Παρασκευή 26 Μαΐου 2017

ΑΠΩΛΕΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΡΙΑ

Δεν μετρηθήκαμε αλλά κανείς δεν έλειπε. Ήταν εκεί όλοι, παρόντες άπαντες, όμως στο απουσιολόγιο καταγράφηκε μόνο ο απολεσθείς. Έτσι γίνεται πάντα όσο κι αν είθισται να συμπαριστάμεθα στους οικείους, εκείνοι δεν παίρνουν απουσία. Κι αυτός που λείπει δεν έχει συναίσθηση της απουσίας του. Άρα πόνος δεν υφίσταται. Εκτός από την προβολή του σε σκηνή προσεχώς, οικείου μέλλοντος.
Ζώντες και τεθνεώτες λοιπόν, τα γνωστά, χους ην και εις χουν απελεύσει. Τα πρόσωπα λιγότερο ή περισσότερο αναγνωρίσιμα. Οι στρώσεις του χρόνου ραμμένες με διπλό γαζί είχαν κεντήσει πάνω τους την πιο κυρίαρχη ψυχική έκφραση.
Σ' όλα όμως εμπλεκόταν η απορία. Απορία με κούραση, απορία με φόβο, απορία με παραίτηση, απορία με μια δυο δόσεις ζαμανφουτισμού, απορία με αινιγματικά ή όλως διόλου χαζά χαμόγελα. Η απορία εντέλει, ίσως ο μοναδικός αδιαφιλονίκητος μάρτυρας ότι ζήσαμε και πεθάναμε. Για να λέμε. Για να σωπαίνουμε. Για να έχουν σε κάτι να απαντήσουν οι επόμενοι. Ακόμα κι αν δεν μπορέσουν, που είναι μαθηματικά βέβαιο πως όχι. Ε, και λοιπόν;


S.

Παρασκευή 19 Μαΐου 2017

ΔΙΑΡΚΗ ΤΑΞΙΔΙΑ

Nα μην σ΄ακολουθεί κανένας τόπος. Μόνο η ανεξερεύνητη εκδοχή όλων των ταξιδιών που κάποτε σε στοίχειωναν, σαν ανεκπλήρωτος έρωτας. Αυτών που δεν έκανες έτσι όπως είθισται να γίνονται. Ου τόπος, εύθραυστος ακόμη και για τους πλέον ασθενείς ανέμους του πνεύματος.
Η παντός καιρού φαντασίωση, αρκεί τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα να χάνουν πότε πότε την ταυτότητά τους. Μικρές καθημερινές αποδομήσεις της (αληθώς και ψευδώς 
ειπείν) υλικής υπόστασης. Για λίγη περισσότερη εξοικείωση με τον αφανισμό  πριν την αναμενόμενη γέννηση.
Μια μικρή βαλίτσα με τα άκρως απαραίτητα λοιπόν:
Στο ράφι της βιβλιοθήκης, σε μια γωνιά της κρεβατοκάμαρας, σ’ ένα αινιγματικό χαμόγελο, σ΄ ένα διάλειμμα σιωπής, σε μια απουσία που ξεχάστηκε ανάμεσα σ’ άλλα απολεσθέντα.

Ούτως ή άλλως όλα τα ψέματα, όλες οι λύπες, όλες οι αναπάντεχες χαρές κρατούν μυστικά στα χέρια τους τα ναύλα μας. 

S.

Τετάρτη 17 Μαΐου 2017

ΑΔΟΛΑ

Yπήρξαν κι εκείνοι που έζησαν πλήρεις, ευτυχείς μονάδες με την 
αναντικατάστατη συντροφικότητα των λέξεων, αυτοκαθοριζόμενοι παρίες μόνο για τα συμπαρομαρτούντα των ανούσιων της καθημερινότας. Μεθοδικοί μελετητές του θαύματος με αλλότρια μάτια αλλά με την ψυχή τους ολάκερη.
Γι’ αυτό σου υποβάλω τα σέβη μου κι αποχωρώ. Κρατάς στο μαυσωλείο-μουσείο σου ακρωτηριασμένα τα μέλη του πάθους, κλοπιμαία ποιητικά σπαράγματα και αντίκες που πλησιάζουν επικίνδυνα έναν αιώνα προσωπικής αυταπάτης.
Επιμένω στην άδολη τέχνη του λόγου για να έχω λόγο ύπαρξης δεδομένου ότι τα θηράματα έχουν την ίδια ατυχή τύχη με τα τρόπαια. Ενώ κάποιοι τα θαυμάζουν στην ουσία ανήκουν στον μακρύ κατάλογο των μακάβριων- μάταιων απολογισμών.
Ουδεμία η χρηστικότητα της ποίησης λοιπόν για τους κυνηγούς ωραίων και ελκυστικών στιγμών και για σημαιοφόρους που κρατούν την καταξίωση πιο σφιχτά απ’ το μακρύ κοντάρι τους.
Εξακολουθώ να συνομιλώ ήσυχα με τις σελίδες μου. Στα δάση τους φύεται ο ανιχνευτικός, μοναχικός δρόμος μου. Ίσως γιατί δεν υπήρξα ποτέ θηρευτής τους.


S.

Κυριακή 14 Μαΐου 2017

ΕΝ ΑΡΧΗ ΗΝ ΕΚΕΙΝΗ

Εν αρχή ην εκείνη.
Εκείνη κι εσύ άμορφος.
Σχηματίζεσαι μέσα της.
Δυσδιάκριτη η φωνή της. 
Υπόγειος ήχος, παφλασμοί λέξεων.
Την ακούς, ελάχιστος, προστατευμένος. 
Κύημα της ίδιας αρχέγονης μήτρας.

Γεννιέσαι.
Ώρα εξόδου ή εισόδου
στα αποσιωπητικά της ροής.
Σου μιλάει.
Σχηματοποιείται η εικόνα της.
Δε χωράς πια στη χούφτα της.
Σε μεγαλώνει, μεγαλώνεις και μεγαλώνει.

Εξακολουθεί να σου μιλάει διαρκώς.
Παρούσα ή απούσα τα λόγια της
φτάνουν ξεκάθαρα πια στ’ αυτιά σου.
Έχουν ήδη καταγραφεί 
αλλά θα το μάθεις πολύ αργότερα.
Ψηλώνεις κι εκείνη μαζί σου
από λαχτάρα και περηφάνια.
Ακόμα και τις στιγμές
που δε λαχταράς τίποτα
ή νιώθεις ταπεινωμένος.

Πιάνεις πολύ χώρο πια.
Ίσως όχι στις ζωές των άλλων.
Αλλά σίγουρα στη δική της.
Τα λόγια της και οι σιωπές της
μιλούν ακατάπαυστα.
Όμως αρχίζει να μικραίνει τώρα.
Σαν να  απομακρύνεται.
Δε σ’ εγκαταλείπει 
μα η παρουσία της ξεθωριάζει.
Γίνεται ξανά αθέατη.
Μετά από καιρό
ίσα ίσα χωράει στη χούφτα σου.
Μεγάλωσες πολύ τώρα.

S.

Τετάρτη 19 Απριλίου 2017

ΠΟΥ ΠΗΓΕ Η ΕΥΓΕΝΕΙΑ ΠΟΥ ΧΑΣΑΜΕ;

Ευγένεια. Το επίσημο, ανεκτίμητο ένδυμα της ψυχής. Ανίδεο ή όχι από πληθυντικούς, χαιρετούρες,
έτσι όπως ορίζει το savoir vivre των καλών τρόπων και η ευθυτενής στάση του σώματος, πηγάζει από το βλέμμα και την καθαρότητα της εκπομπής του. Άγεται και φέρεται ως όχημα όσων αντιλαμβάνονται τις πιο λεπτές αποχρώσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς και της φύσης των πραγμάτων, ανεπιτήδευτο και προσηνές, αμέτοχο συμφερόντων και εγωκεντρικότητας.
Ολότελα διαφορετικού σχήματος μοτίβο από το σκότεινο κι άραχνο τρίγωνο του ναρκισσισμού, του μακιαβελισμού και της ψυχοπάθειας.
Συναντάται ενίοτε σε έναν αμόρφωτο βοσκό, σε έναν μεροκαματιάρη εργάτη ή σε έναν καθηγητή Πανεπιστημίου με μεταπτυχιακά, ντοκτορά και τίτλους. Δεν έχει σημασία η μορφωτική βαθμίδα ούτε οι σπουδές. Ή υπάρχει έμφυτο γιατί έχει αποτυπωθεί ερήμην στο γονιδιακό προφίλ του εκάστοτε ή το αποκτάς γιατί το θεωρείς αναπόσπαστο στοιχείο της προσωπικότητάς σου.
Σπάνιο κι άρα δυσδιάκριτο πλέον στις εποχές που ζούμε. Εκτελεσμένο στα τρία μέτρα αν παρατηρήσουμε τη συμπεριφορά των οδηγών στο δρόμο, τον τρόπο που απευθυνόμαστε στο σερβιτόρο για την παραγγελία μας, στον υπάλληλο όταν προσπαθεί να μας εξυπηρετήσει, στους γονείς μας, στους συντρόφους μας, στα παιδιά μας, στον οποιοδήποτε με τον οποίο τυγχάνει να λογοφέρουμε. Κι εκεί υπάρχει κώδικας δεοντολογίας, όπως παντού. Οφείλει να είναι μέρος της καθημερινότητας. Κι αν δεν είναι κάποιες φορές ας το ακολουθεί μια εγκάρδια και ταπεινή συγγνώμη.
Αλλά εις μάτην.
Ίσως φταίει η καθολική κρίση που βιώνουμε στο πετσί μας τόσα χρόνια για την απώλεια αυτού του πολύτιμου στοιχείου. Ίσως πάλι όχι.
Ο tembora,o mores! λέγεται ότι είπε κάποτε ο Κικέρωνας για την εποχή του, παντρεύοντας την ειρωνεία με το σαρκασμό.

S.

Δευτέρα 10 Απριλίου 2017

ΟΙ ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ


Eξήγησε μια μια τη σημασία των ημερών 
της Μεγάλης Εβδομάδας στα παιδιά.
Δεν ειπώθηκε καμιά ερώτηση ούτε για το Μυστικό Δείπνο 
ούτε για την προσευχή στον κήπο της Γεθσημανής.
Όλα ήθελαν να μάθουν μέχρι την τελευταία ανατριχιαστική λεπτομέρεια για το βασανισμό και τα μαρτύρια. Τ’ αυτιά τους είχαν γίνει νυχτοπεταλούδες που όδευαν προς τις πυρακτωμένες λάμπες. Ακούγοντας να καούν. Φαίνεται η Σταύρωση είχε βαθύτερη σημασία απ’ την Ανάσταση. Και δεν είχαν ιδέα για κανένα απ’ τα δυο. 
Κάποια άλλα αλλού, εκπαίδευαν το πετσί τους στο μεγάλο σχολείο του πόνου. 
Αυτά δεν είχαν ερωτήσεις ούτε απορίες…


S.

Τρίτη 4 Απριλίου 2017

ΕΝ ΥΠΝΩΣΕΙ

Η αυθάδης διαδοχή των ημερών απέκλεισε την ονειροπόληση.
Κι όμως…
Κανένα ξυπνητήρι δεν έκανε σωστά τη δουλειά του.
Ο υπνωτισμένος πλανήτης, ετερόφωτος όπως πάντα, γύρω από τον αόρατο άξονά του, σκόρπαγε αριστερά και δεξιά τον κόσμο.
Χυμένοι άνθρωποι σε δρόμους και σπίτια, ετερόφωτοι κι αυτοί απ’ τον εφιάλτη εμμονικής ερωτοτροπίας της μνήμης. Κι η μνήμη δεν ήταν αποτύπωμα παρελθόντα χρόνου αφού οι χρόνοι είχαν άψογα συγκολληθεί με τη στιγμή. Η στιγμή ήταν το μοναδικό πρόσωπο του χρόνου. Μόνο που αδιαφορούσε πλήρως για όλους.
Σ’ ένα παράλληλο σύμπαν, στην αθέατη πλευρά της ιστορίας έκανε ανενόχλητη τη δουλειά της: Να δείχνει πρώτα τα δόντια κι ύστερα τον οίκτο της στη συνειδητοποίηση. Κάπου εκεί, στη λίμνη των στεναγμών η αλήθεια αθόρυβη ακροβατούσε. Χωρίς αντικατοπτρισμό. Διάβαινε με βήματα πουλιού ανάμεσά μας ούτε άσχημη ούτε όμορφη. Με την πλάτη γυρισμένη στις εικόνες που θόλωναν. Χωρίς σκεπτικισμό και διλλήματα.

S.

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2017

ΠΡΟΜΗΝΥΜΑ ΑΝΟΙΞΗΣ

Όμως να! Σαν να’ χει πέσει ο πρώτος σπόρος της άνοιξης. Πλανάται περισσότερο μέσα μου παρά γύρω μου, κρύβει ό, τι με πνίγει ασφυκτικά σαν μέγγενη ή σαν ανεκπλήρωτος πόθος καθώς φανερώνεται σε ανύποπτο χρόνο και διεκδικεί τη θέση του στο σύμπαν του δικού μου κουραστικού χειμώνα.
Οσμή ανθοφορίας από γέννηση ή μαρασμό. Έχουν τον τρόπο τους τα λουλούδια να έρχονται και να φεύγουν μ’ αυτό το θεαματικό τρόπο. Κατακλύζοντας την ατμόσφαιρα του χωροχρόνου της κίνησής μου.
Ένα καλάθι ευχές στη μέση του σαλονιού. Έτσι διεκδικεί η αγάπη τα ελάχιστα με την έκπληξη και τη σεμνότητα του ανεπιτήδευτου.
Πολύτιμο, δυσεύρετο πετράδι ενός κόσμου διαφορετικού από εκείνον που μαθαίνει πώς να προσθέτει στην κάθε μέρα λίγη δόση σκοταδιού επιπλέον.
Κάπου αφημένο το μαγικό ραβδάκι της ζωής μονάχο του, κάνει ακόμα θαύματα.
Όπως αυτός ο υπέροχος κήπος που φυτρώνει στο τραπέζι μου. Αναπάντεχα. Εδώ πάνω ανεβαίνω με το βλέμμα της ψυχής και δε βουλιάζω ούτε θα βουλιάξω ποτέ.
Περπάτησα, περπατώ και ξέρω.

                                                Στον αγαπημένο μου φίλο Δ. 
                                               ως ελάχιστη  ανταπόδοση για τώρα και για τότε.                                                              
S.                                                           

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2017

Από το "Υ.Γ." του Μανόλη Αναγνωστάκη (εκδόσεις "Νεφέλη", Αθήνα 1992)

Από το Υ.Γ. 

...Όλα προς τι;

Ζήσαμε παιδικά χρόνια, νιότη - διαφορετικά...

Η φοβερή εξυπνάδα του, χωρίς ίχνος ευαισθησίας.

Τα φτωχόπαιδα που έγιναν αφεντικά...

...Πλήθος περιφερόταν χρόνια μέσα στο σπίτι του αλλά κανείς ποτέ δεν μπήκε στο μικρό καμαράκι κάτω από τη σκάλα...

...Ήθελε να ήταν ζωγράφος για να ζωγραφίζει μόνο τα χέρια της...

...Ύστερα από οχτώ χρόνια έμαθε πως το τηλέφωνό της εκείνο το βράδυ ήταν χαλασμένο.

Μέσα σ' ένα στίχο πόση φλυαρία.

Το παρελθόν μιας αυταπάτης...

...Αγαπούσε ακόμη και τον αριθμό του τηλεφώνου της...

...Άνθρωποι χωρίς λεβεντιά.

Το ιδανικό κάθε επανάστασης: το μέτριο, ήσυχο, ειρηνικό παρόν, το ανέφελο μέλλον...

...Μες στο σταματημένο αυτοκίνητο τής έσγιγγε ώρες τα χέρια.

Ζήσαμε, εννοούν γλεντήσαμε...

...Τόση κακότητα εν ονόματι του ανθρωπισμού!

Απόφαση της ήττας...

...Έφτασε πια στην ηλικία που δεν μπορούσες να συγκρατήσεις τα χρόνια στον κατήφορο...

...Τώρα πια στην Τέχνη όχι μεγέθη - απλώς αποχρώσεις...

...Ψάχνοντας τις λέξεις άρχισε το ψέμα...

...Έλα εδώ - δε θα μας βρουν...

...Έψαξε - τίποτα κάτω από τις λέξεις...

...Οι επαγγελματίες πεπειραμένοι...

...Εμένα θα μού άρεσε με μια μουσική υπόκρουση, είπες, όπου θα καθόριζες εσύ τα κενά της σιωπής...

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

ΤΗΛΕΦΩΝΗΜΑ/ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ

«Επιμένει να τους διαβάζει     
κι ας μην τους ξέρει πια κανείς
αυτούς τους ποιητές της μειονότητας
αυτά τα γύψινα αγάλματα στο πάρκο που φυλλοροεί

Επιμένει να τους διαβάζει γιατί του δίνουν παρηγοριά
με το Απαρηγόρητο
αυτοί οι κρίνοι κι οι νάρκισσοι
στις βραγιές της φιλολογίας

(ποιητές που θυμίζουν χαρτιά κομμένα
σε σχήματα δαντέλας χλωμής)

Επιμένει να τους διαβάζει
από πλακέτες συλλογών κοιμισμένες βαθιά πλάι στον Τσέχωφ
και το Γιάννη Μαρή
σ’ ένα ράφι γεμάτο σαράκι

(ποιητές που έγραψαν μόνο για να καταλήξουν σε μια
λειψανοθήκη ξερών λουλουδιών)

Αφού είναι ντεμοντέ πια η ευαισθησία
κι ακόμα πιο ντεμοντέ η συγκίνηση
κι αυτοί οι στίχοι δε διαφέρουν-κατ’εμέ-από ένα τραγουδάκι
στα μαραμένα χείλη του Αττίκ

Γηροκομεία ποιητών θυμίζουν οι Ανθολογίες
ακόμα και των πιο διάσημων μεγάλων αισθαντικών
κι εσύ επιμένεις να μου τους διαβάζεις

Κάποιες βραδιές στο τηλέφωνο
μα εγώ δε θέλω πια ν’ακούω
εγώ, χίλιες φορές σου το’πα,είμαι της εποχής
είμαι αντι-λυρικός, σου λέω
προοδευτικός οπαδός αντιποίνων ενάντια στο παλιό

Για μια υγεία της ζωής για τη ζωή
για ένα νέο Καθεστώς Σκληρότητας

εγώ, χίλιες φορές σου το’πα,

και μόνο η λέξη φεγγάρι μ’αναγουλιάζει
και μόνο η λέξη όνειρο με κάνει ν’αναριγώ

Επιμένει να μου τους διαβάζει από το τηλέφωνο
ενώ εγώ στέλνω μηνύματα με το κινητό…»

 Από το 17ο τεύχος του περιοδικού ποιητική

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2017

ΚΑΤΑΚΟΚΚΙΝΑ ΜΗΛΑ ΑΚΟΠΑ

Με τις σκέψεις του ολόκληρες
Δίπλα στο μαχαίρι της κουζίνας
Κατακόκκινα μήλα άκοπα
Τον ξύπνησε το χτύπημα του τηλεφώνου
Μισές λέξεις καμιά πρόταση σωστή
‘’ναι, ίσως, μπορεί, αφού δεν…’’
Δε θα΄βγαινε ούτε σήμερα
Τι να εξηγεί τώρα και σε ποιον;
Συνέχισε το διάβασμα του βιβλίου του
Εκεί οι ήρωες και τα πράγματα ζούσαν
Ίσως ακόμα και τη δική του ζωή
Με απαράμιλλο ύφος, πείσμα, βασανισμό
Η άλλη ας τον περίμενε μασώντας τσίχλα
Στο βωμό της βλακείας και της ωραιοπάθειας
Δίπλα στο μαχαίρι της κουζίνας
Φυσικά, αρωματικά, στυφά, λαχταριστά
Κατακόκκινα μήλα άκοπα

S.

ΘΑ’ΡΘΕΙΣ;

Πότε αρχίσαμε να ζούμε τόσο συμπυκνωμένα μαζί;
Κάθε βράδυ κοιμάμαι με το δεύτερο σώμα σου δίπλα μου.
Σε σκοτώνω ξανά και ξανά και περιμένω με γυάλινα μάτια το εγκληματολογικό της μέρας να με συλλάβει.
Σηκώνεσαι πιο ζωντανός από ποτέ. Με κοιτάς ξεφυσώντας και κουνώντας το κεφάλι σου.
Aδιόρθωτο παιδί που δε συνετίζεται με τίποτα.
Κάτι μουρμουρίζεις μέσα στα δόντια σου και φεύγεις θυμωμένος.
Ούτε γυρνάς να με δεις. Πέφτουν δυο τρία φτερά στο πάτωμα. Απογειώθηκες…
Άντε γεια, σου λέω, με το πικρό του νιόβγαλτου αμύγδαλου στη γλώσσα.

Ακονίζω τα μαχαίρια μου για το άλλο βράδυ. Θα’ ρθεις;

S.

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2017

EΞΩ

Η συνήθης θερμοκρασία της εποχής
Φλερτάρει χρόνια με το μηδέν
Ο σφυγμός χτυπάει αργόσυρτα
Ένα μοιρολόι που δε θες ν’ ακούς
Τα ξυλιασμένα βήματα στο δρόμο
Η παγωμένη συνάντηση των φίλων
Εκείνο το βαλσαμωμένο φιλί
Που ελπίζεις ακόμα να πετάξει
Σφράγισε το κουτί των παραπόνων
Χάθηκαν οι άκρες της νύχτας
Έξω στα χαρτόκουτα σπιτικά
Δε στεγάζεται πια η ζωή
Ενταφιάζεται η ιστορία του κόσμου

S.

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2017

ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ

Γήινος χρόνος ακόμα

Με τόσο πολύ αφανισμό

Ανθρώπων και πραγμάτων

Στον υπερσυντέλικο της συντέλειας

Είχα βρεθεί αυτήκοος μάρτυρας

Βλέποντας χωρίς να κοιτάξω

Όπως ο έρωτας κι ο θάνατος

Η πιο γαμημένη αντίστιξη

Ενός κόσμου που δεν με αφορά πλέον

Κι η νύχτα πιο τρομαγμένη από ποτέ

Κρύβεται στο σεντούκι της μνήμης

Περιμένοντας χίλιους ήλιους

Να ριζώσουν στις ψυχές

Συχώριο για τον άλλο αιώνα

S.