Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

Άραγε θα ξεφυτρώσει κάποτε η αγάπη;

TOY ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΚΗ
25/08/2014


Διανύοντας την περίοδο χάριτος μεταξύ διακοπών και επιστροφής
   

 Κάποιοι άνθρωποι ταξινομούν τις χρονιές και ό,τι αυτές φέρνουν μαζί τους (συμβάντα, αναμνήσεις, προσδοκίες) με γνώμονα το γρηγοριανό ημερολόγιο: Γενάρη με Γενάρη. Οι υπόλοιποι, που μάλλον είμαστε και περισσότεροι, έχουμε μείνει στη λογική της σχολικής χρονιάς. Για εμάς, η κάθε σαιζόν ξεκινά το πρώτο δεκαήμερο του Σεπτέμβρη και ολοκληρώνεται κάποια στιγμή μέσα στο καλοκαίρι.

Ακολουθεί μια εποχή εκτός χρόνου η οποία ονομάζεται «καλοκαιρινές διακοπές» και αποδεικνύεται πάντα συντομότερη από όσο θα έπρεπε. Με την ολοκλήρωση αυτού του φωτεινού παραδείσου, μας δίνεται ευτυχώς και μια περίοδος χάριτος. Το διάστημα αυτό, που ορίζεται χοντρικά από την ημέρα επιστροφής από τις διακοπές, μέχρι τη στιγμή που κάποιος ενοχλητικός θα μας ευχηθεί «καλό χειμώνα», είναι ένας προθάλαμος. Ένα Καθαρτήριο που οφείλει να μας βάλει με το μαλακό στη νέα σχολική χρονιά.

Σ΄ αυτήν ακριβώς τη φάση βρισκόμαστε, τούτες τις μέρες, πολλοί από εμάς. Αν και έχουμε επιστρέψει από τις διακοπές μας και βιώνουμε την καθημερινότητα που επιβάλλουν η εργασία και ο τόπος της μόνιμης κατοικίας, δικαιούμαστε ακόμη να κινούμαστε σε θερινούς ρυθμούς.

Προσπαθούμε να απολαμβάνουμε και όχι να υπηρετούμε τις κάθε λογής εμμονές μας. Ξοδεύουμε τον ελεύθερο χρόνο μας κυνηγώντας την ουσία -ή έστω πιστεύοντας πως το κάνουμε. Και βέβαια, μπορούμε να αναρωτιόμαστε αν όλες αυτές οι θερινές κατακτήσεις (οι σκέψεις που κάναμε, οι αποφάσεις που πήραμε κλπ) θα διατηρηθούν αλώβητες ή θα σκορπίσουν με την επέλαση της ρουτίνας.

Είμαστε έτσι σαν τους επιβάτες μιας ράθυμης κρουαζιέρας. Ή σαν τους τροφίμους ενός αλπικού σανατόριου, όπως εκείνο που περιγράφει ο Τόμας Μαν στο Μαγικό Βουνό. Το βιβλίο διαδραματίζεται στα χρόνια πριν από τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Ο Χανς, ο κεντρικός ήρωας, πηγαίνει αρχικά εκεί για να επισκεφτεί ένα συγγενή του. Όμως ανακαλύπτει πως του αρέσει και με τη βοήθεια ενός επίμονου χαμηλού πυρετού, «αναγκάζεται» να παρατείνει για λίγο τη διαμονή του. Τελικά, αναβάλλοντας συνεχώς την επιστροφή του στην «πραγματική ζωή», θα μείνει στο σανατόριο επτά ολόκληρα χρόνια.

Έτσι κι εμείς. Ξαπλωμένοι στην ηλιόλουστη σαιζ λονγκ μας, με την κουβερτούλα καλά τοποθετημένη στα πόδια μας, φιλοσοφούμε και κάνουμε ενδοσκοπήσεις. Φροντίζουμε την εύθραυστη ψυχική μας υγεία, μετρούμε τακτικά τη θερμοκρασία μας και μελετούμε τα ήθη και τα πάθη μας. Διυλίζουμε τον κώνωπα και διαφωνούμε για θέσεις και απόψεις που άλλοτε δείχνουν κοντινές και άλλοτε αντικρουόμενες. Παλαντζάρουμε σαν τον Χανς, ανάμεσα στις θεωρίες του Νάφτα και του Σετεμπρίνι.

Τριγύρω γίνεται ο κακός χαμός. Βομβαρδισμοί, αποκεφαλισμοί, επιδημίες. Ισραηλινοί εναντίον Παλαιστινίων, Ρώσοι εναντίον Ουκρανών, Αμερικανοί εναντίον τζιχαντιστών, Σιίτες εναντίον Σουνιτών, Λίβυοι εναντίον Λίβυων, αυτοί εναντίον εκείνων, εμείς εναντίον των άλλων… Χώρια τα διάφορα εσωτερικά μέτωπα. Τα προσωπικά μας άγχη και οι αιώνιες ή φρέσκες αγωνίες μας. Χώρια η τρέχουσα ελληνική ειδησεογραφία. Τα οικογενειακά εγκλήματα στην ελληνική επαρχία που δικαιώνουν τον Λάνθιμο και τον Αβρανά. Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς που περιμένει υπομονετικά, μέσα στον τάφο της Αμφίπολης, να τον ξυπνήσουμε. Το εθνικολαϊκό κιτς που έχει πλέον γίνει mainstream και μας καταπίνει σαν βόας, αργά και βασανιστικά. Που κολλάει παντού και μένει ανεξίτηλο όπως τα τατουάζ με τα διάφορα «Ελλάς ή τέφρα» και «Ή ταν ή επί τας» πάνω στα πρησμένα από τα αναβολικά, μπράτσα.

Όλα αυτά περνούν ξόφαλτσα από το οπτικό μας πεδίο ή εξοστρακίζονται και φεύγουν μακριά. Όμως, το ξέρουμε, η περίοδος χάριτος δε θα κρατήσει για πολύ. Ακόμη και ο Χανς που πήγε στο σανατόριο του Μαγικού Βουνού και ξέχασε να φύγει… Ακόμη κι αυτός αναχωρεί κάποια στιγμή. Ο συγγραφέας του θα τον αποχαιρετήσει βλέποντάς τον αρκετά ενθουσιώδη, μα όχι και πιο έξυπνο από πριν, να πηγαίνει στον πόλεμο.


Έχε γεια Χανς Κάστορπ (…) Τράβα στο καλό - είτε ζήσεις είτε πέσεις! Οι ελπίδες σου είναι λίγες. Αυτός ο άγριος χορός στον οποίο άφησες να σε τραβήξουν θα κρατήσει ακόμη κάμποσα αμαρτωλά χρονάκια και δε θα βάζαμε μεγάλο στοίχημα πως θα γλιτώσεις. Ειλικρινά, αφήνουμε το ζήτημα ανοιχτό και δε μας πολυνοιάζει. Περιπέτειες της σάρκας και του πνεύματος ανύψωσαν την απλοϊκότητά σου, σε άφησαν να επιζήσεις πνευματικά ό,τι δεν φαίνεται πως θα επιζήσει το κορμί σου. Ήρθαν στιγμές που μέσα από θάνατο και ασέλγεια της σάρκας ξεφύτρωσε μπρος στα μάτια σου, παραισθητικά και σαν να κυβερνούσες, ένα όνειρο αγάπης. Θα ξεφυτρώσει άραγε και από αυτή την παγκόσμια γιορτή του θανάτου, μέσα από την άγρια πυρκαγιά που πυρπολεί το βροχερό βραδινό ουρανό τριγύρω, κάποτε η αγάπη;
(Τόμας Μαν, Το Μαγικό Βουνό, εκδόσεις Εξάντας, μετάφραση Θόδωρος Παρασκευόπουλος)


ΠΗΓΗ: athensvoice.gr

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

ΠΛΑΤΑΓΙΣΜΟΙ

Άρχισαν να μεγαλώνουν οι νύχτες. Κάθε πρωί φυλάει στην τσέπη του λίγο 
παραπάνω σκοτάδι. Το βγάζει το σούρουπο σε μικρές δόσεις και το σκορπάει. Ποσά ανάλογα της εποχής, ποτέ αντιστρόφως ανάλογα. Γράφεις την εξίσωση και πάλι στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγεις. Σωστός υπολογισμός. Η άλγεβρα της αποτίμησης του χρόνου. Τα χαρτάκια του ημερολογίου με τους προκαθορισμένους αριθμούς. Σήμερα η ανατολή συνέβη στις 05.52 και η δύση στις 18.59. Από πίσω ένα ποιηματάκι. Ερωτικό συνήθως για να υπάρχει μια πινελιά συναισθήματος, έστω και με το πιο απλοϊκό είδος τέχνης, στο ξεφλούδισμα της εναλλαγής των ημερών.
Η θάλασσα σκυμμένη στο βυθό της πλένει το σώμα της ξανά και ξανά. Αποκαθαίρεται και προετοιμάζεται για την απομόνωσή της. Θα αλλάξει πολλά πουκάμισα αλλά φίδι δε θα γίνει. Δεν έμαθε να δαγκώνει. Ούτε να αποσύρεται σε χειμερία νάρκη. Αφήνει άλλους να πληγώνουν το αμφίσημο χαμόγελο της ζωής.
Άκουσέ την. Πλαταγίζει αποχαιρετισμούς και καλωσορίσματα…


Stavronia

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

Τα καλά παιδιά

΄Εγραψε: Pitsirikos

Κάθε φορά που διαπράττεται μια εγκληματική ενέργεια από νεαρούς ανθρώπους, οι κατηγορούμενοι, οι δικηγόροι τους και το περιβάλλον τους επικαλούνται το καθαρό ποινικό μητρώο και τον πρότερο έντιμο βίο , λες και είναι κάνα κατόρθωμα να μην έχεις σκοτώσει κάποιον μέχρι τα 18 σου.

Επίσης, οι κατηγορούμενοι και οι δικηγόροι τους επικαλούνται τους καλούς βαθμούς στο σχολείο, την αγάπη για την πατρίδα και το έθνος, τις συχνές επισκέψεις στην εκκλησία, μετάλλια σε κολυμβητικούς αγώνες και άλλα τέτοια.

«Κύριε πρόεδρε, δολοφόνησα δυο ανθρώπους αλλά είχα πολύ καλούς βαθμούς στα Μαθηματικά. Αν δεν με πιστεύετε, βάλτε μου καμιά εξίσωση να σας την λύσω».

«Κύριε πρόεδρε, μαχαίρωσα δυο Πακιστανούς στην Κυψέλη αλλά πάω κάθε Κυριακή στην εκκλησία και ψέλνω».

«Κύριε πρόεδρε, μαχαίρωσα ένα νεαρό ομοφυλόφιλο στο Γκάζι αλλά το έκανα από την αγάπη μου για την πατρίδα που είναι εντελώς στρέιτ».

Και βέβαια, όλοι αυτοί οι νεαροί που κάνουν εγκληματικές ενέργειες είναι -σύμφωνα με τους δικούς τους ανθρώπους- «πολύ καλά παιδιά».

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, οι λόγοι για τους οποίους η χώρα έχει γεμίσει από νεαρούς Έλληνες που είναι φασίστες, ρατσιστές και σεξιστές είναι οι λόγοι τους οποίους επικαλούνται για να ελαφρύνουν τη θέση τους.

Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, πρόσθεσε και τους ατελείωτους εθνικούς μύθους για την ανωτερότητα των Ελλήνων και του «ελληνικού DNA» και έτοιμος ο δολοφόνος που είναι πολύ καλό παιδί.

Γέμισε η χώρα από ανεγκέφαλους νεαρούς με φουσκωμένα μπράτσα και από αμόρφωτα κορίτσια που το κύριο μέλημά τους είναι τα νύχια τους και τα φρύδια τους.

Αγαπημένη μου Ελλάδα, έχεις μεγάλο πρόβλημα.

Τα παιδιά σου έχουν γίνει φασίστες.

Κι εσύ ψάχνεις τον τάφο του Μεγαλέξανδρου.

Ο οποίος ήταν πολύ καλό παιδί.


(Πώς στρώθηκε ο δρόμος για τον φασισμό)

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2014

Άννα Αχμάτοβα, Η Καταδικαστική Απόφαση

JORGE PEDRA   Absence
(Μετάφραση: 'Αρης Αλεξάνδρου)                          
(Από το «Ρέκβιεμ», Εκδόσεις Άγρα 2011)
Καλοκαίρι 1939

Κι έπεσεν η λέξη η πέτρινη του νόμου
πα στο στήθος μου το ακόμα ζωντανό.
Τι να γίνει, από τον καιρό προετοιμαζόμουν,
όπως όπως θα τα βγάλω πέρα και μ' αυτό.

Έχω σήμερα πολλές δουλειές. Για μέτρα:
Πρέπει κάθε μνήμη ευθύς να σκοτωθεί,
πρέπει την καρδιά να κάνω πέτρα,
πρέπει πάλι τη ζωή να μάθω απ' την αρχή.

Γιατί αλλιώς... Θροΐζει, να, ζεστά το θέρος,
στο παράθυρό μου στέκω κι είναι σαν γιορτή.
Το 'λεγε η καρδιά μου από καιρό, τα ξέρω
τούτο εδώ το φως και τ' άδειο σπίτι στη σιωπή.

Σάββατο 23 Αυγούστου 2014

ΕΝΑ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΑΝΔΡΙΩΤΑΚΗ

Είμαι ξαπλωμένος σε μια ξαπλώστρα, κάτω απ’ την 
ομπρέλα και διαβάζω το τελευταίο βιβλίο του
Ουελμπέκ, στριμωγμένος ανάμεσα σε δεκάδες άλλους, σε μια πολύβουη, αλλά όμορφη παραλία. Μπροστά μου μια φωνασκούσα τετραμελής οικογένεια. Ο σύζυγος ψάχνεται για κουβέντα. Έχει αφιερώσει το πολύ πέντε λεπτά σε κάθε δραστηριότητα, πέντε λεπτά ρακέτες με το γιο, πέντε λεπτά ρακέτες με την κόρη, πέντε λεπτά να πιεί τον φραπέ, πέντε λεπτά καβγάς με τη σύζυγο, πέντε λεπτά να καπνίσει ένα τσιγάρο, πέντε λεπτά αθλητική εφημερίδα, πέντε λεπτά σκανάρισμα της παραλίας, πέντε λεπτά θαυμασμός των οπισθίων μιας νεαρής, πέντε λεπτά να ξεφυλλίσει το κουτσομπολίστικο περιοδικό της συζύγου, πέντε λεπτά πλατσούρισμα στη θάλασσα, πέντε επιπλέον λεπτά με κάθε παιδί παιχνίδι στην άμμο, ο τύπος έχει εξαντλήσει κάθε δυνατό πεντάλεπτο, κι έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον για την παραλία. Σημειωτέον, όλα αυτά τα έχει κάνει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μείνει τίποτα απαρατήρητο απ’ τους άλλους. Έχουν περάσει ήδη τα πέντε λεπτά βαρεμάρας, ώσπου στρέφεται σε μένα. 
“Τί διαβάζεις φιλαράκο;” με ρωτά λες και με γνωρίζει δέκα χρόνια. 
Αιφνιδιάζομαι λίγο, σκέφτομαι πως είναι δυνατό κάποιος να μη διαβάζει στην παραλία, αλλά του απαντάω γρήγορα.
 “Ένα μυθιστόρημα”
 “Ελληνικό;”
 “Όχι, ξένο”
 Παρατηρώ ότι στον ώμο του έχει ένα τατουάζ, μια σύνθεση με την Ελληνική σημαία, μια μπάλα κι από κάτω το όνομα Μαρίνα. Οι απαντήσεις μου είναι κοφτές, ξερές, φωνάζουν ότι θέλω να συνεχίσω αυτό που κάνω. Όμως εκείνος έχει άλλη γνώμη.
 “Εγγλέζικο;” 
“Όχι, Γαλλικό” Κοιτάζει τριγύρω, εστιάζει για λίγο ξανά τα οπίσθια της νεαρής, που τώρα παίζει ρακέτες με το φίλο της και μου λέει:
 “Έχω να διαβάσω βιβλίο απ’ το σχολείο. Όχι ότι διάβαζα και τότε, αλλά επίσημα από τότε έχω να ανοίξω βιβλίο…”
 “Δε σου άρεσε…” του λέω, προσπαθώντας να επιστρέψω στον Ουελμπέκ.
 “Μου λένε ότι δε μπορώ να συγκεντρωθώ” συνεχίζει εκείνος απτόητος, και προσθέτει χωρίς περιστροφές “αλλά να σου πω την αλήθεια, νομίζω ότι τα βιβλία είναι χάσιμο χρόνου” 
“Όχι όλα” του λέω χαμογελώντας. Ξανακοιτάζει τριγύρω, κάνει μια παύση για να βεβαιωθεί ότι η οικογένεια συνεχίζει να βρίσκεται στο νερό, και κοιτάζει το βιβλίο μου.
 “Αυτό εδώ ας πούμε” λέει δείχνοντάς το, “τί λέει;”
 “Ακόμα δεν το έχω διαβάσει” του απαντώ. 
“Τί θα σου προσφέρει; Θα καταλάβεις καλύτερα τί συμβαίνει γύρω σου; Πώς; Χωρίς να κοιτάζεις γύρω σου περιμένεις ένα βιβλίο να σου πει τι γίνεται γύρω σου;”.
 Έχει στρέψει το βαρύ σώμα του προς την πλευρά μου. Θέλει οπωσδήποτε να δω το τατουάζ του. Όμως μοιάζει να έχει πάρει την κουβέντα πολύ σοβαρά και δε θέλω να του το χαλάσω.
 “Υπάρχουν πάρα πολλά βιβλία” του λέω. “Νομίζω ότι σίγουρα υπάρχει μια επιλογή καλών βιβλίων για τον καθένα. Το δύσκολο είναι να τα ανακαλύψεις και να εξασφαλίσεις χρόνο για να τα διαβάσεις”. Τώρα έδειχνε ακόμα πιο προβληματισμένος.
 “Δε μπορώ να φανταστώ ότι υπάρχει βιβλίο για "μένα" είπε με νόημα. 
“Είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν πολλά που θα μπορούσαν να σου μιλήσουν αρκετά…” του απάντησα. “Πες μου ένα” με προκάλεσε, “κι αν μ’ αρέσει θα σου βγάλω το καπέλο”, είπε κάνοντας μια κίνηση προσποιούμενος ότι βγάζει το καπέλο του μπέηζμπολ που φορούσε.
 Έκανα μια πανοραμική κίνηση του κεφαλιού μου, σαν το σκανάρισμα που έκανε εκείνος, όταν εντόπισε τα οπίσθια της νεαρής, και του είπα: 
“Το μουνάκι της Ειρήνης”
 “Τί;” είπε ξαφνιασμένος. “Το μουνάκι της Ειρήνης, Λουί Αραγκόν” 
“Πλάκα μου κάνεις”
 “Καθόλου, είναι ένα βιβλίο, και μάλιστα πολύ ενδιαφέρον!”
 “Τσόντα;” είπε με πονηρό ύφος.
 “Ποιητική” του είπα γελώντας.
 “Θα το βρω στα βιβλιοπωλεία;”
 “Νομίζω ότι είναι εξαντλημένο” του είπα, “άλλά όποιος ψάχνει, βρίσκει…” 
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή πλησιάζει στην ομπρέλα η γυναίκα του.
 “Γυναίκα” της λέει μ’ ενθουσιασμό, “το απόγευμα να πάμε στο βιβλιοπωλείο που είδα στο χωριό”. 
Εκείνη σαν να μην πίστευε αυτό που άκουγε, κάθισε για λίγα δευτερόλεπτα με την πετσέτα της τυλιγμένη γύρω στο βαρύ της σώμα, να τον κοιτάζει σαν να έβλεπε τον Μπραντ Πιτ. Επειδή όμως αυτά δε γίνονται στην πραγματικότητα, άλλαξε αμέσως θέμα, του είπε κάτι για ένα κατόρθωμα των παιδιών κι ότι ήταν ώρα να φύγουν. 
Με κοίταξε, έκανε κάπως βεβιασμένα κι αμήχανα την κίνηση ότι βγάζει το καπέλο και ξεκίνησε το πεντάλεπτο πρότζεκτ μαζέματος των πραγμάτων. Αν δεν κάνω λάθος, φαινόταν να έχει καλύτερη διάθεση. Ίσως επειδή σε λίγο θα έτρωγε, δεν ξέρω. Δεν τον ξαναείδα.
 Ενδόμυχα δεν έχω πάψει να πιστεύω ότι μπορεί να εξευγένισα και να πρόσθεσα έναν ακόμα αναγνώστη στην ανθρωπότητα.
τίτλος του κειμένου είναι Το Μουνάκι της Ειρήνης. Για ευνόητους λόγους προτίμησα να μην το βάλω στην επικεφαλίδα της ανάρτησης)

artworks : Konstantin Antioukhin

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

ΘΑ ΜΕΘΥΣΩ ΚΙ ΑΥΡΙΟ

Το φως καμπυλώνει, βουλιάζει και πνίγεται. 
Οφθαλμαπάτη για την υπόσχεση της νύχτας. Άργησα σήμερα. Νόμιζα ότι είχα όλη τη μέρα δική μου. Το γερμένο παντζούρι της σκέψης μου βάδιζε σημειωτόν από το ένα πράγμα στο άλλο. Δουλειές που δεν τελειώνουν και σχεδιάσματα ημιτελή. Κουτάκια που ανοιγοκλείνουν αλλά ποτέ δε σφραγίζουν. Ίσως αυτό να είναι η ροή κάθε μέρας. Αλληλουχία συμβάντων, όχι προς επεξεργασία, μάλλον προς διευθέτηση. Δεν προλαβαίνει κανείς. Ούτε τον καιρό ούτε την κρυφή συνωμοσία της ζωής.
Άργησα αλλά πήγα. Στην ύφεση του σκοτεινού νερού βυθίστηκα, μέθυσα κι ένιωσα πως άλλαξα σώμα. Για πόσο ακόμα θα γίνεται λίμνη η θάλασσα; Ανεξιχνίαστες ώρες στην κερκόπορτα του φθινοπώρου. Υπολείπονται ακόμα μερικά σώματα για ν’ αλλάξω πριν πληθύνουν οι υδάτινες πτυχώσεις και τα βράχια παλέψουν με τα στοιχειά των βοριάδων. Αποστρέφω το νου μου απ’ αυτό. Στρέφομαι στον ωραίο τόπο. Στην εκπληρωμένη υπόσχεση του καλοκαιριού. Φύκια κι όχι μεταξωτές κορδέλες. Φύκια που μυρίζουν θάλασσα. Θα μεθύσω κι αύριο. Κι ας αργήσω…

Stavronia

Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ

Μυρωδιά φθινοπώρου. Αλλάζει η χροιά 
της φωνής του νερού. Τα μελτέμια του Αυγούστου ετοιμάζουν τη μεγαλοπρεπή
πανσέληνο. Ο νυχτερινός ουρανός θα φορέσει τα καλά του. Aύριο.  Θα πλημμυρίσουν φως και μουσική οι αρχαιολογικοί χώροι, ολιγόωρη τιμή στην ιστορία του πολιτισμού. Διάνυσμα στη σκοτεινή εποχή, τη δική μας. 
Ύστερα το φως θ’ αρχίσει σιγά σιγά να κρυώνει. Θα λιγοστέψουν οι επισκέπτες στα νησιά. Και τα πλοία. Ιδίως αυτά. Θα μείνουμε πάλι εμείς κι εμείς. Στα πιο ακριτικά μέρη μόνο εμείς. Με τις ανύπαρκτες Θερμοπύλες. Να τις φυλάμε. Κανείς δεν ξέρει να πει από τι. Αφού δεν υπάρχουν σύνορα ανάμεσα στους γηγενείς, στους μετοίκους, στους επισκέπτες και στους εισβολείς. Τα κρυφά περάσματα ανήκουν στo παρελθόν των καθαρών πολέμων. Τότε που η προδοσία είχε το νόημα και τη σημασία της. Ήταν ο δρόμος των παραδόπιστων ή των δειλών. Γι' αυτό τώρα εμείς γίναμε οφειλέτες αορίστου χρέους. Θα ξεχαστούμε. Οι άλλοι θα επιστρέψουν στο άλεσμα της πόλης. Θα ξεχάσουν. Αφού ο μύλος της πολυκοσμίας όλα τ’ αλέθει. Θρυμμάτισμα ημερών για την τελετή του επόμενου καλοκαιριού. Άλλο χρέος αυτό. Διαφορετικό. Σαν τη  ζωή που αλλού έχει μικρή αξία. Έως μηδαμινή. Σε διατίμηση ο άνθρωπος στον πλανήτη γη. Τυχεροί όσοι προλάβουν να δουν κι αυτό το φεγγάρι. Ολόγιομο, στην ώρα του…

Stavronia

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

Η ΖΩΗ ΣΕ ΕΙΚΟΝΕΣ

Εικόνες από συμβάντα του κόσμου. Ένας πλανήτης σε εξέλιξη. Χωρίς τοπικά ή χρονικά επιρρήματα. Αφού κανείς δεν μπορεί με βεβαιότητα να πει… Μπροστά, πίσω, σε μια άλλη μορφή ζωής, στο διάστημα, στις υπερσύγχρονες σπηλιές της τεχνολογίας, στην ψηφιακή βαρβαρότητα του αύριο… Ρευστά όλα, άνθρωποι, αξίες, πολιτισμός, συνέχεια…
Κάθε εικόνα γράφει την ιστορία. Με το δικό της λεξιλόγιο. Δε διαβάζεται από όλους.
Ακόμα κι αν διαβαζόταν ο καθένας θα την ερμήνευε διαφορετικά. Αστερόσκονη ο άνθρωπος. Αν εξαφανιστεί θα μείνει μόνο σκόνη; Λάμψη; Ή τίποτα;



Μαθητές γύρω από κεριά σε σχήμα αεροπλάνου σε ολονυκτία για τα θύματα της πτήσης MH17 της Malaysia Airlines.



Ισραηλινός στρατιώτης σε άρμα μάχης στο βόρειο άκρο της Λωρίδας της Γάζας.


   Ινδουϊστρια βυθίζεται στα νερά του ποταμού Μπαγκμάτι κατά τη διάρκεια του προσκυνήματος Bol Bom.




Κωπηλάτης στην ακτή Φράνκστον της Μελβούρνης στην Αυστραλία, λίγο πριν ο ήλιος δύσει πίσω από σύννεφο ομίχλης.



Συγγενείς θυμάτων θρηνούν στο σημείο της σύγκρουσης τρένου με σχολικό λεωφορείο στην πόλη Μεντάκ της Ινδίας.



Ένα μεγαλύτερο φλαμίνγκο ξεχωρίζει ανάμεσα σε νεοσσούς σε καταφύγιο στη Φουέντε ντε Πιέδρα, στη Μάλαγα της Ισπανίας.



Ο Ολλανδός Λεκ βαν Ζεβενμπέργκεν παίρνει μέρος στην κούρσα των 400 μέτρων για το αγώνισμα του δεκάθλου στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου Εφήβων, στο Γιουτζίν του Όρεγκον των ΗΠΑ.




Ο Γερμανός πιανίστας Στέφαν Άαρον παίζει πάνω σε ένα 'ιπτάμενο χαλί' που κρέμεται από ελικόπτερο.
ΠΗΓΗ : http://news.gr.msn.com/ (Η εβδομάδα σε εικόνες: 25 Ιουλίου 2014)

ΑΤΑΚΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ

Πλοία υπερπλήρη προσδοκιών
Επιβιβάσεις, αποβιβάσεις, οχλοβοή
Φλυαρίες επί παντός επιστητού
Προτιμώ τη γλώσσα της θάλασσας
Διαρκής, ακατάπαυστη, σιγανή
Ένα νανούρισμα αιώνιας μάνας
Να φροντίζει τόσα άτακτα καλοκαίρια
Που δε μεγαλώνουν ποτέ...


Stavronia                                                                                                                                                                                                                                                   

Παρασκευή 25 Ιουλίου 2014

ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ

Κουβαλάω ένα βαρύ φορτίο. Βαραίνει όλο και περισσότερο κάθε φορά που ένα φύλλο πέφτει από το πλακέ ημερολόγιο του τοίχου. Με στροβιλισμό πούπουλου. (Μαζί με το ποιηματάκι που ΄χει από πίσω. Όλο ρίμες κι επιφωνήματα. Του έρωτα και της σκοπιάς. Παράλογα πράγματα. Και τα δυο. )
Συμβαίνει κάθε μέρα. Όσο πέφτει. Χωρίς διακοπή... Κι η πλάτη μου καμπουριάζει επικίνδυνα. Απ’ το βάρος. Κι ας μην είναι φανερό στους άλλους. Προσπαθώ να το κρύψω. Κρατώντας ίσια μια νοητή γραμμή μέσα μου. Αστείο πράγμα!
Ο καθρέφτης μου δεν διαψεύδεται. Ο καθρέφτης μου είμαι εγώ. Ακόμα και χωρίς καθρέφτη ένα κατασκοπευτικό μάτι με παρακολουθεί. Με το αλφάδι του με ζυγίζει. Είναι το δικό μου μάτι. Το άγρυπνο, αυτό που κρατάει ένα τετράδιο συμβάντων. Κρίνει και επικρίνει. Σπάνια εγκρίνει. Ποτέ δεν υποκρίνεται. Γιατί είναι ο τέλειος υποκριτής μιας παράστασης που αρχίζει με την έξοδο από ένα άλλο σώμα και τερματίζει σε μια άγνωστη είσοδο χωρίς σώμα. Ενδιάμεσα συλλέγουμε αυταπάτες. Αυτό είναι το φορτίο. Κι εδώ όλοι καταλαβαινόμαστε. Χωρίς λόγια.


Stavronia

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014

περί ποιείν

Η οδυνηρή αποκάλυψη του ψεύδους δυο βήματα μακριά απ’ την αλήθεια είναι λόγος ποίησης.
Η συγχώνευση της αβύσσου μεταξύ ουτοπίας και χειροπιαστού εγκυμονεί, ωσαύτως, ποίηση.
Στο χείλος του φοβερού, μα και στη σιγουριά της νηνεμίας, ένας ανεξιχνίαστος ίσκιος πορεύεται αντάμα στον ποιητή. Έτοιμος να βυθιστεί στη φρίκη, έτοιμος να λάμψει ως διάττων στο στερέωμα. Φωνακλάς και κρυψίνους, -αναλόγως της περίστασης και του πάθους.
Ετούτη η βολική σκιά, κάτω από την οποία μπορούμε να κρεμάσουμε με ασφάλεια το προσφάι μας, μα κι η εκκρεμότητα της απαντοχής σ’ απόσταση ανάσας απ’ τον χαμό ή τον σωσμό,  είναι η ποίηση.

Είναι τα φοβερά ή μηδαμινά γεγονότα που ωριμάζουν μέσα στον ντορβά της αβεβαιότητας πριν γίνουν μελετημένη έκρηξη που εκτινάσσει στα χάη, απίστευτα βίαια, την τρυφεράδα με την οποία εκκολάπτηκαν, απίστευτα τρυφερά τη βία που τα κλώσησε.

Είναι οι φαντασματικές αγάπες, τ’ αγερικά του πόθου μας, οι ασαφείς σκιαγραφίες της ελπίδας και κάποιος πεταμένος σπόρος σε χρόνια χέρσο τόπο που πάει να μπουμπουκιάσει, είναι ποίηση.
Είναι η σιωπή των αυθεντικών ρεμαλιών, τα τελώνια που κατεβαίνουν αποβραδίς στις πλατείες και στα πάρκα και στερούν στις δεκοχτούρες τα πεταμένα ψίχουλα και τ’ απομεινάρια της καλοσύνης ημών των περαστικών.
Είναι η ποίηση.

Συμβαίνει να στοχάζονται πολλοί: αργόμισθοι, αργόσχολοι και πολυάσχολοι, τεμπέληδες, βαρεμένοι, δοκησίσοφοι, πνευματιστές, γιάπηδες ...-ο καθένας για τον δικό του λόγο. Ο στοχασμός τους είναι εν πολλοίς ο σαρκασμός στην ποίηση, ο χλευασμός της, η αποσάρκωση της ποιητικής ουσίας κι ο χαλασμός της: η σκέψη  τους δεν ποιεί, αλλά φτιάχνει. Φτιάχνει σχέδια για το σαββατοκύριακο, φτιάχνει όνειρα για τους δύστυχους και παράδες για τους αετονύχηδες, φτιάχνει εκμεταλλευτές, φτιάχνει  ¨ψώνια¨ και θύματα.

Ο ποιητής δεν συλλογιέται, γιατί  δεν προκάνει: ρίχνεται ευθύς  κι ασυλλόγιστα στο άγριο μακελειό των φωνηέντων και με τη θεομηνία του εξευγενίζει τα φαντάσματα του νου, ακρωτηριάζει τις εκφραστικές ευκολίες, ανοίγει χαρακώματα, θάφτει ό,τι άσχημο περισσεύει. Και την όποια ομορφιά την αποθέτει ξόδι στη θανή αυτής της ίδιας της ασκήμιας.
Δημιουργεί λόγο κι αφορμή, χαμό, ζωή. Ποιεί.

Ποίηση είναι η εμμονή του γραφιά στο τίποτα, στην αποθέωση του ελάχιστου: όχι της λεπτομέρειας, μα του μηδενικού. Επειδή γνωρίζει ο ποιητής πως η μεταμόρφωση του μεγαλείου απ’ το μηδαμινό σ’ αυτό που είναι έχει ως αφετηρία το περιφρονημένο λίγο.
Ποίηση είναι να τρομοκρατείς τις εταιρείες επένδυσης συναισθημάτων και να κινητοποιείς σύμπασες τις υπηρεσίες ασφαλείας προκειμένου να δικαιολογήσουν την παρουσία τους στις μπαρμπουτιέρες και τη διακριτική τους μεταμφίεση ως μανταλάκι στην απλώστρα με τα κυλοτάκια της ξανθιάς κυρίας του τρίτου ορόφου επί της οδού και υπ’ αριθμ. και τα λοιπά.
Να τινάζεις στον αέρα την ηδονή και να φυλάς στον κόρφο την οδύνη της.
Να ’σαι η γης και τα πηγάδια της και να ’σαι το άπνοο φιλί στην άμμο της ερήμου. Ο παράλληλος και ο μεσημβρινός που οδηγούν εσαεί στο στίγμα του σκοτωμένου σου έρωτα.
Είναι η ποίηση το φιλί και το νερό και οι απίθανες μηχανές του νου που σε τραβούν μακριά από τούτα τ’ ανύσταχτα μάτια της ζωής για να σου δώκουν ύπνο. Είναι ο χαλασμένος δραπέτης έξω από την πόρτα μας που ζητάει, νυχτιάτικα, δικαιοσύνη.

Είναι ποίηση η μυρωδιά των πεθαμενατζίδικων που αναδίδουν κάτι από Χριστό, από κρίνους κι από πάθη. Το λιγάκι περισσότερο απ’ τη μπόχα των σκοτεινών συρταριών του ληξιαρχείου που χρειαζόμαστε  για να επιβεβαιώσουμε γέννηση και θάνατο ενός εαυτού που δεν πρόλαβε καλά-καλά να δαγκώσει από το μήλο της συνείδησης -κι ένα ¨τις¨ από τα αυτοφυή κρίνα στην όχθη του παλιόλακου είναι η ποίηση. Και είναι εκεί για να ημερεύει ως αποτέλεσμα ετούτων των δοκιμασιών την αγριότη μας κάθε που μας κακοφαίνεται το έσχατο ‘χαίρε’. Μέσα από την προσκαιρότητα του θανάτου, μια πελώρια χαρά προβάλει και φωτίζει τον βαρύ ίσκιο της απώλειας: η ελπίδα,  ποιητική θυγατέρα.
Είναι εκεί για να γεννάει τη ζωή απ’ το τελείωμά της, για να βγάνει άσπρο αετό από τον μαύρο βράχο.

Είναι οι νυσταγμένες γάτες στ’ απομεινάρια της ευμάρειάς μας που χορταίνουν τη νύστα και την πείνα τους με νιαουρίστικα στιχάκια. Προκύπτουν και καλή γραφή τ’ ανομολόγητα ονείρατά τους για ένα επιτραπέζιο, ατιμώρητο γιουρούσι στον πασχαλινό σκασμό μας.
Είναι ποίηση να καταφέρεις να τουμπάρεις την ηρεμία όσων τολμήσουν -ή ατυχήσουν- να σε διαβάσουν.
Και να ’σαι ο από ραφιού εφιάλτης όσων αρκέστηκαν στο φυλλομέτρημά σου.
Να ’σαι οι απανωτές εκρήξεις στο σώμα της ήμερης συνείδησης και να ’σαι το καρφί που εισβάλει οδυνηρά στον κώλο της οξυζεναρισμένης γκόμενας κάθε που χρησιμοποιεί το χειρόγραφο που της χάρισες για ν’ ανακουφίσει τον ευαίσθητο πισινό της στις παγωμένες κερκίδες των ερωτικών της γηπέδων.

Ποίηση είναι να....
Και με τα χέρια στις τσέπες.  



Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Στη μέση της σκάλας                    
Στέκεται ο Ιούλης
Κατεβαίνει ως τα νύχια
Του βράχου σπαρμένος
Βλάστηση ανθρώπων
Όστρακα ανοιγμένα
Τα παράθυρα τρίζουν
Φωνές, γέλια παιδιών
Εκεί το φως με το καλό του ρούχο
Συναντάει αλλιώς την ανατολή
Αποχαιρετάει αλλιώς το δειλινό
Το καλοκαίρι ξέρει η θάλασσα
Πώς να πλέκει βλέμματα
Μα πιο καλά ξέρει πώς να τα ξηλώνει
Ο καιρός διαλέγει το ρόλο του
Φίλος κι εχθρός
Ενώ κοιμάσαι ανύποπτος
Αύγουστος με τ’ ασήμι του
Στοιχειώνει τ’ όνειρό σου
Δε θυμάσαι το πρωί
Πόσο μακριά ταξίδεψες
Μόνο μετράς ακόμα
Μία πανσέληνο ή δύο
Κι ύστερα φύλλα και πουλιά
Θα ξεκλειδώσουν το φθινόπωρο
To δικό σου και της εποχής

Stavronia



Σάββατο 19 Ιουλίου 2014

ΦΥΛΛΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Γεγονότα. Δεν παρακολουθώ. Εικόνες μόνες. Σκόρπιοι τίτλοι. Τέλος του Μουντιάλ.
Σύλληψη Μαζιώτη. Τα μπάνια των σταρς. Οι διακοπές των πολιτικών προσώπων. Η πανσέληνος του Ιουλίου. Εκδηλώσεις. Παντού. Στην καρδιά του καλοκαιριού. Φως. Άπλετο. Εκτυφλωτικό. Γαλάζια ραψωδία. Νησιά. Γέλια. Φωνές. Βοή. Εδώ.
Πρίμα. Δεν πάει τίποτα. Μόνο το χρήμα. Όπως πάντα. Όμως. Αλλού σκοτάδι. Εξόντωση. Μαύρο. Αν ο θάνατος έχει χρώμα. Κρίμα. Όπως. Η φωτογραφία του νεκρού παιδιού στη Γάζα. Ενός απ’ τα πολλά. Χωρίς ντροπή. Δεν είναι το δικό σου. Ούτε το δικό μου. Αλλού. Στ’ αζήτητα η ζωή. Και το ποίημα στ’ αζήτητα. Καληνύχτα. Πόσο καλή;


Stavronia