Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Τίτος Πατρίκιος «Μεγάλο Γράμμα»,VΙ, 17 (1952) /Απόσπασμα


Μπορείς να γνωρίσεις ένα πρόσωπο
Όταν τα χείλια σου ανακαλύπτουν
Τις αλλεπάλληλες επιφάνειες που σωρεύουν οι καιροί.
Μα έπειτα δε σου φτάνει.
Έπειτα θέλεις να βρεις όλες τις μικρές φλέβες
καθώς απλώνονται κάτω απ’ το δέρμα
να βρεις όλα τα τραγούδια που δεν ειπώθηκαν
όλες τις μνήμες που ταξίδεψαν
στα λεπτά μονόξυλα
των στιγμών.

Το γέλιο σου άξαφνα ν’ αρπάζει από το μπράτσο
ένα άλλο γέλιο
και να γυρνάν στους δρόμους ξεκουφαίνοντας τη γειτονιά
σα μαθητές που σπαν τα καλαμάρια τους στην πόρτα του
σχολείου...

Ένα κεφάλι ν’ ακουμπάει στον ώμο σου
και ο ήλιος να καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο και να φεύγει
αφήνοντας τη μέρα μες τα χέρια μας
άδειο πακέτο πυκνογραμμένο πολύτιμες σημειώσεις

Μα έπειτα
κι αυτό δε φτάνει.
Θες πιο πολλά.
Κ’ ετούτο το παρόν που καίει και καίγεται
Ετούτος ο πελώριος λιοψημένος ξυλοκόπος
ακολουθεί παντού με το βαρύ του βήμα
κ’ εύκολα δε χορταίνει δε γελιέται
όλο ακονίζοντας το τσεκούρι του στα κόκκαλα
όλο γυρεύοντας.
Και ξέρεις πως η δίψα του
είναι η δική σου δίψα.

Θέλουμε πιο πολλά
τα θέλαμε όλα.
Δε γινόταν αλλιώς.
‘Ο,τι μας έφτανε χτες
για σήμερα ήταν λίγο.
‘Ο,τι μας γέμιζε χτες
Ήθελε κι άλλο σήμερα να μη χαθεί.

Ναι, μα ένας άνθρωπος
δεν είναι πορτοκάλι να τον ξεφλουδίζεις
δεν είναι πράγμα
να τον κόβεις στα δύο και στα τέσσερα.
Είχες μια τρυφερή καρδιά κοριτσάκι.
Πίστεψε αν αδέξια την έσφιγγα
δεν το’ κανα για να πονάς.
Ήθελα να σ’ αγαπώ
μα ήταν πολλά τα όσα ξέραμε
ήταν πολλά τα όσα δεν είχαμε μάθει ακόμα.

Κι αν ήμουν άντρας
κ’ έπρεπε να’ μαι δυνατός
(έπρεπε...)
να το ξέρεις:
Όπου μ’ άγγιζες πονούσα.
Όπου δε μ’ άγγιζες
πονούσα.


Και μέσα μου φουσκώναν ολόκλειστα
τα δικά μου ποτάμια
που θα μπορούσαν να ποτίσουν
όλα τα λησμονημένα περιβόλια.

ΛΥΣΙΜΕΛΗΣ ΠΟΘΟΣ/ ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

ΨΑΡΙΑ ΑΣΥΛΛΗΠΤΑ

Άυπνα χέρια κρέμονται
Στην κουπαστή της νύχτας
Κι η μνήμη πυροφάνι
Για ψάρια ασύλληπτα
Καθώς τρυπούν τα δίχτυα
Αφανισμένου χρόνου
Όλα γλιστρούν στο μαύρο νερό
Παραπλανητικές λάμψεις
Πριν μαρτυρήσει το φως
Ένα μουδιασμένο φτερό
Στην πλάτη του βράχου
Ακαριαία για ν' ανοίξει
Τον κρυμμένο ορίζοντα
Μπροστά σου


S

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

ΖΗΣΑΜΕ, ΕΝΝΟΟΥΝ ΓΛΕΝΤΗΣΑΜΕ/ ΣΤΑΘΗΣ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΣ

ΚΛΑΟΥΣ ΝΟΜΙ
Ένα στάδιο πριν τη σιωπή είναι το επίγραμμα.
Το έκανε ο Αναγνωστάκης στο Υ.Γ.
Δριμύτατος, χωρίς ψευδαισθήσεις, ασήκωτος σα πέτρα, σα να μην έχει αντοχή (ή νόημα) να πει πάνω από δυο λέξεις.
Βέβαια, με αυτές τις πέτρες χτίζεις άνετα το σπίτι σου.
Και κλείνεσαι μέσα. Η απόφαση να πάνε όλοι να γαμηθούν.
Τον σκέφτομαι όταν επιβεβαιώνω (συχνά) ότι η φύση του ανθρώπου είναι από σκατά.
Με θεϊκή άχνη.
Όπως οι κουραμπιέδες.


Η φοβερή εξυπνάδα του, χωρίς ίχνος ευαισθησίας.

Τα φτωχόπαιδα που έγιναν αφεντικά.

Την αγάπησε γιατί έπρεπε κάποτε να αγαπήσει.

Όλοι κομπλεξικοί με το ήθος.

Ερημιά γύρω του σιγά σιγά.

Δεν πίστευες πως θα ξεχάσεις, κι όμως ξέχασες.

Δεν έφταιγε ο ίδιος.

Τόσος ήτανε.

Να βλέπεις τα ίδια πράγματα να γίνονται και να ξαναγίνονται.

Κάπου ανάμεσα στο αξιοπρεπές μελό και το φτηνό πάθος.

Δυό κατηγορίες πάντα: οι δρώντες και οι θεατές.

Άνθρωποι χωρίς λεβεντιά.

Ζήσαμε, εννοούν γλεντήσαμε. 


Το δήθεν χαμένο παρελθόν.

Έλα εδώ —δε θα μας βρούν

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

ΧΡΥΣΟΨΑΡΟ



Eίπε φεύγοντας                                       

Πάω γι’ άλλα

Στη γυάλα της μόνο ένιωθε ασφαλής

Απόφαση οριστική και τελεσίδικη

Η μοναξιά της χρυσόψαρο


Έλαμψε αυτόφωτη

S.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

O άγνωστος

Στα σκοτεινά έγκατά μας                            κατοικεί κάποιος που το κλειδί κρατάει 
της ύπαρξής μας, χαμένος πάντα,
μοναχός κι ανεξιχνίαστος,
με μνήμη πιο παλιά απ' τον κόσμο, φορτωμένος
με τις πληγές μας όλες 
και τις τύψεις μας.
Θλιμμένος περιπαιχτικός ή και χαρούμενος,
αόρατος μας κυβερνά·
δέχεται απ' έξω τον αντίχτυπο
και δίνει την απάντηση.
Τα παρελθόντα μάς θυμίζει
και τα μέλλοντα μας προμυνά.
Κάποτε, ωστόσο, μας αφήνει ανυποψίαστους.
Κι εκεί που ανίδεοι σχεδιάζουμε νέες εξορμήσεις,
εκείνος γέρνει πια κατάκοπος, έχει νυστάξει
κι είν' έτοιμος ν' αποδημήσει, αδιαφορώντας
για τα δικά μας τα εφήμερα επίγεια σχέδια.

Κώστας Στεργιόπουλος
(1926 - 2016)

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

ONEIΡΑ ΚΙ ΟΝΕΙΡΑ


Όνειρα κι όνειρα ήρθανε                

Στα γενέθλια των γιασεμιών

Νύχτες και νύχτες στις λευκές

Αϋπνίες των κύκνων



Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα

Όπως μες στον απέραντο ουρανό

Το ξάστερο συναίσθημα



Οδυσσέας Ελύτης/ Προσανατολισμοί, Ίκαρος)


(Για την κόρη μου που είχε χτες τα γενέθλιά της )
S.

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΑΠΟ ΚΑΛΗ

Ακόμα ο απόηχος της λάμψης των γιορτών. Με αποτυπωμένη φανερά πια την κούραση στα πρόσωπα για το μετά του χρόνου. Στο τελευταίο ψηφίο του τετραψήφιου αριθμού του, η ίδια ελπίδα, σε εμβρυακή μορφή. Αυτή που πεθαίνει πάντα τελευταία. Το ξέρουν οι απανταχού δικοί μας, όσοι ήρθαν να δηλώσουν για λίγο την παρουσία τους πριν επιστρέψουν στον τόπο διαμονής τους. Με εντιμότητα και παρρησία.
Το ξέρουν κι οι άλλοι, οι σχεδόν φίλοι ή έρωτες, που φώτισαν με την απουσία τους ένα άλλο τέλος. Αυτό των ψευδαισθήσεων, όταν κάποτε οι αισθήσεις παίρνουν έστω και καθυστερημένα την εκδίκησή τους για την απάτη που υποχρεώθηκαν να υποστούν. Από εθελοτυφλία ή βλακώδη αδυναμία.
Στο παρακάτω ενεδρεύει η αλήθεια. Όποιος αντέχει ανοίγει τα μάτια και βουτάει στο κρύο αλλά καθαρό νερό της. Με το φωτοστέφανο των παθών στο κεφάλι. Προς την ακτή άλλων ονείρων. Και με άφεση…
Καλύτερη από καλή, αυτή η χρονιά…


S.

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

ΑΝΤΙΟ ΛΟΙΠΟΝ!

Επισήμως ο χρόνος. Θα φύγει από την κεντρική πόρτα. Απ’ την ίδια που μπήκε κάποτε με τυμπανοκρουσίες και πυροτεχνήματα. Εορταστική ήταν μόνο η είσοδος. Παραδοσιακά τιμούμε την αρχή. Σε όλες τις παραμέτρους της ζωής, εκτός ίσως απ’ τους πολέμους ή στις  αποφοιτήσεις. Δικαίως…
Κάθε άλλο τέλος, όπως αυτό των τελευταίων ημερών, διαποτισμένο συνήθως από πίκρα κι ένα αόρατο πένθος στο μανίκι της μνήμης, αποσύρεται σιωπηλά, σχεδόν ντροπιαστικά σαν να πρόδωσε τις επιθυμίες και τις εγωκεντρικές ή μη προσδοκίες μας.
Μόνο κάποια στιγμή, (το ραντεβού μ’ αυτές τις δυο λέξεις αποδεικνύεται εντελώς προσωπικό θέμα) δημιουργείται η ανάγκη μιας αόριστης ευχαριστίας όταν ξυπνάει το σώμα κάθε πρωί, με όλες τις αισθήσεις παρούσες και το νου σε ρολάρισμα εντός πίστας.
Τώρα όμως ο γεράκος μας τα μαζεύει για το επέκεινα με συνοδεία του τη χιλιοειπωμένη και αχάριστη επωδό να πάει και να μην ξανάρθει!
Λες και θα ξαναρχόταν! Λες κι αν ξαναρχόταν θα τα κάναμε όλα καλύτερα!
Θα τα κάναμε;

S.


                         ΕΥΤΥΧΕΙΣ, ΛΥΠΗΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΠΟΤΕΣ /ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΑΛΑΜΑΣ


Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

Η ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

H πανσέληνος των Χριστουγέννων
Πέρασε αφοπλιστικά σεμνή
Άκουσε τόσα λόγια και γέλια
Ένα πρόσωπο ανάμεσα στ’ άλλα
Με μια αργοπορημένη καληνύχτα
Κούνησε το κεφάλι στους παρόντες

Σιωπηλή  άλλαξε θέση στο στερέωμα
Την επομένη άρχισε να φαγώνεται
Καταμετρώντας τους απόντες
Κάθε νύχτα λιγότερη

Ως τον τελευταίο απώλεσε
Όλο το φως της...

S.

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΙΩΡΑΣ

Μια κουνιστή πολυθρόνα οι μέρες μου. 
Πάει κι έρχεται δεμένη σε μια ατέρμονη σειρά διευθετήσεων και τρίζει το σκοινί της επικίνδυνα. Μέχρι να πέσω θα αιωρούμαι αμήχανα. Εκτός κι αν φανώ πολυμήχανη ή τυχερή. Τότε θα κατέβω μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο, όπως ο νικητής που ξέρει τι θυσίασε πριν να φορέσει τις δάφνες. Πύρρεια νίκη!
Η μεταγνώση θα έρθει πολύ αργότερα. Θα αποκρυσταλλωθεί στα τελευταία χάδια ή χαστούκια του χρόνου αλλά κάτω απ’ το δέρμα οι αισθητήρες της χαράς ή του πόνου θα έχουν ξερυθμιστεί.
Μπρος - πίσω ο καθένας κι όλοι, με την ανάγκη σε πρώτο πλάνο, όμως κάτω απ’ το χορό της ποιος πείθεται -εκτός απ’ τους ανύπαρκτους κι υπαρκτούς θεούς- ότι εκεί παλεύει και πάλλεται ο σφυγμός της ζωής;
Ακατανόητοι καιροί. Σκληροί και άτεγκτοι με προορισμό αξεδιάλυτο, εφιαλτικό σκοτάδι.
Άγνωρο όπως το πριν της γέννησης και το μετά του θανάτου.
Ενδιάμεσα η νεφελώδης όψη του κόσμου απ’ την αιώρα της αδυσώπητης καθημερινότητας που κάποιοι μας επέβαλαν. Κι η αντοχή μας μια διαρκής οφειλή με ελάχιστο όφελος.
Οφείλουμε στον εαυτό μας τη μάχη της ανατροπής έστω και με τον ανύπαρκτο εξοπλισμό της ελπίδας…

S.

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ

Νοέμβριος… Μας κοινοποιεί ψιθυριστά την αδιάψευστη επέλαση του χειμώνα. 
Στέλνει ένα ανεπαίσθητο ρίγος στη ραχοκοκαλιά μας,
προετοιμάζοντας το σώμα για τη δοκιμασία του επερχόμενου κρύου. Σκοτεινιάζει αργά και ελεγχόμενα τις μέρες, τη μια πίσω από την άλλη, ψαλιδισμένο έρχεται το φως, έχουμε μάθει ν’ αντέχουμε αυτόν τον συνεχόμενα μελαγχολικό μήνα, παρόλες τις τυχάρπαστες και ασθμαίνουσες λιακάδες του.
Των Αγγέλων σήμερα, μικρών και μεγάλων, υπαρκτών και ανύπαρκτων, ουράνιων και επίγειων, όμως ένας φίλος μου το έθεσε ευστοχότερα: Των ανυπόταχτων…
Ένα επίθετο που θα μπορούσε να μαρκαριστεί με τη σφραγίδα μιας συγκεκριμένης ιδεολογικής κατεύθυνσης (τα ευκόλως εννοούμενα…) ή όχι, να πλατειάσει ή να στενέψει ως έννοια, να γίνει σημαία ή λάβαρο για φαντασιακές επαναστάσεις ή απλά να αυτοπροσδιοριστεί στην πραγματική του διάσταση, αυτή που δεν υποτάσσεται…
Των Αγγέλων που δεν ευαγγελίζονται τίποτα ευχάριστο εκτός ίσως από μερικές ζεστές κουβέντες με φίλους στις ζεστές και φιλόξενες γωνιές της Αθήνας, -έχει πολλές και κάθε μια με τη δική της ξεχωριστή προσωπικότητα- μια ευκαιρία να κοιταχτούμε πιο υπομονετικά και ν’ ακούσουμε τον άλλον προσεκτικότερα. Έτσι όπως θα έλεγε κάποιος στην υπεραισιόδοξη διάσταση της ζωής, ότι τα ακανθώδη δικά του είναι λυμένα ή χαρακτηρίζονται ως μη σοβαρά, άρα έχει το χρόνο και την πολυτέλεια της καλής διάθεσης ν' ασχοληθεί επί της ουσίας με το διπλανό του.
Των Αγγέλων του Νοέμβρη, με το αφηρημένο βλέμμα, στραμμένο προς ένα παράθυρο με θέα τα οπωροφόρα, χωρίς την αδημονία της αναμονής, με την αδυσώπητη γνώση της επιβεβαιωμένης απουσίας και την άλλη γνώση της πλάνης όταν πλανιέται οικτρά, υποχωρεί ένα ποτάμι μέσα σου και μόνο ο κατακρεουργημένος και μόνιμα σφαλερός εαυτός σου ξέρει πόσο πάλεψες να φτάσεις στην όχθη…
Χρόνια ατέρμονα σ’ όλους τους Αγγέλους και σ’ όσους έχουν γίνει για άλλους χωρίς να το συνειδητοποιούν…


S.

Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ;

Ακόμα προσαρμόζομαι (εδώ στην Αθήνα), που σε ελεύθερη μετάφραση σημαίνει συμφιλιώνομαι στη νέα τάξη πραγμάτων, αυτήν που επέβαλα στον εαυτό μου χωρίς να μετανιώσω 
(μετά-νιώσω). 
Αργώ να συμμαζέψω τον πραγματικό μου χρόνο, αυτόν που χρωστάω στον εαυτό μου. Θέλει μάλλον κι αυτός ο χρόνος, το χρόνο του.
Φαίνεται είναι ίδιον της εποχής: Να προσαρμοζόμαστε όλοι στις εξελίξεις που δεν είναι πια δραματικές αλλά τραγικές. Μια κορδέλα ανατροπής που οδηγεί την ανθρώπινη μοίρα απ’ το κακό στο χειρότερο.
Και η επόμενη βαθμίδα απ’ το χειρότερο ποια θα είναι; Έχει πυθμένα η αντοχή μας; Ένα καθόλου ρητορικό ερώτημα…

S.

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

"Πόσα και πόσα εκεί δεν θα βρεις. Μέσα σε μια αγκαλιά...λες χωράνε τα πάντα..."

Από το fb του Κώστα Κουτσουρέλη (18/10/2015)


Με την έννοια αυτή, καμιά γυναίκα που άγγιξες πάνω από μία φορά δεν είναι ενική - είναι ένα πολύπτυχο, πολυπρόσωπο, πολύοσμο πλήθος. Για την ακρίβεια, είναι μια συλλογή από στιγμές, από ρευστές ή πυκνές διαθέσεις, από αισθήματα, βιώματα, από σκέψεις ακόμα, που έχουν σωματωθεί σε κινήσεις και παλεύουν ν' αφήσουν επάνω σου κάθε μια το δικό της το ίχνος.
Άλλη γεύση έχει το λυπημένο φιλί και άλλη το χαρούμενο. Άλλη θέρμη αναδίδει η κουρασμένη αγκαλιά πριν τη νάρκη, κι άλλη το παιχνιδιάρικο σφίξιμο την ώρα της σχόλης. Άλλη είναι η κατάσαρκη εωθινή επαφή κι άλλη η κλεφτή, φευγαλέα οικειότητα στην εργάσιμη διάρκεια της μέρας. Και η σκέψη, α η σκέψη – αυτή σφραγίζει τα πάντα. Στης αγαπημένης το κορμί, κάτω από όλες τις πτυχές της αιδούς, κάτω από τα μυστικά του πιο μύχιου εγώ, αναβοσβήνουν καθαρά στο καντράν σαν φωτάκια τη νύχτα όλα όσα ζουν και ξοδεύονται λες στους αθέατους νευρώνες μιας σχέσης: ο θαυμασμός και η ζήλεια, η συμπάθεια και η απώθηση, η φιλία κι η όχληση, η αθέλητη κι όμως πανταχού παρούσα ειρωνεία, η λαγνεία σ' όλα της τα σκαλιά, από τον λεπταίσθητο, ντελικάτο ερωτισμό ώς την ζωωδέστερη καύλα, η αδιαφορία, η απόσταση, η ψυχρότητα που γίνεται συγκατάβαση και μετά ξεσπάει και συστρέφεται σε άρνηση ή κρυφή αγωνία, η μόλις συγκρατημένη αγανάκτηση, η τρυφεράδα που έχει τόσο πολύ γυμνωθεί απ' τον ίμερο ώστε απόμεινε πλέον μητρική προστασία, η στοργή και η ανάγκη της, ο κόπος, ο κόρος, η ανία - α προ παντός η ανία, αυτή η λίγη ζωή η πνιγμένη μέσα στο καθημερινό και το ασήμαντο...

Πόσα και πόσα εκεί δεν θα βρεις.
Μέσα σε μια αγκαλιά, στην κοιλότητα που χωρίζει δυο στήθη, δυο θηλές ή δυο μπράτσα, λες χωράνε τα πάντα. Χωράει το παιδιάστικο καλωσόρισμα, το ανασκίρτημα της χαράς και της έξαψης, η πίστη μ' όλες της τις σεμνές τελετές, η αγάπη που έγινε δεσμά και σε πνίγει, οι όρκοι που τρέπονται τώρα ανεπίγνωστα σε οργή και σε λύσσα και σε υπόκωφο μίσος· χωράει τέλος η υπόσχεση για το αύριο, όσο κι αυτό το μελλούμενο αντίο.

["Οι αισθήσεις. Δοκίμιο πάνω στον έρωτα
και τον ερωτισμό", απόσπασμα τέταρτο]


Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

Για τη ‘’Βραδύτητα’’ του M. Κούντερα

Ξαναδιαβάζω τη Βραδύτητα του Κούντερα. Μυθιστορηματικό δοκίμιο, γραμμένο 20 χρόνια πριν, που κινείται απλά και βαθυστόχαστα ανάμεσα στην αφήγηση μιας ανάμνησης κάποιας υπέροχης ερωτικής νύχτας το 18ο αιώνα, σε αντιπαράθεση με μια τραγελαφική ερωτική συνεύρεση που συμβαίνει στις μέρες μας. Ο θεματικός άξονας παρόλο που είναι ο ίδιος, εκτιμάται αλλιώς και διαφοροποιείται πλήρως σ’ αυτές τις δυο τόσο μακρινές μεταξύ τους εποχές,  σε επίπεδο προσώπων, διαθέσεων και ρυθμού.
Είμαι ακόμα στις 10 πρώτες σελίδες του βιβλίου και δε θυμάμαι τίποτα από την περίοδο που το είχα διαβάσει για πρώτη φορά. Ίσως γιατί η ταχύτητα και η ένταση της ηλικίας στην οποία βρισκόμουν τότε, δε μου επέτρεπε την αβρότητα της ανάλυσης.
Είναι μάλλον από εκείνα τα βιβλία που το μέγεθος της εκτίμησής τους είναι αντιστρόφως ανάλογο με την ηλικία που τα διαβάζεις. Κάτι σαν την ωρίμανση που συμβαίνει στα κρασιά όταν μένουν πολύ καιρό σφραγισμένα στο κελάρι.
Στις σελίδες του διαποτισμένη η επικούρεια-ηδονιστική στάση απέναντι στη ζωή, μας κάνει ν’ αναρωτιόμαστε για τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τη χαρά και την απόλαυση του έρωτα με τη γενικότερη έννοια του όρου, την αντίληψη της ευτυχίας κι όχι το κυνήγι της κατάκτησής της.
Η βραδύτητα εν τέλει έχει να κάνει με τη φυσική ανάγκη να στρέψουμε το βλέμμα βαθιά μέσα μας για να δούμε τον εαυτό μας και τους άλλους, αφημένοι στη γλυκύτητα μιας συγκροτημένης απραξίας, ν’ ακούσουμε, να αισθανθούμε, να νιώσουμε τον αργό ρυθμό της μελαγχολίας της ύπαρξής μας.
Να κοιτάξουμε, όπως λέει κι ο συγγραφέας του έργου (σύμφωνα με μια τσέχικη παροιμία), τα παράθυρα του καλού Θεού.

S.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

Javier Marías/ Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς.

...[Όταν τα πράγματα τελειώνουν έχουν πια τον αριθμό τους και ο κόσμος εξαρτάται τότε από τους αφηγητές του, αλλά για λίγο καιρό και όχι πλήρως, ποτέ δεν βγαίνουμε εντελώς από τη σκιά, οι άλλοι ποτέ δεν τελειώνουν, και πάντα υπάρχει κάποιος για τον οποίο κλείνουμε μέσα μας ένα μυστήριο. (…) συμβαίνουν τόσα πράγματα που δεν τα αντιλαμβάνεται και δεν τα θυμάται κανείς, ή όλα ξεχνιούνται και παραγράφονται. Και πόσο λίγα είναι αυτά που μένουν τελικά από κάθε άτομο μέσα στον άχρηστο χρόνο σαν το ολισθηρό χιόνι, για πόσο λίγα υπάρχει απόδειξη, κι από αυτά τα λίγα που μένουν τόσα αποσιωπούνται, κι από αυτά που δεν αποσιωπούνται μόνο ένα ελάχιστο μέρος μένει μετά στη μνήμη, και για λίγο καιρό: ενόσω οδεύουμε αργά προς την εξάλειψή μας μόνο και μόνο για να περάσουμε στην πλάτη ή στην πίσω πλευρά αυτού του χρόνου, όπου δεν μπορεί πια κανείς να συνεχίσει να σκέφτεται ούτε να αποχαιρετά. “Αντίο γέλια και αντίο αδικίες. Δεν θα σας ξαναδώ, ούτε κι εσείς θα με ξαναδείτε. Και αντίο φλόγα, αντίο αναμνήσεις”.]...
[Javier Marías, Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς. Μτφρ. Βιβή Φωτοπούλου, εκδ. Σέλας ]