Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

ΜΑΚΡΟΣΥΡΤΟΣ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Μακρόσυρτος αποχαιρετισμός καλοκαιριού
Σιωπηλός σαν θάλασσα που έχασε τα κύματα
FAREWELL TO SUMMER
(ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ)
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ
Στο πορτρέτο του νησιού
απεικονίζεται υγρός ο παράδεισος
Άρωμα Αυγούστου κι ας έχει φύγει
Ολοκληρωτική  αποπλάνηση του ήλιου
Τα φύλλα συνεχίζουν να γαντζώνονται  
πεισματικά στη ζωή
Τίποτα δεν τρίζει 
ούτε καν ο δείχτης στα ημερολόγια
Μόνο τα απογεύματα
φορούν ένα φως από κεχριμπάρι
Ανεπαίσθητη αναπνοή Οκτώβρη
Βαδίζει αθόρυβα  πίσω απ’ την πλάτη μας
Με πόδια γυμνά ανοίγει την ντουλάπα
Ψάχνει μια μια τις ξύλινες κρεμάστρες
Σταματάει  στο ξεχασμένο αδιάβροχο
Ακούει τη φλέβα της εποχής 
Να χτυπάει την αλλαγή
Πριν την προειδοποίηση των μετεωρολόγων
Για ακραία καιρικά φαινόμενα

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

Μ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ/ OI NIKHMENOI


Ανέβαλες την τελευταία πάντα μέρα τη φυγή σου
Είχαμε μέσα κι οι δυο μας βαθιά τον πανικό του χωρισμού.
Νοσταλγούσαμε τόσο να χαρίσουμε τις αβέβαιες πλάνες μας στ’ όνειρο
Όμως ποιος δεν λογάριασε τα λευκά καλοκαίρια που πλήγωσαν τα χρόνια μας
Ποιος δεν επίστεψε πως δεν είχαμε ακόμη πληρώσει το χρέος μας ολάκερο
Και βρίσκουμε την κρίσιμη τούτη στιγμή αιχμάλωτους όρκους στη νιότη μας, αισθήματα πιο πλούσια απ’ το άναμμα της σάρκας
Ξέρεις πως πια ξεχάσαμε τα αμέριμνα παιδιά που σπαταλούσαν το γέλιο τους
Ξέρεις πως θα ’ρθει μια μέρα που θα φορέσουμε αλογάριαστα ολόγυμνοι τον εαυτό μας
Συντροφεύοντας τις ακριβές μας αμφιβολίες, ξαγρυπνήσαμε ατέλειωτες νύχτες χωρίς δίπλα μας να ’ναι κανείς ν’ ακούσει την αγωνία της φωνής μας
Αγαπήσαμε μια τρικυμία καινούργια, κι όμως γιατί ν’ αναβάλουμε πάντα την ώριμη χρονολογία;
Και μένουμε δυο νικημένοι μ’ ολιγόπιστα μάταια φερσίματα.
                                                              ΣΥΛΛΟΓΗ   ΕΠΟΧΕΣ (1945)

PABLO NERUDA / ΖΗΤΩ ΣΙΩΠΗ


Τώρα να με αφήσουν ήσυχο.
Τώρα να συνηθίσουν χωρίς εμένα.

Θα κλείσω τα μάτια

Και θέλω μόνο πέντε πράγματα,
πέντε ρίζες αγαπημένες.

Η μία είναι ο χωρίς τέλος έρωτας.

Η δεύτερη είναι να βλέπω το φθινόπωρο.
Δεν μπορώ να υπάρχω χωρίς να βλέπω τα φύλλα
να πετούν και να επιστρέφουν στην γη.

Η τρίτη είναι ο βαρύς χειμώνας,
η βροχή που αγαπώ, το χάδι
της φωτιάς στο άγριο κρύο.

Στην τέταρτη θέση το καλοκαίρι
στρογγυλό σαν ένα καρπούζι.

Το πέμπτο πράγμα είναι τα μάτια σου,
Mατίλδη μου, πολυαγαπημένη,
δεν θέλω να κοιμηθώ χωρίς τα μάτια σου,
δεν θέλω να υπάρχω χωρίς να με κοιτάς:
εγώ αλλάζω την άνοιξη
για να συνεχίσεις να με κοιτάς.

Φίλοι, αυτά είναι όσα θέλω.
Είναι σχεδόν τίποτα και σχεδόν όλα.

Τώρα αν θέλετε να φύγετε.

Έχω ζήσει τόσο που μια μέρα
θα πρέπει υποχρεωτικά να με ξεχάσετε,
να με διαγράψετε από τον πίνακα:
η καρδιά μου υπήρξε χωρίς περιορισμούς.

Αλλά επειδή ζητώ σιωπή
δεν πιστεύουν πως πρόκειται να πεθάνω:
μου συμβαίνει πάντα το αντίθετο:
Τυχαίνει να ζω.

Τυχαίνει να υπάρχω και να παραμένω.

Δεν θα υπάρχω, λοιπόν, αλλά όμως μέσα
από μένα θα μεγαλώνουν στάχια,
που πρώτα οι σπόροι θα φυτρώνουν
στη γη για να δουν το φως,
αλλά η μάνα γη είναι σκοτεινή:
κι εγώ μέσα μου είμαι σκοτεινός:
είμαι σαν ένα πηγάδι στου οποίου τα νερά
η νύχτα αφήνει τ' αστέρια της
και συνεχίζει μόνη στην ύπαιθρο.

Είναι που έχω ζήσει τόσο
και θέλω να ζήσω άλλο τόσο.

Ποτέ δεν ένιωσα τόσο έντονα,
ποτέ δεν είχα τόσα φιλιά.

Τώρα, όπως πάντα, είναι νωρίς.
Πετάει το φως με τις μέλισσές του.

Αφήστε με μόνο με την ημέρα.
Ζητώ την άδεια να γεννηθώ.

Μετ: Μαριάννα Τζανάκη

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2013

MIΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ/ ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Η Παρουσία  
 
Στις δώδεκα και μισή
τη νύχτα
την ίδια ώρα και συγχρόνως
φάνηκε στον μεγάλο καθρέφτη και
στο παράθυρό μου
ο Ντύλαν Τόμας μ’ ένα αναμμένο κόκκινο κερί
στο στόμα
νεκρός βέβαια
κι άγιος
και τρελός
όπως το έχω ξαναπεί

-Έλα αδελφέ, μου λέει, μαζί μου
σάπισες εδώ πέρα
έλα στα βορεινά φαράγγια της πατρίδος μου
εδώ ζεις σ’ ένα σάπιο τόπο που σε κοροϊδεύουν
εκεί χαιρετάνε τους τρελούς και οι παπάδες
κι η πάπια δε γεννάει πια πάγο
γεννάει κόκκινο αυγό

Αυτά τα λίγα μου είπε ο μεγάλος ποιητής
όχι πια στον καθρέφτη και στο παράθυρό μου
αλλά μέσα από τα ψηλά χορτάρια του θανάτου του
μισός από τη μέση κι επάνω στο φως, έξω από το χορτάρι
μισός από τη μέση και κάτω στο σκοτάδι
κάτω απ’ το φως.
                                                                                                                                                                  Εκτοπλάσματα, εκδόσεις Στιγμή 1986
Ο δρόμος

Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο
ετούτος κρύβει το φεγγάρι
για χάρη της είχαν κρεμάσει
τριαντάφυλλα στον ουρανό

 Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο
γεμίσανε σπυριά τα χέρια
γέμισαν λάσπη κι οι καρδιές
είν’ ένας δρόμος πληγωμένος

Είν’ ένας δρόμος φλογισμένος
είν’ ένας δρόμος λυπημένος
μπρος στο παιδί με την ουρά
κι ο δαίμονας με την παρθένα

Να πάρω έπρεπε άλλο δρόμο
άναψαν πράσινα κεριά
πρόβαλε ο σκύλος με τα πέπλα
βόγκηξε αργά και προχωρούσε

                                                                      Όταν σας μιλώ/ 1956

Το ταξίδι

Σταθείτε! φώναξε ο φωτογράφος
όμως το πλοίο είχε πια τώρα ξεκινήσει
ένα μεγάλο άσπρο πλοίο γεμάτο άρρωστα πουλιά
κι ο πτηνοτρόφος σε μια ταράτσα με κιάλι τα κοιτούσε
να φεύγουνε μαζί με τα μεγάλα σύννεφα που φεύγανε κι αυτά

Αν μπαίναμε στο αντικρινό ξενοδοχείο θα μας βλέπαν
θα λέγαν: Μπήκαν στο ξενοδοχείο «Η Ελπίς»

«Φεύγετε για ταξίδι;» ρώτησε ο συνταγματάρχης
«Όχι» απάντησα «Είμαι γιατρός
μόλις εξέτασα τ’ άρρωστα αυτά πουλιά που φύγαν
να, ένα που μου ξέφυγε κιόλας!»
Είχε περάσει στο απέναντι μαγαζί

«Είναι τα τελευταία πράγματα που ψωνίζω
μ’ ελληνικά χρήματα» είπε τ’ άρρωστο πουλί
Έπειτα άνοιξε τα φτερά του και πέταξε στον ουρανό

Δεν είμαι δένδρο
δεν είμαι πουλί
δεν είμαι σύννεφο
τ’ όνειρο σάπισε μέσα στο αίμα μου
τ’ όνειρο σάπισε μέσα στα κόκαλά μου
πλάι σ’ ένα κυπαρίσσι
τώρα τεντώνω ένα σκοινί
κι αποκάτω ξαπλώνομαι

Είχα έρωτες
είχα μάχες

και παραφύλαξα στις γωνιές
τα νύχια μου μεγάλωσαν
τα χείλια μου πρήστηκαν
το πρόσωπό μου μαύρισε
δεν είμαι δένδρο
δεν είμαι πουλί
δεν είμαι σύννεφο

                                                                          Όταν σας μιλώ/ 1956

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

H MEΡΑ ΚΑΙ Η ΝΥΧΤΑ

   Ακατάπαυστος ο ρους της επικαιρότητας όλο αυτό το διάστημα. Με το ίδιο ανεξάντλητο θέμα επί μέρες, αυτό που  εξαντλεί και εξουθενώνει όποιον επιθυμεί να διαβάσει, πίσω και έξω από τα γνωστά γεγονότα, αλλιώς αυτό που πραγματικά (μας) συμβαίνει. Είναι η γνωστή, αλάνθαστη μέθοδος, δοκιμασμένη και επιτυχημένη από τότε που τα οπτικοακουστικά μέσα συνειδητοποίησαν τη δύναμή τους και έκαναν πράξη το αδιαφιλονίκητο μότο τους: Το ότι τελικά η συνείδηση του κόσμου κατευθύνεται. Σωστά…
   Ούτως ή άλλως πάντα κατευθυνόταν, η ιστορία περί αυτού τυρβάζει από τότε που οι πρώτες γραφές χαράχτηκαν πάνω στην πέτρα, πριν ακόμα από την  κάθε είδους έντυπη και ηλεκτρονική χειραγώγηση και υποδούλωση του νου, τόσες ηγεσίες, τόσοι πόλεμοι, τόσες μετακινήσεις συνόρων και πληθυσμών, κάποιοι πάντα, οι περισσότεροι κινούμενοι με ιδιοτέλεια, ελάχιστοι με αγνές προθέσεις και συνήθως πρόωρα χαμένοι, οδηγούσαν την πορεία του πολιτισμού προς το φως ή τον όλεθρο.
   Κάπως έτσι και τώρα αλλά χωρίς κανένα ευφυές ή διαβολικό ηγετικό πνεύμα να οδηγεί, παγιδευόμαστε σαν χειμωνιάτικες μύγες  στον ιστό μιας νοσηρής και ανάπηρης ενημέρωσης σχετικά με όλα τα τεκταινόμενα περί φασισμού στο δημόσιο βίο -απόρροια και συνέπεια του φασισμού στον ιδιωτικό βίο- κάνουμε σαν ξαφνικά να ανακαλύψαμε την Αμερική -γίναμε σύγχρονοι Κολόμβοι, διάβασα στο εξαίρετο blog Λόγος Παράταιρος- και έχουμε μείνει έκπληκτοι και άναυδοι απέναντι απ' αυτό που εδώ και χρόνια οικοδομούμε πετραδάκι-πετραδάκι στις πεποιθήσεις, στη συμπεριφορά και στις εν δυνάμει σχέσεις μας.
  "Βρε καημός και πίκρα" έλεγε κάποτε μια σοφή γιαγιά ενός φίλου θέλοντας να διακωμωδήσει τα μικρά βάσανα και τα άνευ λόγου και αιτίας παράπονα κάποιων χαζοχαρούμενων ανθρώπων κι έτσι όλος ο δικός μας καημός και πίκρα είναι -σύμφωνα με τα ΜΜΕ- οι απευθείας εικόνες των κρατουμένων από τα ανακριτικά γραφεία στις φυλακές, οι ατέρμονες συζητήσεις για τις ποινές πρώην υπουργών και νυν γκεμπελικών βουλευτών, το αλύχτημα των καυγάδων ανάμεσα στους σκυλάδες–αοιδούς, ενώ ταυτόχρονα η ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια συνθλίβεται από ένδεια οικονομική, ιδεολογική, πολιτισμική.
   "Η κοινωνία πρέπει να αυτοπροσδιοριστεί, να βρει μόνη της τους αντιπροσώπους της" έλεγε σε κάποια συνέντευξη ο γλύπτης Βαρώτσος, αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει "να επανεφεύρουμε την έννοια του ανθρωπισμού" λέει κάπου αλλού ο συγγραφέας Άρης Μαραγκόπουλος…
    Περίπου αυτά σκεφτόμουν σήμερα ακούγοντας ειδήσεις, ψάχνοντας  τις λέξεις, τις φράσεις του κειμένου και τον τίτλο, όταν ξαφνικά ήρθε η κόρη μου και μου διάβασε ένα παραμύθι για τη μέρα και τη νύχτα, που είχε γράψει σχετικά με μια σχολική εργασία της.
Το παραθέτω αυτούσιο, χωρίς σχόλια, μόνο με ένα ερώτημα στο τέλος:
   Παλιά ήταν δυο φίλες, η Ημέρα και η Νύχτα. Ήταν πολύ αγαπημένες και δεν έκανε η μια χωρίς την άλλη. Ένα πρωί είπε η Ημέρα στη Νύχτα ότι θα πήγαινε ένα ταξίδι κάπου μακριά και θα ξαναγυρνούσε. Η νύχτα την αποχαιρέτησε. Την περίμενε ημέρες, μήνες, χρόνια. Η Νύχτα ανησύχησε και έψαξε να βρει τη Μέρα. Δεν τη βρήκε και στενοχωρήθηκε, έτσι από τη λύπη της σκοτείνιασε. Η Ημέρα όμως που πάντα είχε ελπίδες ότι θα την ξανάβλεπε έμεινε για πάντα Φωτεινή. Η μια κυνηγά την άλλη αλλά ποτέ δεν μπορούν να συναντηθούν.
   Η νύχτα δεν κατάφερε να βρει τη μέρα κι απ' τη λύπη της σκοτείνιασε…
Θα τη συναντήσει άραγε κάποτε; 

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ/ ΧΥΔΑΙΑ ΩΔΗ

Στο ζεστό φως της τηλεοράσεως
κάθομαι και δέχομαι τις πληγές μου απ' αυτό 
με βλοσυρή ευχαρίστηση
στο κέντρο της παγκόσμιας μοναξιάς.
Επαναπαύομαι ή κουλουριάζομαι σε σπασμένα κρασοπότηρα όλων των χαμένων Σαββατόβραδων. 

Μάζες εικόνων εκδηλώνονται ρητορικά και κινούνται στο χώρο του κοινώς παραδεκτού. Οργανώνω την άμυνα του εαυτού μου.
Αδελφοί εν κουρελιασμένοις οράμασι 
θα συναντηθούμε με νέες αγάπες, 
ιπτάμενες ποιήσεις, γυμνές σιωπές
αδιάλλακτοι πρίγκηπες στο βασίλειο της κτηνωδίας. 

Μια ξανθιά σπικερίνα αγγέλει οξείες νυχτερινές διελάσεις. 
Φουτουριστική μούσα, βγάζει το κεφάλι της απ' την οθόνη 
και μου κάνει παραδοσιακό τσιμπούκι.                  
                                                       Τα επουσιώδη 1988

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2013

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ

Τίτος Πατρίκιος: «Θα σωθούμε» – λόγος ενός που επέζησε

Του Γιάννη Ν. Μπασκόζου.

Με το βραβείο ποίησης Lerici Pea γύρισε την Κυριακή το βράδυ ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος. Λίγο πιο αδύνατος από την πολυήμερη περιοδεία στην Ιταλία αλλά πολύ ευχαριστημένος. Δευτέρα μεσημέρι έλαβε με fax το συγχαρητήριο τηλεγράφημα του υπουργού Πολιτισμού (που βρισκόταν στις ΗΠΑ): «Μαζί με όλους τους φίλους της ποίησης, που παρακολουθούν εδώ και δεκαετίες το τόσο σημαντικό έργο σας, επιτρέψτε μου να σας συγχαρώ για την απονομή του ιταλικού λογοτεχνικού βραβείου Lerici Pea», γράφει ο κ. Παναγιωτόπουλος. Και συνεχίζει: «”Ποτέ δεν είναι οι μέρες ποιητικές και ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται η ποίηση. Και όσο λιγότερο ποιητικές είναι τόσο πιο κόντρα πρέπει να πηγαίνεις”, είχατε δηλώσει όταν βραβευθήκατε από την Ακαδημία Αθηνών το 2008. Και αυτή σας η δήλωση, που είναι και στάση ζωής, είναι σήμερα πιο επίκαιρη από ποτέ».

«Με εξέπληξε το τηλεγράφημα γιατί δεν νόμιζα ότι ασχολείται η πολιτεία με την ποίηση και ότι παρακολουθεί τις εκδηλώσεις πέρα από την παρουσία των πολιτικών σε κοσμικά εγκαίνια», λέει στον Αναγνώστη ο Τίτος. «Παρόλα αυτά», συμπληρώνει, «στη βράβευσή μου στο Lerici ήρθε ο πρόξενος από το Μιλάνο, πρώτη φορά είδα διπλωμάτη να ενδιαφέρεται, τόσα χρόνια που συμμετέχω σε εκδηλώσεις στο εξωτερικό».

Μου εξηγεί ότι το Lerici Pea είναι ένα μακρόχρονο ετήσιο Βραβείο Ποίησης, του χρόνου ο θεσμός αυτός κλείνει 60 χρόνια. Ο 59ος βραβευμένος ήταν ο Τίτος Πατρίκιος και ο προηγούμενος, το 2012, ήταν ο «πολύς» Ρώσος ποιητής Γεφτουσένκο. Έχουν βραβευτεί ακόμα ο Εντσενσμπέργκερ, ο μεγαλύτερος Γάλλος ζων ποιητής Υβ Μπονφουά, ο Άδωνις, ο Σίμους Χίνι κ.ά

To Lerici- Λιγουρία στο ελληνικότερο – μια μικρή παραλιακή πόλη στα βορειοδυτικά της Ιταλίας, αναφέρεται και ως «ο κόλπος των ποιητών» μιας και εκεί έζησε κάποιο διάστημα ο Μπάιρον με τη συνήθεια του να κολυμπάει ανοικτά στον κόλπο , όπως και ο Σέλλει με τη σύντροφο του Μαίρη. Ο Σέλλει θα πεθάνει λίγο αργότερα από πνιγμό στη θάλασσα στα ανοικτά του Λιβόρνο
 το 1822 σε ηλικία 30 ετών.Η μεγαλύτερη τιμή πάντως ήταν αυτή που επεφύλασσε στον Τίτο Πατρίκιο η μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα Κοριέρε ντε λα σέρα καθώς κυκλοφόρησε με μεγάλη συνέντευξη του ποιητή στην 3ησελίδα και κτύπημα στην πρώτη σελίδα του site της με τίτλο «Θα σωθούμε, λόγος ενός που επέζησε». Η εφημερίδα αναφέρεται στην ελληνική κρίση όπως τη βλέπει ο ποιητής, με «μια ειρωνική γεύση της πρόκλησης». Ο συντάκτης χαρακτηρίζει τον ποιητή «ήρεμο, χωρίς ψευδαισθήσεις». Ο Τίτος Πατρίκιος δηλώνει στον δημοσιογράφο της εφημερίδας: «Μετά τον πόλεμο πιστεύαμε ότι η μισαλλοδοξία και ο ρατσισμός θα είχαν σβήσει για πάντα. Σήμερα ξαναγεννιούνται. Λένε ότι η Χρυσή Αυγή είναι γέννημα της κρίσης. Αλλά τότε πώς εξηγείται η άνοδος των ακροδεξιών στη Νορβηγία , τη χώρα του δολοφόνου Μπρέιβικ, ένα κόμμα, στο οποίο ο δολοφόνος ήταν μέλος, και που μπορεί να μπει στην κυβέρνηση; Είναι αυτή η δίψα κυριαρχίας πάνω στους άλλους που με ανησυχεί. Η δημοκρατία φαίνεται να είναι σήμερα μια πολυτελής επιλογή και θέλω να δηλώσω ότι αυτή η πολυτέλεια μ΄ αρέσει».


Η συνέντευξη του ποιητή τελειώνει με τον δημοσιογράφο να επικαλείται ένα λόγο του Τίτου Πατρίκιου «Η ποίηση αναζητά απαντήσεις σε ερωτήματα που ακόμα δεν έχουν τεθεί».

«Η Ιταλία μια χώρα σε κρίση ενδιαφέρεται ακόμα για την ποίηση και το βιβλίο, το βλέπεις παντού», μου λέει ο Τίτος Πατρίκιος, « κι αυτό είναι που μ΄αρέσει στους Ιταλούς».

Στο πλαίσιο της βράβευσης του ποιητή κυκλοφόρησε και μικρή δίγλωσση συλλογή ποιημάτων του με τίτλο «le parole nude» (γυμνός λόγος) από τις εκδόσεις Interlinea και με πρόλογο του ποιητή και κριτικού Τζουζέπε Κόντε.

Ο ποιητής τιμήθηκε και στο Μιλάνο σε εκδήλωση και συνέντευξη Τύπου του Μορφωτικού Κέντρου και Ελληνικής Κοινότητας του Μιλάνου, όπου είχε τη δυνατότητα να συναντήσει ιταλούς φιλέλληνες και διανοούμενους, αλλά και Έλληνες που ζουν και δραστηριοποιούνται σε όλη τη βόρεια Ιταλία. Επίσης έλαβε μέρος στις εκδηλώσεις Pordenomelegge, μια γιορτή του βιβλίου και των συγγραφέων.


ΠΗΓΗ: o αναγνώστης

Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2013

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ/ ΤΗΣ ΕΞΟΧΗΣ

Τα πιο ωραία που ζήσαμε τώρα μας παιδεύουν με τις αναμνήσεις και προσπαθούμε να τα ξεχάσουμε
οι κάμαρες γέμισαν άχρηστα έπιπλα, δαντέλες από άλλους καιρούς, επιστολές που δε στάλθηκαν
το βράδυ η σελήνη με παίρνει απ’ το χέρι και γυρίζουμε στο παλιό οικοτροφείο,
από κάποιο παράθυρο ακούγονται οι βαριές λέξεις ενός ζευγαριού που είχε κάποτε αγαπηθεί με πάθος.
Όλα τελειώνουν και μόνο το φθινόπωρο παραμένει αιώνια νέο σαν τα πιο λυπημένα ποιήματα.
Είμαι μόνος. Η εξοχή ευωδιάζει. Ακούγεται το τραίνο που έρχεται κι ακουμπάω το κεφάλι μου στις ράγες.
Κάποτε θα ξανασυναντηθούμε.

«ΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1991.

ΠΗΓΗ: στηθάγχη

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2013

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ / ΑΚΟΜΑ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ

Η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια μέσα στην Ελλάδα 
ακολουθώντας το χυμένο αίμα το σπαταλημένο. 

Αίμα σταλαματιές κυλάνε στάζουν κάτω στον Άδη.

Πέφτουν απάνω στους νεκρούς οι σκοτωμένοι 
αλλάζουν θέση δεν ξυπνάνε.

Μόνο το χέρι τους υψώνεται και δείχνει τη μεριά που 
περπατάνε οι δολοφόνοι.

Η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια ανάμεσα στους δολοφόνους

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

''ΤΑ ΤΕΙΧΗ'' ΗΤΑΝ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ ΕΚΕΙ

Κάποια στιγμή θα γινόταν κι αυτό. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο (ή τρόμο) είχαν οδηγηθεί τα πράγματα στο ''μη παρέκει''. Όμως τα τείχη ήταν από καιρό εκεί. Περπατούσαμε τυφλοί ανάμεσά τους, –ή παριστάναμε τους τυφλούς- δεν προσέχαμε, γι’ αυτό δεν τα προσέξαμε αλλά ακόμα κι αν είχαμε χάσει τα μάτια μας ο ήχος από τον κρότο των κτιστών μας είχε ξεκουφάνει.
Χωρίς λύπην και οπωσδήποτε χωρίς αιδώ άλλους έκλεισαν μέσα αλλά δε νιώσαμε ούτε λύπη ούτε αιδώ για τ’ αλλότρια. Το νου μας δεν έτρωγε αυτή η τύχη. Ώσπου τ’ αλλότρια έγιναν δικά μας κι οι λύκοι κατέβηκαν ανεμπόδιστοι απ’ τα ξένα μαντριά στα δικά μας.
Καθήκον και χρέος των κυνηγών που είχαν το νόμο και κατείχαν την εξουσία ήταν να τους μαζέψουν και να τους στείλουν, χωρίς περίσκεψιν, στα όρη και στ’ άγρια βουνά νωρίτερα. Πριν εφαρμόσουν το δικό τους νόμο. Αυτόν της αγέλης. Αλλά πρόλαβαν να τον επιβάλουν.

Τώρα, έστω κι αργά, μετρώντας το άδικο και τις απώλειες, κάνουμε σαστισμένοι τα πρώτα αβέβαια βήματα έξω απ’ τα τείχη.

Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2013

THΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ


Κλειδώνω κάτω απ’ το δέρμα μου τη θάλασσα και εισπνέω αλλιώς το φως της

Τόσο αμίλητη που ξεδιπλώνει το όνειρο της απεραντοσύνης χωρίς ούτε έναν αδέξιο φθόγγο

Πραγματώνει το θαύμα και γενναιόδωρα το προσφέρει στα κουρασμένα πόδια της μέρας

Ξετυλίγει τρυφερούς λόφους και μυστικούς κήπους ψαριών, διάστικτους από αρχέγονη ομορφιά 


Επιστρέφει αλλιώς το χρόνο στα πήλινα σώματα

Αντικατοπτρίζει τη μνήμη ενός βυθισμένου κόσμου

Bρίσκει τον τρόπο να σκορπίσει το γέλιο της ζωής εκεί που κροταλίζει ο εφιάλτης των πραγμάτων

Ένας άλλος Θεός κυλά στο αίμα μου και με λυτρώνει…

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2013

ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ/ ΠΟΙΟΣ;

Έρχομαι στο φως τη στιγμή που αυτοπροσδιορίζομαι ως ερώτημα.
Το ερώτημα αυτό,
που δεν ταυτίζεται με το άγχος ή τις αμφιβολίες σου
και που διαρκώς σε πολιορκούσε όσο έγραφες
(είτε είχες συνείδηση αυτής της πολιορκίας είτε όχι),
τώρα είναι παρόν,
κείτεται σιωπηλό ανάμεσα στις γραμμές μου
περιμένοντας υπομονετικά αυτόν
που θα επιχειρήσει τη λύση του.
Το ερώτημα
(που πλέον τίθεται ερήμην σου)
έχει ως αποδέκτη εμένα
και διατυπώνεται με λέξεις
που έχουν στο μεταξύ,
''ως δια μαγείας'',
μεταμορφωθεί σε τέχνη.

Η προσήλωση που δείχνω στον εαυτό μου
μπορεί να θεωρηθεί νοσηρός ναρκισσισμός.
Ωστόσο υπερασπίζομαι την τιμή μου
θέτοντάς τη διαρκώς υπό αίρεση.
Επιβεβαιώνομαι μέσω μιας ανάκρισης
που πολλές φορές οδηγεί στο διασυρμό μου.
Η ιστορία μου δεν είναι παρά το χρονικό αυτής της ανάκρισης.

Το ερώτημα λοιπόν δεν μπορεί ν' απαντηθεί
γιατί μόλις τεθεί
μετατρέπεται αυτόματα σε κατηγορητήριο
ενάντια στα μέσα και τους σκοπούς μου.
Το βασίλειό μου οικοδομείται πάνω στα ερείπιά μου.
Αν έχω κάποια δύναμη,
την αντλώ απ' αυτήν ακριβώς
την ατέρμονα διαδικασία ερήμωσης και ανοικοδόμησης.

Κάθε ποίημα που διεκδικεί μια θέση στην ιστορία μου
οφείλει να την αφηγηθεί εκ νέου,
με τρόπους όμως που δεν είναι εκ των προτέρων γνωστοί.
Αν το παρελθόν μου οφείλει να το προϋποθέτει
το μέλλον μου πρέπει ήδη να το περιέχει.
Όμως ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι γνωρίζει το μέλλον.
Εσύ;

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2013

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ / ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕ


Καταργούμε εφορίες,

καταργούμε τελωνεία,

καταργούμε, επιπλέον,

κάθε μια συγκοινωνία.


Καταργούμε και τους δήμους,

καταργούμε και επαρχία,

καταργούμε τα μεγάλα

και μικρά ουροδοχεία.


Τα δημόσια, επίσης,

καταστήματα του κράτους,

καταργούμε και καμπόσους

δημοσίους αποπάτους.


Κι επιτρέπουμε στο κράτος

να χει μόνο ένα σπίτι,

το λαμπρό φρενοκομείο


του γνωστού Δρομοκαΐτη

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2013

«ΠΛΕΩΝ ΕΠΙ ΟΙΝΟΠΑ ΠΟΝΤΟΝ ΕΠ' ΑΛΛΟΘΡΟΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ»

Φρανκφούρτη, Μάιος 2004.
Κατηφορίζουμε τη Σβάιτσερ Στράσσε, μέσα στο γκρίζο παγωμένο πρωινό.
Στρίβουμε δεξιά στη Σαουμαϊνκάι και περπατάμε παράλληλα προς τον Μάιν, μπροστά από τα μουσεία.
Περνάμε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ο Μάιν θολός, αφρισμένος, καφετής.
Ανεβαίνουμε τα σκαλοπάτια της Άιζερνερ Στεγκ, της κεντρικότερης πεζογέφυρας του Μάιν, κατευθυνόμενοι προς το κέντρο της πόλης.
Στο μέσον περίπου της γέφυρας, σηκώνω το βλέμμα μου και τη βλέπω: στην επιγραφή είναι γραμμένη -στα ελληνικά- η φράση:

"ΠΛΕΩΝ ΕΠΙ ΟΙΝΟΠΑ ΠΟΝΤΟΝ ΕΠ ΑΛΛΟΘΡΟΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ"


Όμηρος! Ένας στίχος του μεγαλύτερου ποιητή όλων των αιώνων, γραμμένος μάλιστα στα ελληνικά, βρίσκεται στο κεντρικότερο σημείο της Φρανκφούρτης, που αποτελεί το οικονομικό κέντρο της Γερμανίας – και όχι μόνον!
Κάτω από την επιγραφή, στα πλαϊνά της γέφυρας, άλλη μία -μικρότερη- επιγραφή με την ελληνική φράση και τη μετάφρασή της στα γερμανικά.
Και από κάτω: «Όμηρος, Οδύσσεια, Α.183».

Οίνωψ Πόντος… [Ι]
Γνώριζα τον Οίνοπα Πόντο από το ομότιτλο βιβλίο της Ενριέττας Μερτζ (Henriette Mertz, Οίνωψ Πόντος, μετάφρασις-σχόλια Νικόλαος Ζαΐρης, Νέα Θέσις, Αθήνα 1995). Το βιβλίο είχε γίνει ευρύτερα γνωστό στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν ο Ιωάννης Δ. Πασάς είχε συμπεριλάβει εκτεταμένα αποσπάσματά του στο βιβλίο του, Η Αληθινή Προϊστορία, (εκδ. Εγκυκλοπαιδείας του «ΗΛΙΟΥ», Αθήναι 1986).
Οίνωψ Πόντος: η θάλασσα με το σκοτεινό κρασάτο χρώμα.
Αλλόθροοι Άνθρωποι..
Αλλά κατά πού ακριβώς έπλεε ο Οδυσσέας (ή μάλλον η Αθηνά, ως Μέντης);
Αλλόθροος – Άλλος + θρόος. Θρόος; Κάποια σχέση με το θροΐζω; Προκαλώ θορύβους; Άλλους θορύβους; Ουπς! Προκαλώ διαφορετικούς θορύβους, δηλαδή μιλάω διαφορετική γλώσσα.
Οι αλλόθροοι άνθρωποι ήταν λοιπόν οι άνθρωποι, οι λαοί που μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες; Ξένες γλώσσες; Οι αλλόγλωσσοι; Οι ξενόγλωσσοι;
Θα έπρεπε να περιμένω την επιστροφή μου στην Αθήνα για να επιβεβαιώσω τα συμπεράσματά μου.

Οίνωψ Πόντος… [ΙΙ]
Τι κάνει κάποιος ένα παγωμένο μαγιάτικο πρωινό στη Φρανκφούρτη;
Περιπλανιέται στους δρόμους, μπαινοβγαίνει στα καφενεία απολαμβάνοντας καφέδες και κούχεν, τρώει βουρστ μπρέτχεν (αυτό που στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού αποκαλούν «ζεστό σκύλο») χαζεύοντας το πολύβουο πλήθος. Τους αλλόθροους ανθρώπους.
Α! Και επαναλαμβάνει συνέχεια δυνατά το γνωστό ομηρικό στίχο.
Πλέων επί οίνοπα πόντον, επ’ αλλοθρόους ανθρώπους!
Ταιριαστή φράση για μια πόλη σαν τη Φρανκφούρτη, όπου το 40% περίπου των κατοίκων της είναι μη γερμανικής καταγωγής: μετανάστες, πρόσφυγες, εργαζόμενοι στις πολυεθνικές εταιρείες, που η μία μετά την άλλη υψώνουν τους πύργους τους στο κέντρο της πόλης.
Πριν από δυο-τρεις δεκαετίες θα χαρακτηρίζαμε την πόλη «χωνευτήρι πολιτισμών». Σήμερα, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, τα πάντα χωνεύονται «από τα πάνω», δηλαδή ισοπεδώνονται, ομογενοποιούνται. Κοινά γούστα για όλους, κοινές ενδυμασίες, ίδιοι τρόποι συμπεριφοράς για Ασιάτες, Αφρικανούς, Λατινοαμερικάνους, Σλάβους, Λευκούς.
Μόνη διαφορά τα χαρακτηριστικά των προσώπων. Και οι γλώσσες: αλλόθροοι.
Πλέων επί οίνοπα πόντον, επ’ αλλοθρόους ανθρώπους!
Αλλά -μια στιγμή!- κάτι δεν πάει καλά μέσα σ’ αυτόν τον πολύβουο ωκεανό ανθρώπων και γλωσσών: «η θάλασσα με το σκοτεινό κρασάτο χρώμα»;
Έχω δει θάλασσες κι ωκεανούς με γαλάζιο, μπλε, γαλαζοκίτρινο και γαλαζοπράσινο, καφέ, γκρίζο χρώμα…
Αλλά ποια θάλασσα έχει το χρώμα του κρασιού;
Ποιο κρασί έχει το χρώμα της θάλασσας;
Οίνωψ: προφανώς εκ του «οίνος».
Αλλά γιατί το «οίνωψ» να παραπέμπει σε χρώμα;
Σκέφτομαι, τριακόσια τουλάχιστον χιλιόμετρα μακριά από την πλησιέστερη θάλασσα, πόσες φορές έχω βγει από ένα καράβι και νιώθω ζαλισμένος, πως παραπατάω, πως περπατάω σα μεθυσμένος, πως η γη κινείται κάτω από τα πόδια μου, όπως κινιόταν και η θάλασσα λίγο πριν.
Μήπως ο «οίνωψ πόντος» δεν παραπέμπει στη «θάλασσα με το σκοτεινό κρασάτο χρώμα», αλλά στη θάλασσα που, όταν ταξιδεύεις πάνω της -πάνω μάλιστα στα «καρυδότσουφλα» της ομηρικής εποχής- σε κάνει να πατάς μία από δω, μία από κει -σα μεθυσμένος- για να καταφέρεις να διατηρήσεις την ισορροπία σου πάνω στο πλοίο;
Μήπως παραπέμπει στη θάλασσα που, όταν φτάνεις πια στον προορισμό σου και την εγκαταλείψεις, σε κάνει έστω και για λίγο να περπατάς ζαλισμένος, σα να ‘χεις μεθύσει ρουφώντας την αρμύρα της;
Όμως δεν είμαι «ομηρολόγος» ούτε φιλόλογος και οι γνώσεις μου για την ομηρική γλώσσα είναι ελάχιστες.
Ο Μάιν συνεχίζει να κυλάει, παλιοί και καλοί φίλοι περιμένουν -όλοι γνωρίζουν την ελληνική φράση που είναι γραμμένη στη γέφυρα της πόλης τους, λιγότεροι γνωρίζουν το τι ακριβώς σημαίνει…-, περιμένουν γύρω από ένα τραπέζι, τα ποτήρια ήδη γεμάτα με χιλιάνικον αίθοπα οίνον ερυθρόν…

Οίνωψ Πόντος… (ΙΙΙ)
Νόστος («επάνοδος, επιστροφή εις την πατρίδα»).
Οδύσσεια, Α.180-184 (Η θεά Αθηνά εμφανίζεται στο σπίτι του Οδυσσέα στην Ιθάκη μεταμφιεσμένη, ίδια ο αρχηγός των Ταφίων Μέντης. Ο Τηλέμαχος καλωσορίζει «τον» ξένο, προστάζει να «του» φέρουν φαΐ και κρασί, και «τον» ρωτάει «ποιος είναι», «από πού κρατάει η σκούφια του». Η Αθηνά-Μέντης απαντά:
«Μέντης Ἀγχιάλοιο δαίφρονος εὔχομαι εἶναι
υἱός, ἀτὰρ Ταφίοισι φιληρέτμοισιν ἀνάσσω.
νῦν δ’ ὧδε ξὺν νηὶ κατήλυθον ἠδ’ ἑτάροισιν
πλέων ἐπὶ οἴνοπα πόντον ἐπ’ ἀλλοθρόους ἀνθρώπους,
ἐς Τεμέσην μετὰ χαλκόν, ἄγω δ’ αἴθωνα σίδηρον.»
Οι Νίκος Καζαντζάκης και Γιάννης Κακριδής http://www.omhros.gr/kat/P/km/txt/Od/Kaz/Odys1.htm μετέφρασαν ως εξής αυτούς τους στίχους:
«πως είμαι γιος του Αγχίαλου πέτομαι του καστροπολεμάρχου.
Μέντη με λεν, κι οι καραβόχαροι Ταφιώτες μ’ έχουν ρήγα.
Εδώ έχω φτάσει με τους συντρόφους στο πλοίο μου. Ταξιδεύω
για τόπο αλλόγλωσσο, την Τέμεσα, στο πέλαο το κρασάτο,
στραφταλιστό να δώσω σίδερο, χαλκό να πάρω πίσω.»
Βλέπουμε ότι οι «αλλόθροοι άνθρωποι» μεταφράζονται ως «αλλόγλωσσος τόπος» και ο «οίνωψ πόντος» ως «κρασάτο πέλαγος». Οι δύο μεταφραστές αποδίδουν πάντα τον όρο «οίνοπα πόντον», όπου αυτός απαντάται στην Οδύσσεια (Β.421, Γ.286, Δ.474, Ε.349, Ζ.170) ως «κρασάτο πέλαο».
Κατά τον Ζήσιμο Σιδέρη (Οδύσσεια, εκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος) το απόσπασμα έχει ως εξής:
«Ο Μέντης τ’ Αγχιάλου ο γιος παινεύομαι πως είμαι
και τους Ταφιώτες κυβερνώ τους θαλασσοθρεμμένους.
Κι ήρθα με το καράβι εδώ, σίδερο φορτωμένο,
τώρα, και πάω σ’ αλλόγλωσσους ανθρώπους στην Τεμέση,
τη θάλασσα αρμενίζοντας, χαλκό να πάρω εκείθε».
Ο μεταφραστής αυτή τη φορά αποφεύγει να μεταφράσει το «οίνωψ». Το ίδιο κάνει και στο Β.241, στο Γ.286 μεταφράζει ως «μαβύ γιαλό», στο Δ.474 ως «αφρισμένη θάλασσα», στο Ε. 349 ως «αφρισμένα κύματα», ενώ αποφεύγει επίσης να μεταφράσει το «οίνωψ» στο Ζ.170.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Ζ. Σιδέρης, σε αντίθεση με τους Ν. Καζαντζάκη-Γ. Κακριδή, αντιμετωπίζει μάλλον με αμηχανία τον σχετικό όρο.
Ο Αργύρης Εφταλιώτης μεταφράζοντας την Οδύσσεια http://www.mikrosapoplous.gr/homer/odm0.htm αφήνει τον όρο αμετάφραστο στο Α.183 ενώ τον μεταφράζει ως «μαύρα πέλαα» (Β.421 και Δ.474), «μελανά πέλαγα» (Γ.286), «μελανά πελάγη» (Ε.349), ή «μαύρα πελάγη» (Ζ.170).
Από την άλλη πλευρά, ο Ιάκωβος Πολυλάς μεταφράζοντας την Ιλιάδα http://www.geocities.com/heartnews2002/ , αφήνει τον όρο αμετάφραστο (Β.613) ή τον μεταφράζει ως «απέραντα πελάγη» (Ε.771), ή «μελαμψά πελάγη» (Η.88).
Το πρόβλημα της μετάφρασης του όρου «οίνοπα πόντον» παραμένει.
Ωστόσο, ο Ν. Ζαΐρης στον «Πρόλογο της Ελληνικής Εκδόσεως» του βιβλίου της Μερτζ (ό.π., σελ.19-20) κάνει μερικές εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ­-και σωστές- παρατηρήσεις:
«Εις το λεξικόν ΣΟΥΔΑ η λέξις ερμηνεύεται ως ακολούθως: “Οίνοψ και Οίνοπος. οίνοπι μέλανι. οινωπός δε οινώδης διαυγής μέλας., εις δε τον Ησύχιον, οίνοπα μέλαν, οινώδη τη χροιά (οινόπη αμπέλλου μελαίνης είδος)”. Η κυρίαρχος λοιπόν ερμηνεία της λέξεως είναι το μαύρον χρώμα, ερμηνεία εξ’ άλλου που επιβιώνει και μέχρι των ημερών μας. “Τον κατάπιε το μαύρο κύμα” ή “παραδέρνει στις μαύρες θάλασσες” κ.λπ., είναι φράσεις κοιναί και σήμερον εις την ναυτικήν οικογένειαν. Ομοίως και ο Εύξεινος Πόντος “Μαύρη Θάλασσα” καλείται ένεκα της αγριότητός του.
Συνεπώς, η λέξις “οίνοπος” υποδηλοί εδώ χαρακτηρισμόν της θαλάσσης υπό των ναυτικών αποδιδομένην, και ουχί την χροιάν αυτής.
Αι αγγλικαί μεταφράσεις, εν αδυναμία ευρισκόμεναι να αποδώσουν σαφώς την φράσιν ουχί εξ αγνοίας της Ελληνικής γλώσσης αλλά εξ αγνοίας του τρόπου δια του οποίου αύτη εκφράζεται -όστις επιβιώνει αναλλοίωτος μέχρι και της εποχής μας παρά τοις Έλλησιν- τον αποδίδουν ως “The Wine Dark Sea“, παλαιότεραι δε μεταφράσεις τον απέδωσαν ως “Η Θάλασσα με το Βαθύ Κρασάτο Χρώμα” ή “Η Σκοτεινοκρασάτη Θάλασσα”, που δεν είναι άλλο τι, ως είρηται, παρά μετάφρασις της μεταφράσεως εκ του πρωτοτύπου».
Να ήταν μόνον αυτοί που μεταφράζουν τη μετάφραση…
Πάντως το Λεξικό Δημητράκου αναφέρει: «οίνοψ-οπος ο κ. οινώψ-ώπος ο, η Α, ο έχων όψιν ή χρώμα σκοτεινόν, μουντός. 2. ερυθρομέλας».
Πιστεύω ότι ο Ν. Ζαΐρης έχει δίκιο όταν τονίζει πως η λέξη «οίνοπος» υποδηλώνει χαρακτηρισμό της θάλασσας και όχι το χρώμα της.
Αυτά, όσον αφορά στον οίνοπα πόντον.

Το Διαδίκτυο…
…όμως πώς θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε;
Αποτελεί άραγε τον «μέλανα πόντον», τον μαύρο ωκεανό των πληροφοριών, όπως ισχυρίζονται οι ομιλούσες κεφαλές των τηλεοπτικών δελτίων ειδήσεων, όπου τα τέρατα της πορνογραφίας και του χάκινγκ περιμένουν τους ανυποψίαστους αρμενιστές;
[Διάβαζα τις προάλλες μελέτη που έγινε σε χώρες του εξωτερικού σύμφωνα με την οποία οι χρήστες του διαδικτύου παρακολουθούν κατά 40% λιγότερη τηλεόραση από τους μη χρήστες. Τον χρόνο αυτό τον διαθέτουν για να αρμενίζουν στα πέλαγα των πληροφοριών.]
Το Διαδίκτυο έχει τις μαύρες όψεις του, τις συναρπαστικές του, τις αχανείς, τις «μεθυστικές» όψεις του, αυτές που σε «ανεβάζουν» και σε «φτιάχνουν» αλλά και τις άλλες που σε «ρίχνουν» και σε «ζαλίζουν».
Αυτά συμβαίνουν. Το γνωρίζουν καλά όλοι οι αρμενιστές των θαλάσσιων και των ηλεκτρονικών ωκεανών.
Τι απομένει;
Αυτό που λέει η Αθηνά στον Τηλέμαχο:
Ταξιδεύω για τόπο αλλόγλωσσο, την Τέμεσα, στον οίνοπα πόντον,
στραφταλιστό να δώσω σίδερο, χαλκό να πάρω πίσω.
Κι αν ο Όμηρος έγραφε αιώνες αργότερα, σίγουρα η Αθηνά θα έδινε χαλκό και θα έπαιρνε ασήμι, θα έδινε ασήμι και θα έπαιρνε χρυσό.
Και τούτα, φίλε αρμενιστή, να’ χεις κατά νου σαν πλέεις στον οίνοπα πόντον του Διαδικτύου:
Πληροφορίες δώσε και πάρε γνώση.
Δώσε γνώση και κάν’ την πληροφορίες.
Κι αφουγκράσου προσεκτικά τους άλλους – τους αλλόθροους.
Κάποιοι, εκεί έξω, στ’ ανταριασμένο πέλαγος, ακούν κι εσένα.

16/10/2007 Αφάσιος

ΠΗΓΗ: Θεαμαπάτες και δικτυώματα
 

ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ  minimalist

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2013

BYΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ/ ΑΝΑΣΥΝΔΕΣΗ

Οι παραλληλισμοί με άλλες εποχές δεν είναι καθόλου συμπτωματικοί (Δημήτρης Τρωαδίτης)

Στο δολοφονημένο από τους φασίστες Παύλο Φύσσα      

Ι
Έλεος δεν έχει τούτο το φεγγάρι
απλώνει απλώνει αδιάκοπα στο δέρμα του καλοκαιριού
πήζει τον ουρανό πήζει τον άνεμο
κερώνει την καρδιά και τις χαραματιές της θύμησης
και τα σκιαγμένα πρόσωπα ψηλά στις πολεμίστρες.

Πάνω απ’ τους ξεραμένους κάμπους θειάφι και μολύβι
αγρίμια πυρετοί γυρνούν με πυρωμένα νύχια
στεγνά σαν κάνες τουφεκιών τριγύρω τα πηγάδια
και τα κλωνάρια της κραυγής χωρίς κανένα φύλλο.

Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια
με το θρυμματισμένο πρόσωπο της ανταρσίας αναστραμμένο στο αύριο
μ’ ένα τραγούδι αλουλούδιστο στα μάτια μας
με τα κεραυνωμένα δάχτυλα φευγάτα όλα τα ελάφια
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα;

Το αίμα στα αίμα πάνω πέτρωσε δεν δίνει πια χρησμό
άδειος εδιάβηκε ο καιρός κανένα θάμα…
Πεσμένοι πάνω στα καμένα βράχια
πόσες φορές θα σκοτωθούμε ακόμα
ρωτώντας πάντα αμετανόητα ρωτώντας πού τραβάει
αυτός ο δρόμος που περνάει
ανάμεσα σε σκοτωμένους και φονιάδες.

ΙΙ
Μέρες που δεν σε θέλουν πια
γιατί πολύ τους δόθηκες, γιατί
αφρόντιστα ξοδεύτηκες
μέρες που δεν σε ξέρουν πια
κι αποτραβούν το χέρι τους από το δικό σου
κι όλο μακραίνουνε και προχωρούν χωρίς εσένα
―μα πού πάνε;―
Μόνος, σκοτάδι και τ’ απόμακρά τους βήματα
βλέφαρα που σφαλούν πάνω στο δέρμα σου
φύλλα που γίνονται ένα με το χώμα.

Πλατείες που δε σ’ αναγνωρίζουν πια
δρόμοι που κρύοι γλιστρούν κάτω απ’ τα πόδια σου 48
άλλους βηματισμούς τώρα ζητούν,
για νέες χειρονομίες κραυγών ριγούνε τώρα οι άνεμοι.

Όλα γινήκαν έτσι μονομιάς μια άξαφνη αναχώρηση
ξένος στον κόσμο απόμεινες
βλέμματα, λόγια, αφές,
γεφύρια που σ’ ενώναν με τους άλλους,
όλα γκρεμίσαν τώρα πάνω σου - κι αν θα φωνάξεις, η φωνή σου
ομίχλη πήζει γύρω σου.

Μέρες που δεν σε θέλουν πια,
μέρες που σμίγατε μαζί στην ίδια πίστη, μα που τώρα
κάτι άλλο ψάχνουν - μα τι να ’ναι αυτό;
κάτι άλλο πιο μακριά απ’ την πίστη σου γυρεύουνε κι ο φόβος
μήπως δεν πήραν τίποτε, μα τίποτε από σε μαζί τους
λειώνει τη σάρκα σου, χωρίζει το κορμί απ’ την αίσθηση
καθώς το νιώθεις πια
πως άρχισε το τρομερό κι απρόσμενο
το πέρασμα της ιστορίας επάνω σου.


ΠΗΓΗ:  to koskino