ογκώδη σε μέγεθος κόσμου- απαιτούσε στον εύπλαστο νου μου δράση και πειραματισμούς. Άλλωστε δε μεγάλωσα σε  οικογένεια υψηλού μορφωτικού επιπέδου έτσι ώστε οι αρχικές εικόνες της μνήμης να καταγράφουν καταστάσεις σχετικές με αναγνωστικές ενασχολήσεις ούτε τα βιβλία αποτελούσαν αντικείμενα που υπήρχαν σε πληθώρα και ποικιλία στο σπίτι.
Η ανάγκη μου να διαβάζω γενικά και αόριστα παλιότερα και συγκεκριμένα και επιλεκτικά πολύ αργότερα ήταν επίκτητη και εναρμονιζόταν τόσο με την αισθητική απόλαυση όσο και με την αδυναμία μου να ταξιδεύω όσο συχνά ήθελα για να μαθαίνω κάτι από τη μαγεία της λειτουργίας της ζωής.
Άλλωστε, ένα αγαπημένο μου μότο που ως τώρα δεν κατάφερα να κάνω πράξη σε ικανοποιητικό βαθμό, ήταν το Ταξιδεύοντας γνωρίζω τον εαυτό μου, μια φράση αγνώστου πατρότητας, αλλά πολύ μεστή νοήματος.
Θυμάμαι πάντως τον πατέρα μου να διαβάζει συχνά εφημερίδα, τότε που οι εφημερίδες είχαν τέτοια  μορφή και περιεχόμενο, ώστε να δίνουν την εντύπωση ενός κατά βάση αξιοπρεπούς εντύπου, χωρίς τεράστιες  έγχρωμες διαφημίσεις, χωρίς καλλιτεχνικά νέα, χωρίς κανόνες life style και κυρίως χωρίς τόσες πολλές ανορθογραφίες, συντακτικά και γραμματικά λάθη, προχειρότητες και υπερβάσεις πέραν του δέοντος και του πρέποντος.
Θυμάμαι τα πρώτα ασπρόμαυρα και κατόπιν έγχρωμα, ελαφράς φύσεως, γυναικεία περιοδικά, το Ρομάντζο -να κυριαρχεί-, το Φαντάζιο, το Θησαυρό  με τη χοντρή κυρία, σύζυγο του κατακαημένου, μισερού Ζαχαρία, το Ντόμινο  αλλά και αξιοσήμαντα , καλογραμμένα πολιτικού περιεχομένου έντυπα όπως τα Επίκαιρα  και ο Ταχυδρόμος.
Τότε οι ειδήσεις έφταναν στ’ αυτιά ή στα μάτια  ελλιπείς, με καθυστέρηση ή μονοδιάστατα, προλάβαινες πάντως αν ενδιαφερόσουν να τις επεξεργαστείς, να μιλήσεις δια ζώσης με φίλους και γνωστούς, να συμφωνήσεις ή να διαφωνήσεις, μπορούσες να σχηματίσεις άποψη  και το σημαντικότερο  όλων, να επιτρέπεις στον εαυτό σου να φαντάζεται, αφού η ιδιότητα αυτή του εγκεφάλου ευδοκιμεί εκεί που οι συνθήκες και τα όρια της πραγματικότητας φθίνουν.
Γνωρίζοντας  τον κίνδυνο που ελλοχεύει, να περάσω τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ό,τι  αληθινά συμβαίνει σχετικά με τη διαχείριση της πληροφορίας και το στείρο υποκειμενισμό, με αποτέλεσμα να φανώ συντηρητική και οπισθοδρομική, σκέφτομαι απλώς ότι αυτό που χάνεται καθημερινά σ’ έναν κόσμο πλήρως ενημερωμένο και υπέρμετρα  (παρα)πληροφορημένο δεν είναι μόνο η γνώση -πού είναι η γνώση που τη χάσαμε στις πληροφορίες, έλεγε ο Έλιοτ- αλλά η  στέρηση της δυνατότητας να την προσεγγίσουμε μέσα σ’ ένα πεδίο μπουκωμένο και πνιγμένο από εικονικές εμπειρίες.
Κι ενώ ζούμε την απόλυτη ηγεμονία του κυβερνοχώρου, διαβάζω και ακούω πολλά για το θάνατο της λογοτεχνίας και των βιβλίων ενώ ταυτόχρονα τυπώνονται και εκδίδονται χιλιάδες νέα έντυπα και το αναγνωστικό κοινό  ολοένα αυξάνεται.
Τι επιλέγουμε όμως; Και κυρίως για ποιο λόγο; Μας προσφέρει αληθινή γνώση η επαφή μας με τόσα έργα, μας βελτιώνει, προοδεύουμε  ή στην καλύτερη περίπτωση απλώς περνάμε ευχάριστα και αβασάνιστα το χρόνο μας χωρίς ίχνος αληθινού στοχασμού;
Και πού κατοικοεδρεύει εντέλει η ανάγκη μας για επικοινωνία, όταν μέσω του γραπτού λόγου προσλαμβάνουμε και αφομοιώνουμε άκριτα όλα τα σκουπίδια που μας πασάρουν;
Ο Χάρης Βλαβιανός γράφει στο βιβλίο του Ποιον αφορά η ποίηση (κεφ: Τι θα μείνει, σελ. 111, 112)
"Δεν είναι λίγοι όσοι πιστεύουν ότι η λογοτεχνία μας σήμερα βρίσκεται σε ¨άνθηση¨. Ποτέ άλλοτε δεν είχαμε τέτοια πληθώρα συγγραφέων και βιβλίων. (Ακόμα και οι πανεπιστημιακοί πια εγκαταλείπουν την έδρα τους προς άγραν της δόξης ενός Μπαλζάκ). Ωστόσο οι αριθμοί δεν είναι ένδειξη ευρωστίας. Το αντίθετο θα έλεγα. Δείχνουν με πόση ελαφρότητα αντιμετωπίζουν τη λογοτεχνία οι περισσότεροι συγγραφείς (και οι αναγνώστες φυσικά που τους συντηρούν).
Είναι συνηθισμένο φαινόμενο στις μέρες μας πεζογράφοι να δημοσιεύουν δύο και τρία έργα το χρόνο, ή ακόμη και ποιητές (λιγότεροι βέβαια, αφού οι περισσότεροι έχουν εδώ και χρόνια στρέψει επιδεικτικά την πλάτη τους στην αγορά, ή και το αντίστροφο) να γυρίζουν από εκδότη σε εκδότη προκειμένου να δουν τυπωμένη την επόμενη συλλογή τους.
Αλήθεια, πόσα από τα εκατοντάδες ποιήματα του (όντως ιδιοφυούς) Μπάιρον ή του δικού μας Παλαμά επιζούν σήμερα; Λίγα, ελάχιστα.
Μέσα σ’ αυτόν τον κατακλυσμό των τυπωμένων λέξεων θα άξιζε να αναρωτηθούμε τίνος συγγραφέα τη σιωπή θα θεωρούσαμε σήμερα πλήγμα για τα γράμματά μας, όπως θεωρούσε ο Νίτσε τη σιωπή του Πασκάλ ή ο Έλιοτ του Πάουντ. Η απάντηση νομίζω περιττεύει."
Δεν περιττεύει όμως η φράση του Έζρα Πάουντ από το βιβλίο του Η αλφαβήτα της ανάγνωσης:
"Για να κρατήσουμε τον Κήπο των Μουσών σαν κήπο, μας χρειάζεται πάνω απ’ όλα το σκαλιστήρι"…

1 σχόλιο:

  1. Ορθή η διαπίστωσή σου ότι κατακλυζόμενοι από έναν ωκεανό πληροφορίας, δυσκολευόμαστε να αλιεύσουμε την πραγματική γνώση. Οφείλουμε να μάθουμε να διακρίνουμε το σωστό από το λάθος, το πραγματικό από το εικονικό, το ωφέλιμο από το επιζήμιο. Χρειαζόμαστε εξάσκηση, χρειαζόμαστε προσοχή και να αναπτύξουμε στο μυαλό μας μηχανισμούς ανίχνευσης του ψεύδους και ασπίδες προστασίας κατά των επιθέσεων παραπληροφόρησης...
    Όμως, το ίδιο συνέβαινε πάντα, από καταβολής προφορικού και γραπτού λόγου. Στην αρχαιότητα λόγου χάριν, που οι πληροφορίες και οι γνώσεις διακινήθηκαν όσο ποτέ άλλοτε με τα εκατοντάδες έργα των σοφών της εποχής, πόσα αντικρουόμενα φιλοσοφικά συστήματα δεν είχαν αναπτυχθεί; "Σχολές" και ρεύματα φιλοσοφικά έδιναν μάχες με τις αλληλογρονθοκοπούμενες απόψεις τους. Κάθε φιλόσοφος δίδασκε την ιδεολογία του, κάθε σοφιστής έγραφε το δικό τους σύγγραμμα και προσπαθούσε να πείσει για την ορθότητα των αντιλήψεών του...Κι όπως από την εποχή εκείνη της οργιαστικής παραγωγής γνώσης έφτασαν μέχρις εμάς τα διαμάντια της αρχαίας σοφίας, έτσι, πιστεύω, ότι και με τη σημερινή καταιγιστική παραγωγή και διακίνηση πληροφορίας θα συμβεί. Αρκετές εκετονταετίες μετά θα απολαμβάνουν οι μεταγενέστεροι το απαύγασμα της σημερινής σκέψης...

    ΑπάντησηΔιαγραφή