Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΠΟΝΖΑΪ

OΛΑ ΚΟΚΚΙΝΑ

Ξέπλυνε τα μαλλιά της. Κόκκινα βύσσινα διαλύονταν στο άσπρο της μπανιέρας.
Η βαφή είχε συνωμοτήσει εναντίον της. "Ας πρόσεχες", είπε στον εαυτό της, "να διάβαζες σωστά το νούμερο στο κουτί".
Τα στέγνωσε εκνευρισμένη, τα χτένισε με μένος ξεριζώνοντας κάνα δυο τούφες και φόρεσε το κόκκινο φόρεμά της. Πέρασε κόκκινο της φωτιάς τα χείλη της κι έβγαλε τη γλώσσα της στον καθρέφτη.
Βγήκε βιαστικά απ’ το σπίτι, μαγκώνοντας την τσάντα της στην πόρτα. Κατεβαίνοντας τη σκάλα σκόνταψε στο πρώτο σκαλί, παραλίγο να σωριαστεί σαν άδειο σακί και να βρεθεί μαλλιοκούβαρα στο τελευταίο. Κοκκίνισε απ’ την ταραχή της αλλά κατάφερε στο τέλος με χίλια ζόρια να ισορροπήσει.
Θυμήθηκε τη μάνα της με μια κόκκινη ποδιά να της κουνάει το δάχτυλο. "Αφηρημένη περισπωμένη", τη μάλωνε και τη σταύρωνε τρις.
Ένας σκυθρωπός ήλιος στράγγιζε το φως του στα πένθιμα κτίρια της πόλης. Η λεωφόρος στέναζε από το μεταλλικό ήχο της βοής των αυτοκινήτων. Με αποχρωματισμένη διάθεση και αδιαφορώντας για το κόκκινο ανθρωπάκι στο φανάρι, διέσχισε το δρόμο...

S.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου