Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Παντελής Μπουκάλας/Στην ξενιτιά της γλώσσας

Τυχαία ώρα. Τυχαία πλατεία. Τυχαία Ελλάδα.                  
Πάντως Κυριακή, τότε που δέεσαι το χρόνο να ειρηνέψει.
Στα παγκάκια, μισοί να κάθονται, μισοί ανεβασμένοι. Αλβανοί.
Τώρα μιλάνε δυνατά και ξαναβρίσκουν
όσα έκρυψε φοβισμένος ο καιρός της σιωπής.
Ξενιτεμένοι μες στη γλώσσα τους.
Οι εδραίοι δεν της αποδίδουν σημασία, Καν δεν τη διακρίνουν
Γι αυτό κι ελευθερώνει ερμητικό τον ήχο της.
Στο θάλαμο τηλεφωνούν.
Φιλιππινέζοι. Μάλλον.
Διπλά ξενιτεμένοι αυτοί της γλώσσας και του δέρματος δεσμεύουν τη φωνή τους αθόρυβοι διασχίζουν το ακίνητο βλέμμα μας.
Συλλέκτης μάταιος επεισοδίων
παίρνεις να γράφεις σιωπηρά,
δίχως χαρτί ή μολύβι,
λες ξαναλές τις φράσεις μη χαθούν,
έχει ραγίσει ο ρυθμός, κομπιάζει η μνήμη.
Εκείνο το βαρύ τ’ αγενεολόγητο:
«Πατρίδα του ποιητή η γλώσσα του» σου τρώει το νου τον φαρμακώνει.
Μα ποια πατρίδα.
Λέξεις και λέξεις και πάλι λέξεις.
Ιθαγενής του κενού, μετράς,
διπλή- τριπλή η ξενιτιά της γλώσσας όταν γράφεται.
Να μένεις έξω μακριά απ’ ό,τι πόθησες
ό,τι σχεδίασες πριν το αναθέσεις στα ρημάτια.
Να μένεις έξω μακριά απ’ όσους δεν νοούν τη γλώσσα σου
σε άλλον ήλιο γεννημένοι.
Έξω μακριά κι απ’ τους ομόγλωσσους
που διασχίζουν την παλιλλαλία σου αδιάφοροι.
Μια ξενιτιά η πατρίδα σου.
Σαν έρωτα που τον ζητάς μόνον για να τον χάσεις.

(Από τη συλλογή «Ρήματα», εκδ. Άγρα, 2009)

ΠΗΓΗ:http://www.andro.gr/

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Η ΠΟΜΠΗ

Φριχτά σκοτάδια σέρνονται            
Ατυχώς μεταμφιεσμένα σε φως
Αναγγελίες έκτακτων μέτρων
Στη σιωπηλή κραυγή του πλήθους
Κανείς δεν είναι σίγουρος
Εκτός απ’ την οδύνη
Για το προσεχές της ζωής
Όταν ο θάνατος κάνει sold out
Ξεθεμελιώνεται ο κόσμος
Καθώς ανοίγουν οι σπηλιές
Μια ιστορία φάντασμα
Μας επιστρέφει τα αποτρόπαια
Κι η εικασία  της σοφίας
Αυτοδιαψεύδεται πανηγυρικά
Ποιος ξέρει αν είμαστε
Θεατές ή μέρος της παράστασης
Υπνωτισμένοι κι άπραγοι
Απλά ακολουθούμε την πομπή
Ενώ οι βεβαιότητες, μια μια
Στο στόχαστρο της επιβολής
Πέφτουν υπέρ πίστεως

S

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Μέριλ Στριπ "Δεν έχω υπομονή για κάποια πράγματα..." - παλιό αλλά ισχύει ακόμα...

«Δεν έχω υπομονή για κάποια πράγματα, όχι επειδή έχω γίνει υπεροπτική, αλλά επειδή έχω φτάσει σε ένα σημείο της ζωής μου όπου δεν μπορώ να χάνω χρόνο με ότι με δυσαρεστεί, ή με πληγώνει. Δεν έχω υπομονή για τον κυνισμό, για την υπερβολική κριτική και τις απαιτήσεις οποιασδήποτε φύσης.

Δεν έχω πια τη διάθεση να αρέσω σε όσους δεν αρέσω, να αγαπάω αυτούς που δεν με αγαπάνε και να χαμογελάω σε αυτούς που δεν μου χαμογελάνε. Δεν χαρίζω ούτε λεπτό σε αυτούς που λένε ψέματα, ή θέλουν να με χειραγωγήσουν.

Αποφάσισα να μην συνυπάρχω πια με την προσποίηση, την υποκρισία, την ανεντιμότητα και τον φτηνό έπαινο. Δεν μπορώ να ανεχθώ ούτε την επιλεκτική γνώση, ούτε την ακαδημαϊκή αλαζονεία. Δεν με ενδιαφέρει ούτε το κουτσομπολιό.

Αντιπαθώ τις αντιπαραθέσεις και τις συγκρίσεις. Πιστεύω στον κόσμο των αντιθέτων και γι’ αυτό αποφεύγω ανθρώπους με δύσκαμπτες και άτεγκτες προσωπικότητες. Στη φιλία απεχθάνομαι την έλλειψη αφοσίωσης και την προδοσία. Δεν τα πάω καλά με όσους δεν ξέρουν να πουν μια καλή κουβέντα, ή μια λέξη ενθάρρυνσης. Βαριέμαι τις υπερβολές και δεν μπορώ να αποδεχθώ αυτούς που δεν αγαπάνε τα ζώα.

Και πάνω από όλα δεν έχω υπομονή για όποιον δεν αξίζει την υπομονή μου».

Μέριλ Στριπ


Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

O ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ

Φτάνει απρόσμενα
Η στιγμή της επιλογής
Επιτακτικά ή αργά έστω
Τι πετάς και τι κρατάς
Παλιές μάχες
Παλιά όνειρα
Παλιά πάθη
Παλιές θλίψεις
Παλιές ελπίδες
Μια νέα μέρα
Κατάματα
Σε κοιτάει
Καθώς στο δρόμο
Περνάει πάλι
Ο παλιατζής
Κουρδίζοντας
Με τη φωνή του
Το φόβο
Της απόφασής σου

S.



Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

ΔΕΙΚΤΕΣ

Οι ανελέητοι δήμιοι του χρόνου
Αποκεφαλίζουν την ουσία
Αφανίζουν τις λεπτομέρειες
Κατακερματίζουν τη ζωή
Η πραγματική ιστορία του κόσμου
Θα υπάρξει κάποτε σε παραπομπές
Όπως το δυσεύρετο χρυσάφι
Στις αχανείς εκτάσεις από χώμα
Θηρευτές, όχι χρυσοθήρες πια
Έρμαια στους ανελέητους δείκτες
Τροχίζει η κάθε μέρα την επόμενη
Επί δικαίων και αδίκων πέφτει
Ο πέλεκυς της τελεσίδικης απόφασης

S.

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Τίτος Πατρίκιος «Μεγάλο Γράμμα»,VΙ, 17 (1952) /Απόσπασμα


Μπορείς να γνωρίσεις ένα πρόσωπο
Όταν τα χείλια σου ανακαλύπτουν
Τις αλλεπάλληλες επιφάνειες που σωρεύουν οι καιροί.
Μα έπειτα δε σου φτάνει.
Έπειτα θέλεις να βρεις όλες τις μικρές φλέβες
καθώς απλώνονται κάτω απ’ το δέρμα
να βρεις όλα τα τραγούδια που δεν ειπώθηκαν
όλες τις μνήμες που ταξίδεψαν
στα λεπτά μονόξυλα
των στιγμών.

Το γέλιο σου άξαφνα ν’ αρπάζει από το μπράτσο
ένα άλλο γέλιο
και να γυρνάν στους δρόμους ξεκουφαίνοντας τη γειτονιά
σα μαθητές που σπαν τα καλαμάρια τους στην πόρτα του
σχολείου...

Ένα κεφάλι ν’ ακουμπάει στον ώμο σου
και ο ήλιος να καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο και να φεύγει
αφήνοντας τη μέρα μες τα χέρια μας
άδειο πακέτο πυκνογραμμένο πολύτιμες σημειώσεις

Μα έπειτα
κι αυτό δε φτάνει.
Θες πιο πολλά.
Κ’ ετούτο το παρόν που καίει και καίγεται
Ετούτος ο πελώριος λιοψημένος ξυλοκόπος
ακολουθεί παντού με το βαρύ του βήμα
κ’ εύκολα δε χορταίνει δε γελιέται
όλο ακονίζοντας το τσεκούρι του στα κόκκαλα
όλο γυρεύοντας.
Και ξέρεις πως η δίψα του
είναι η δική σου δίψα.

Θέλουμε πιο πολλά
τα θέλαμε όλα.
Δε γινόταν αλλιώς.
‘Ο,τι μας έφτανε χτες
για σήμερα ήταν λίγο.
‘Ο,τι μας γέμιζε χτες
Ήθελε κι άλλο σήμερα να μη χαθεί.

Ναι, μα ένας άνθρωπος
δεν είναι πορτοκάλι να τον ξεφλουδίζεις
δεν είναι πράγμα
να τον κόβεις στα δύο και στα τέσσερα.
Είχες μια τρυφερή καρδιά κοριτσάκι.
Πίστεψε αν αδέξια την έσφιγγα
δεν το’ κανα για να πονάς.
Ήθελα να σ’ αγαπώ
μα ήταν πολλά τα όσα ξέραμε
ήταν πολλά τα όσα δεν είχαμε μάθει ακόμα.

Κι αν ήμουν άντρας
κ’ έπρεπε να’ μαι δυνατός
(έπρεπε...)
να το ξέρεις:
Όπου μ’ άγγιζες πονούσα.
Όπου δε μ’ άγγιζες
πονούσα.


Και μέσα μου φουσκώναν ολόκλειστα
τα δικά μου ποτάμια
που θα μπορούσαν να ποτίσουν
όλα τα λησμονημένα περιβόλια.

ΛΥΣΙΜΕΛΗΣ ΠΟΘΟΣ/ ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016

ΨΑΡΙΑ ΑΣΥΛΛΗΠΤΑ

Άυπνα χέρια κρέμονται
Στην κουπαστή της νύχτας
Κι η μνήμη πυροφάνι
Για ψάρια ασύλληπτα
Καθώς τρυπούν τα δίχτυα
Αφανισμένου χρόνου
Όλα γλιστρούν στο μαύρο νερό
Παραπλανητικές λάμψεις
Πριν μαρτυρήσει το φως
Ένα μουδιασμένο φτερό
Στην πλάτη του βράχου
Ακαριαία για ν' ανοίξει
Τον κρυμμένο ορίζοντα
Μπροστά σου


S

Κυριακή 17 Ιανουαρίου 2016

ΖΗΣΑΜΕ, ΕΝΝΟΟΥΝ ΓΛΕΝΤΗΣΑΜΕ/ ΣΤΑΘΗΣ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΣ

ΚΛΑΟΥΣ ΝΟΜΙ
Ένα στάδιο πριν τη σιωπή είναι το επίγραμμα.
Το έκανε ο Αναγνωστάκης στο Υ.Γ.
Δριμύτατος, χωρίς ψευδαισθήσεις, ασήκωτος σα πέτρα, σα να μην έχει αντοχή (ή νόημα) να πει πάνω από δυο λέξεις.
Βέβαια, με αυτές τις πέτρες χτίζεις άνετα το σπίτι σου.
Και κλείνεσαι μέσα. Η απόφαση να πάνε όλοι να γαμηθούν.
Τον σκέφτομαι όταν επιβεβαιώνω (συχνά) ότι η φύση του ανθρώπου είναι από σκατά.
Με θεϊκή άχνη.
Όπως οι κουραμπιέδες.


Η φοβερή εξυπνάδα του, χωρίς ίχνος ευαισθησίας.

Τα φτωχόπαιδα που έγιναν αφεντικά.

Την αγάπησε γιατί έπρεπε κάποτε να αγαπήσει.

Όλοι κομπλεξικοί με το ήθος.

Ερημιά γύρω του σιγά σιγά.

Δεν πίστευες πως θα ξεχάσεις, κι όμως ξέχασες.

Δεν έφταιγε ο ίδιος.

Τόσος ήτανε.

Να βλέπεις τα ίδια πράγματα να γίνονται και να ξαναγίνονται.

Κάπου ανάμεσα στο αξιοπρεπές μελό και το φτηνό πάθος.

Δυό κατηγορίες πάντα: οι δρώντες και οι θεατές.

Άνθρωποι χωρίς λεβεντιά.

Ζήσαμε, εννοούν γλεντήσαμε. 


Το δήθεν χαμένο παρελθόν.

Έλα εδώ —δε θα μας βρούν

Παρασκευή 15 Ιανουαρίου 2016

ΧΡΥΣΟΨΑΡΟ



Eίπε φεύγοντας                                       

Πάω γι’ άλλα

Στη γυάλα της μόνο ένιωθε ασφαλής

Απόφαση οριστική και τελεσίδικη

Η μοναξιά της χρυσόψαρο


Έλαμψε αυτόφωτη

S.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

O άγνωστος

Στα σκοτεινά έγκατά μας                            κατοικεί κάποιος που το κλειδί κρατάει 
της ύπαρξής μας, χαμένος πάντα,
μοναχός κι ανεξιχνίαστος,
με μνήμη πιο παλιά απ' τον κόσμο, φορτωμένος
με τις πληγές μας όλες 
και τις τύψεις μας.
Θλιμμένος περιπαιχτικός ή και χαρούμενος,
αόρατος μας κυβερνά·
δέχεται απ' έξω τον αντίχτυπο
και δίνει την απάντηση.
Τα παρελθόντα μάς θυμίζει
και τα μέλλοντα μας προμυνά.
Κάποτε, ωστόσο, μας αφήνει ανυποψίαστους.
Κι εκεί που ανίδεοι σχεδιάζουμε νέες εξορμήσεις,
εκείνος γέρνει πια κατάκοπος, έχει νυστάξει
κι είν' έτοιμος ν' αποδημήσει, αδιαφορώντας
για τα δικά μας τα εφήμερα επίγεια σχέδια.

Κώστας Στεργιόπουλος
(1926 - 2016)

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

ONEIΡΑ ΚΙ ΟΝΕΙΡΑ


Όνειρα κι όνειρα ήρθανε                

Στα γενέθλια των γιασεμιών

Νύχτες και νύχτες στις λευκές

Αϋπνίες των κύκνων



Η δροσιά γεννιέται μες στα φύλλα

Όπως μες στον απέραντο ουρανό

Το ξάστερο συναίσθημα



Οδυσσέας Ελύτης/ Προσανατολισμοί, Ίκαρος)


(Για την κόρη μου που είχε χτες τα γενέθλιά της )
S.

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΑΠΟ ΚΑΛΗ

Ακόμα ο απόηχος της λάμψης των γιορτών. Με αποτυπωμένη φανερά πια την κούραση στα πρόσωπα για το μετά του χρόνου. Στο τελευταίο ψηφίο του τετραψήφιου αριθμού του, η ίδια ελπίδα, σε εμβρυακή μορφή. Αυτή που πεθαίνει πάντα τελευταία. Το ξέρουν οι απανταχού δικοί μας, όσοι ήρθαν να δηλώσουν για λίγο την παρουσία τους πριν επιστρέψουν στον τόπο διαμονής τους. Με εντιμότητα και παρρησία.
Το ξέρουν κι οι άλλοι, οι σχεδόν φίλοι ή έρωτες, που φώτισαν με την απουσία τους ένα άλλο τέλος. Αυτό των ψευδαισθήσεων, όταν κάποτε οι αισθήσεις παίρνουν έστω και καθυστερημένα την εκδίκησή τους για την απάτη που υποχρεώθηκαν να υποστούν. Από εθελοτυφλία ή βλακώδη αδυναμία.
Στο παρακάτω ενεδρεύει η αλήθεια. Όποιος αντέχει ανοίγει τα μάτια και βουτάει στο κρύο αλλά καθαρό νερό της. Με το φωτοστέφανο των παθών στο κεφάλι. Προς την ακτή άλλων ονείρων. Και με άφεση…
Καλύτερη από καλή, αυτή η χρονιά…


S.

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

ΑΝΤΙΟ ΛΟΙΠΟΝ!

Επισήμως ο χρόνος. Θα φύγει από την κεντρική πόρτα. Απ’ την ίδια που μπήκε κάποτε με τυμπανοκρουσίες και πυροτεχνήματα. Εορταστική ήταν μόνο η είσοδος. Παραδοσιακά τιμούμε την αρχή. Σε όλες τις παραμέτρους της ζωής, εκτός ίσως απ’ τους πολέμους ή στις  αποφοιτήσεις. Δικαίως…
Κάθε άλλο τέλος, όπως αυτό των τελευταίων ημερών, διαποτισμένο συνήθως από πίκρα κι ένα αόρατο πένθος στο μανίκι της μνήμης, αποσύρεται σιωπηλά, σχεδόν ντροπιαστικά σαν να πρόδωσε τις επιθυμίες και τις εγωκεντρικές ή μη προσδοκίες μας.
Μόνο κάποια στιγμή, (το ραντεβού μ’ αυτές τις δυο λέξεις αποδεικνύεται εντελώς προσωπικό θέμα) δημιουργείται η ανάγκη μιας αόριστης ευχαριστίας όταν ξυπνάει το σώμα κάθε πρωί, με όλες τις αισθήσεις παρούσες και το νου σε ρολάρισμα εντός πίστας.
Τώρα όμως ο γεράκος μας τα μαζεύει για το επέκεινα με συνοδεία του τη χιλιοειπωμένη και αχάριστη επωδό να πάει και να μην ξανάρθει!
Λες και θα ξαναρχόταν! Λες κι αν ξαναρχόταν θα τα κάναμε όλα καλύτερα!
Θα τα κάναμε;

S.


                         ΕΥΤΥΧΕΙΣ, ΛΥΠΗΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΠΟΤΕΣ /ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΑΛΑΜΑΣ


Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

Η ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

H πανσέληνος των Χριστουγέννων
Πέρασε αφοπλιστικά σεμνή
Άκουσε τόσα λόγια και γέλια
Ένα πρόσωπο ανάμεσα στ’ άλλα
Με μια αργοπορημένη καληνύχτα
Κούνησε το κεφάλι στους παρόντες

Σιωπηλή  άλλαξε θέση στο στερέωμα
Την επομένη άρχισε να φαγώνεται
Καταμετρώντας τους απόντες
Κάθε νύχτα λιγότερη

Ως τον τελευταίο απώλεσε
Όλο το φως της...

S.

Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2015

ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΙΩΡΑΣ

Μια κουνιστή πολυθρόνα οι μέρες μου. 
Πάει κι έρχεται δεμένη σε μια ατέρμονη σειρά διευθετήσεων και τρίζει το σκοινί της επικίνδυνα. Μέχρι να πέσω θα αιωρούμαι αμήχανα. Εκτός κι αν φανώ πολυμήχανη ή τυχερή. Τότε θα κατέβω μ’ ένα αμυδρό χαμόγελο, όπως ο νικητής που ξέρει τι θυσίασε πριν να φορέσει τις δάφνες. Πύρρεια νίκη!
Η μεταγνώση θα έρθει πολύ αργότερα. Θα αποκρυσταλλωθεί στα τελευταία χάδια ή χαστούκια του χρόνου αλλά κάτω απ’ το δέρμα οι αισθητήρες της χαράς ή του πόνου θα έχουν ξερυθμιστεί.
Μπρος - πίσω ο καθένας κι όλοι, με την ανάγκη σε πρώτο πλάνο, όμως κάτω απ’ το χορό της ποιος πείθεται -εκτός απ’ τους ανύπαρκτους κι υπαρκτούς θεούς- ότι εκεί παλεύει και πάλλεται ο σφυγμός της ζωής;
Ακατανόητοι καιροί. Σκληροί και άτεγκτοι με προορισμό αξεδιάλυτο, εφιαλτικό σκοτάδι.
Άγνωρο όπως το πριν της γέννησης και το μετά του θανάτου.
Ενδιάμεσα η νεφελώδης όψη του κόσμου απ’ την αιώρα της αδυσώπητης καθημερινότητας που κάποιοι μας επέβαλαν. Κι η αντοχή μας μια διαρκής οφειλή με ελάχιστο όφελος.
Οφείλουμε στον εαυτό μας τη μάχη της ανατροπής έστω και με τον ανύπαρκτο εξοπλισμό της ελπίδας…

S.