Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2014

ME ΣΕΜΝΟΤΗΤΑ

Όσοι ζουν με σεμνότητα         
Αθόρυβοι και διάφανοι
Ξέρουν ερήμην των άλλων
Ότι οι χαρές είναι ανώνυμες
Πάντα οι λύπες επώνυμες
Και τις συγχωρούν όλες

S.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Ευγένιος Αρανίτσης - Σχετικά Με Τους Ιδιοφυείς

Η εξυπνάδα ορισμένων ανθρώπων φαίνεται πως δυσκολεύει, γι' αυτούς, τα πράγματα, οδηγώντας τους σε αδιέξοδα που χρονίζουν και στα οποία τους καθηλώνει η επιμονή να ενστερνίζονται ιδέες πρόχειρα εγγυημένες από το πνεύμα του μάγου. Αυτό έχει μεν την ικανότητα να διακρίνει τα αόρατα, όμως μ' έναν τρόπο που κάνει την προσέγγιση του βάθους να μοιάζει με άγκυρα. Οι έξυπνοι κολλάνε στην άμμο. Δηλαδή στις αντιξοότητες, που τις αναγνωρίζουν αμέσως ως θεωρητικές δομές απαραίτητες για την επίτευξη των ρεκόρ της σκέψης και, έτσι, απαιτητικές μεγάλων χρονικών παύσεων της δράσης. Δυσκολεύονται να προχωρήσουν. Δυσκολεύονται να αποχωριστούν τη σκιά του ιδανικού που η σπιρτάδα αντιλαμβάνεται σαν αντάξιό της και αρπάζουν, ως αποζημίωση γι' αυτή τη δυσκολία, το δικαίωμα να είναι ματαιόδοξοι.
Παρατηρώ, κατά καιρούς, τις περιπτώσεις ανθρώπων με πολύ υψηλό I.Q., καθώς το ονομάζουν, που η εξυπνάδα τους πάει κόντρα σε κάθε ψυχική εξέλιξη. Οι άμυνές τους είναι τόσο ισχυρές, τόσο καλά δεμένες με τα στριφογυρίσματα της οξυδέρκειας, ώστε δεν τις διαπερνάει ούτε μία αχτίδα. Προφυλαγμένοι από το δαίμονα που τους παρέχει προστασία σε κάθε απόπειρα του κόσμου να τους αλλάξει μυαλά, ζουν κλεισμένοι, αεροστεγώς, στην τελειότητα του εκάστοτε επιχειρήματος, το οποίο, ενώ αναδύεται ταχύτατα προκειμένου ν' αφήσει τους άλλους άναυδους, τελικά αφήνει το ίδιο το υποκείμενο δεμένο χειροπόδαρα. Ο έξυπνος σκέφτεται τόσο έξυπνα, ώστε δεν προλαβαίνει να ανασάνει σύμφωνα με το ρυθμό των εξελίξεων, παρά χτυπάει κεραυνοβόλα και βυθίζεται στην αναμονή μιας δυνητικής επαλήθευσης, ήδη συντελεσμένης φαντασιωσικά. Μελετώντας τόσο επίμονα, εκεί, στη φαντασίωση, τη μωρία του κόσμου, η εξυπνάδα δανείζεται πολλά από το ύφος της ξεροκεφαλιάς.
Αυτό το τραύμα της διάψευσης, που τον κάνει συχνά να τρεκλίζει σε ό,τι αφορά τις συναισθηματικές υποθέσεις, είναι περιέργως κάτι του οποίου τον πόνο ο ίδιος δεν συνειδητοποιεί. Όπως όλες οι οπτικές γωνίες, έτσι και η υπερβολική οξύνοια έχει το δικό της τυφλό σημείο, όπου η πρόσβαση παραμένει αδύνατη: η εξυπνάδα δεν μπορεί να δει την πλάτη της καλύτερα απ' ό,τι η ανοησία και, ως προς αυτό, λίγο μετράει αν η ανοησία είναι συνολικά τυφλή. Αφού εδώ, δηλαδή πίσω από την πλάτη του ευφυούς, τα χρόνια περνάνε το ίδιο γρήγορα όσο και πίσω από την πλάτη του βλάκα.
Συναντάει κανείς έξυπνους ανθρώπους για τα καλά παγιδευμένους σ' ένα σχήμα τόσο αιθέριο στη σύλληψή του, ώστε εντέλει περνάει για αιώνιο. Δε γίνεται να το εγκαταλείψει κανείς, δεν μπορεί ο καθένας να 'χει τη μοίρα του Οπενχάιμερ. Απλώς ο έξυπνος επινοεί άλλα ανάλογα σχήματα, όλα γεννημένα από την ομολογημένη αποτελεσματικότητα της ίδιας εφηβικής ευστροφίας που σωρεύονται στο αρχικό θεμέλιο σχηματίζοντας, συν τω χρόνω, πλήρη οχυρωματικά έργα. Κάτω από το βάρος όλου αυτού του τσιμέντου, ο έξυπνος ασφυκτιά.
Και πάλι, η απειλή ασφυξίας όχι μόνο δεν τον συντρίβει, αλλά γίνεται μια ακόμη πρόκληση για την εξυπνάδα του.
Στερημένος από την αφέλεια, από την πρόωρα εγκαταλελειμμένη παιδικότητα που κυβερνούσε το βλέμμα του όταν ζητούσε αγάπη χωρίς η ανάγκη του να απαντηθεί, αποφεύγει τις κακοτοπιές της κατανόησης του προφανούς και επιστρατεύει τις πάντα ετοιμοπόλεμες εφεδρίες του νου, μέσω των οποίων εξασφαλίζει τη λειτουργία μηχανισμών κατά κανόνα απορριπτικών. Το να πριονίζεις το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεσαι καταντάει, τότε, ίδιον του καρτεσιανού υποκειμένου.
Το ενδεχόμενο να δεχθεί μιαν άλλη γνώμη αιωρείται μπροστά του ως απειλή διάψευσης της εξυπνάδας του, την οποία πλέον έφτασε να υπηρετεί με όρους αφοσίωσης στον αυτοσκοπό. Εκλαμβάνει σωστά τη δυσαρμονία στη σχέση του με τους άλλους ως συνέπεια της ανοησίας των άλλων, όμως αυτή η ευθυκρισία απωθεί το θαυμασμό αφού της λείπει η γλύκα των ματιών, το άνοιγμα στη θέρμη των χρωμάτων.
Τα μάτια δεν βλέπουνε, τώρα, παρά εκείνο που είναι κρυμμένο μέσα στην εξίσωση εξυπνάδα =
καχυποψία. Η συμφιλίωση δεν τα αφορά. Η πρόοδος της επαφής τους με την επικρατούσα ανθρώπινη συνθήκη, που είναι ο συμβιβασμός, τα αφήνει αδιάφορα.
Έτσι ο έξυπνος δεν επιτρέπει να μπει μέσα στο κάστρο του τίποτα, όλες οι εικόνες του φαίνονται μολυσμένες από ηλιθιότητα και απάτη. Οπότε, μαζί με τις φωταψίες του όντως μηδαμινού, αποκλείει και τις στιγμές που το βλέμμα θα λικνιζόταν στην αμφιλύκη. Από μέσα, από κει όπου βρίσκεται ο ίδιος, το οχυρωματικό έργο μοιάζει μ' ένα υπερβολικά πολύπλοκο και ιδιαίτερα κομψό αρχιτεκτόνημα, μ' ένα σπάνιο δίκτυο λεπτοδουλεμένων αρθρώσεων, όμως, εν προκειμένω δεν βλέπει ότι η τέλεια συναρμολόγηση του Ταζ Μαχάλ έχει συντελεστεί για να εμποδίσει την αποκοπή από την ταριχευμένη νιότη.
Το είδος αυτό του ευφυούς, για το οποίο μιλάω, αρνείται να ενηλικιωθεί, διότι, για να το κάνει, πρέπει να εγκαταλειφθεί στη λειτουργία των αισθήσεων, πάντοτε έτοιμων να εξαπατήσουν, κυρίως δε των συναισθημάτων, τα οποία υποπτεύεται σταθερά σαν προξένους σύγχυσης. Ακόμη και όταν της επιτρέπεις μια διακριτική παρουσία, η συμπόνια βάζει τρικλοποδιές στα μεγάλα ακροβατικά εγχειρήματα.
Από το να καταλαβαίνει τόσα πολλά, ο έξυπνος σκληραίνει μέχρι την απογοήτευση. Προκειμένου να επιβάλλει το Νόμο του Πατέρα, ξεχνάει να διαισθάνεται. Πεισματικά αρνείται να εκπαιδευτεί στη ζυγισμένη υποδοχή της Μητρότητας, η οποία έρχεται, ακροποδητί, από την πίσω πόρτα, με λίγο γλυκό του κουταλιού για χαζούς.
Δεν δέχεται να τον χαϊδέψει η ποίηση των πραγμάτων, λες και αυτό θα τορπίλιζε κάποιο σταθερό και απαρασάλευτο υπόδειγμα ζωής, ελάχιστα αληθινής κατά τα άλλα, απλώς κατάλληλης για τεχνητή αναπαραγωγή μεταξύ εκείνων που πιάνουν πουλιά στον αέρα.
Κοντολογίς, ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει η υπερβολική αυτή οξυδέρκεια είναι η λησμονιά του πως επιβιώνει κανείς ανάμεσα στο ρέον πλήθος, η έμφυτη αντιπάθειά της για τη λαϊκή αγορά και τις εκπτώσεις.
Ο Μπόρχες έγραψε πως ο πατέρας του, "όπως όλοι οι ευφυείς άνθρωποι, ήταν καλόκαρδος". Προφανώς, αυτό ισχύει μόνον θεωρητικά. Δεν είναι όλοι οι ευφυείς αγαθοί στην καρδιά, απεναντίας οι περισσότεροι έχουν αντιληφθεί από νωρίς, χάρη στο πλεονέκτημά τους, ότι οι πάντες πρέπει να θεωρούνται υπεύθυνοι για το έγκλημα της ύπαρξης, κι αυτό τους γεμίζει οργή.
Στη συνέχεια μένουν μ' αυτή την οργή παγιδευμένη στο υπογάστριο, δεδομένου, ακριβώς, ότι η ευγλωττία του νου, έστω και όταν δεν κατοικεί στην ομιλία, τους στερεί από τη σκέψη ότι θα μπορούσαν να τη σωματοποιήσουν. Η ασύγκριτη επιχειρηματολογία τους ταξιδεύει μεταφέροντας όλες τις παρενέργειες της απώθησης του αληθινού ζητήματος, που είναι ο έρως όχι του δώρου αλλά του δωρίζειν. Γι' αυτό η εξυπνάδα, από μόνη της, ουδέποτε γαλήνεψε κανέναν Κέρβερο.

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ

Εκτιμώ και ζηλεύω τους πρακτικά αισιόδοξους και ταυτόχρονα απρόβλεπτους ανθρώπους. Αυτούς που σαν από χάρισμα λες ή μετά από σκληρή αυτοεκπαίδευση καταφέρνουν να ορίζουν στο μέτρο που θέλουν και μπορούν την καθημερινότητά τους.
Χρησιμοποιώντας όλο το εύρος των δυνατοτήτων τους. Με την επιδεξιότητα του χεριού ή του μυαλού τους. Συνήθως με το συνδυασμό και των δύο. Είναι εκείνοι που εν μέσω ανακατατάξεων και καταστροφών βρίσκουν τρόπο να σταθούν όρθιοι. Χωρίς να μεμψιμοιρούν ή να εκλογικεύουν τις καταστάσεις προκειμένου να νιώσουν καλύτερα. Ή το χειρότερο χωρίς να θέλουν να επωφεληθούν. Είναι μια σπουδαία και πολλές φορές μη αναγνωρίσιμη τέχνη της ζωής κι αυτή. Μ’ άλλα λόγια θα μπορούσε να ονομαστεί προσαρμογή σε αλλαγή δεδομένων καταστάσεων, αλλά είναι πολύ σπουδαιότερη απ’ αυτή. Ίσως γιατί δεν προέρχεται απλά από τις εκάστοτε συνθήκες, αλλά από μια ατομική ανάγκη να δοκιμάζει κανείς τα όρια του εαυτού του ακόμα κι αν κρέμεται από πάνω του ο πέλεκυς της αποτυχίας. Έχει να κάνει με θάρρος και θράσος, με μεγάλη δόση τόλμης που είναι όμως ορατή και κατά κάποιο τρόπο μετρήσιμη γιατί αλλιώς ξεπέφτει σε ανοησία και επικινδυνότητα.
Μια δύσκολη και επίμονη διαδικασία. Η εξαίρεση που ακόμα κι αν επιβεβαιώνει τον κανόνα υπάρχει, η  ανατροπή της επωδού ότι ο άνθρωπος δεν αλλάζει κι ότι πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι.
Ίσως τα γηρατειά κι ο μαρασμός του σώματος αλλά κυρίως της ψυχής να προέρχεται και να καταλήγει απ’ αυτή και σ’ αυτή τη μονήρη επανάληψη του ίδιου μοτίβου ζωής. Γερνάμε όταν δεν ερωτευόμαστε πια και πώς να ερωτευτούμε όταν αποφεύγουμε τον εαυτό μας; Εν τέλει αυτός ο φαύλος κύκλος ούτε κύκλος ούτε φαύλος είναι. Είναι μια διαρκής καχύποπτη  ματιά στο διαφορετικό. Είμαι μέσα του και το ξέρω…

Stavronia

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΠΕΘΑΝΕΙΣ...

"Λίγο πριν πεθάνεις…" από το κορίτσι του διπλανού portal (www.protagon.gr, 31/10/2014)



Ο παππούς μου ήταν φυσικός. Ήταν και 96 χρονών (όπως ο Μητσοτάκης). 
 Όταν τον ρωτούσαν πόσων χρονών είναι απαντούσε «χοντρικά… λίγο πριν πεθάνω». Το καλύτερο είναι ότι χαμογελούσε όταν το 'λεγε. Γνήσια, όχι μ’ αυτό το χαμόγελο-μορφασμό-κάλυμμα τρόμου. Ο παππούς μου χώρισε από τη γιαγιά μου όταν ήταν 75 χρονών. Όχι γιατί βρήκε γκόμενα αυτός. Όχι επειδή βρήκε γκόμενο η γιαγιά. Χώρισε γιατί δεν ήθελε να πηγαίνει εκδρομές σε μοναστήρια μαζί της. Σιχαινόταν επίσης τις φίλες της, που αφού γλεντοκόπησαν με συζύγους και εραστές στις Μυκόνους και τα Καζίνα της Ευρώπης, αποφάσισαν να κάνουν πλέον Πάσχα στον πανάγιο τάφο μόνο και μόνο γιατί φοβήθηκαν ότι έχουν πάρει την άγουσα για τον δικό τους τον τάφο. «Αυτές παιδί μου είναι συνηθισμένες να τα ρυθμίζουν όλα ζητώντας ρουσφέτια από τους βουλευτάδες τους», μου είπε τότε. «Ε, δεν μπορώ να τις βλέπω να μετατρέπουν και το θεό σε βουλευτή. Ανάβουν κεριά, κάνουν τάματα, φτιάχνουν φανουρόψωμα, φιλάνε οστά και κάρες αγίων, γιατί αυτή τη φορά είναι γιγάντιο το ρουσφέτι: ρετιρέ στον παράδεισο. Καλύτερα μόνος μου.»
Και πράγματι. Έζησε άλλα 20 χρόνια καλύτερα μόνος του. Ο θεός του έδωσε υγεία – ίσως επειδή δεν το ζήτησε φιλώντας στα ξεκούδουνα την κάρα του Αγίου Μηνά. Επισκεύασε και αποσύρθηκε στο σπίτι της μάνας του σ' ένα χωριό με δέκα σπίτια κάπου στη νότια Πίνδο. Το πρωί έκανε μια μεγάλη βόλτα στο βουνό και μετά διάβαζε, έφτιαχνε το φαγάκι του και έπαιρνε ένα υπνάκι. Το απόγευμα πήγαινε στο καφενείο-μπακάλικο-ταβέρνα-πρόχειρο ιατρείο και συναντούσε τους άλλους 16 κατοίκους του χωριού. Έπιναν το κρασάκι που έφερνε αυτός (είχε τρελές προμήθειες σαββατιανού που ήταν η αδυναμία του), έτρωγαν ομελέτα με αυγά απ' το κοτέτσι της κυρά Μάγδας και μανιτάρια που μαζεύει ο ανιψιός του Θωμά. Μετά το τρίτο ποτηράκι παίζανε μπιρίμπα ή τάβλι. Όταν ο παππούς ήταν στα μεγάλα κέφια του τους εξηγούσε τους νόμους που διέπουν τον κόσμο μετά παραδειγμάτων. Η αντοχή των υλικών λ.χ. εξηγήθηκε με το διαζύγιό του. «Μαλώνεις, μαλώνεις για χρόνια και νομίζεις ότι δεν πειράζει. Τα βρίσκεις και συνεχίζεις. Όμως η σχέση έχει κουραστεί. Και όταν μια μέρα ξαφνικά χωρίζεις, απορείς αφού δεν έγινε τίποτα σπουδαίο. Αλλά δεν χρειάζεται να γίνει ένα σπουδαίο. Η καταπόνηση για χρόνια κάποια στιγμή θα φέρει το σπάσιμο. Έτσι και το πανί που το βλέπει ο ήλιος καθημερινά κάποια στιγμή ξαφνικά θα διαλυθεί». Μετά γυρνούσε σπίτι του, διάβαζε λίγο ακόμα και πήγαινε για ύπνο. Ήταν ήρεμος κι ευτυχισμένος. Η μόνη με την οποία μιλούσε στην οικογένεια ήμουν εγώ.
Χτες με ειδοποίησε η κυρά Μάγδα ότι δεν είναι καλά. Πέταξα κι έφτασα δίπλα του σε μισή μέρα. Όταν μπήκα σπίτι του τον βρήκα στο κρεβάτι χάλια αλλά με καθαρές ριγέ μπυτζάμες, τριζάτα σεντόνια, μια κούπα χαμομήλι και ένα βιβλίο στο χέρι. Χαμογέλασε με όλο του το μούτρο όταν με είδε. Και μετά με μάλωσε που άφησα τις δουλειές μου και ήρθα.
-Τι κάνεις παππού; τον ρώτησα προσπαθώντας να κρύψω άτσαλα την αγωνία μου.
-Προσπαθώ να καταλάβω ποιες από τις 8 άγνωστες διαστάσεις του σύμπαντος είναι η πιο ωραία για να μετεγκατασταθώ, μου είπε και ανέμισε το βιβλίο. Το πήρα στα χέρια μου. Ήταν ένα βιβλίο που ανέλυε τη θεωρία των υπερχορδών, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της οποίας υπάρχουν, όπως μου εξήγησε, παράλληλα σύμπαντα αόρατα για μας που ζούμε στις τρεις διαστάσεις.
-Σοβαρά τώρα παππού, λες να αληθεύει αυτό; Λες να είμαστε κλεισμένοι σε μια γυάλα σαν ψάρια και να νομίζουμε ότι αυτό είναι όλο, ενώ έξω είναι το σπίτι, η πόλη, ο κόσμος, ο γαλαξίας; Λες να είμαστε κοντόφθαλμοι σαν χρυσόψαρα;
-Θα σου πω σε λίγο μετά λόγου γνώσεως, μου είπε και γέλασε περιπαικτικά. Με ξέρεις εμένα τι ψαχτήρι είμαι. Θα βρω τρόπο, θα βρω ταχυδρόμο με άδεια κυκλοφορίας μεταξύ συμπάντων και θα σε ειδοποιήσω. Υπόσχεση!
Σκάσαμε στα γέλια και αγκαλιαστήκαμε. Το βράδυ πέθανε ήσυχα στον ύπνο του. Και ξαφνικά κατάλαβα τι θα πει ακριβώς «θανάτω θάνατον πατήσας» και τον ζήλεψα.
Καλό ταξίδι παππού. Θα χω το νου μου για τον ταχυδρόμο σου…



Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

EΠΕΤΕΙΟΙ

Χρεοκόπησαν οι επέτειοι. Σαν τις επαναστάσεις. Αφού πρώτα αποσαφηνίστηκαν. Κάτι σα
νεκροψία που ακολουθεί το τετελεσμένο του θανάτου. Τα εμβατήρια ξεκλειδώθηκαν από τα μπαούλα της μνήμης. Απλά προς τέρψη των αυτιών, όπως συμβαίνει κάθε Οκτώβριο και Μάρτιο. Μου θύμισαν κάτι στιχάκια, γραμμένα στο πόδι για εύπεπτη λαϊκή κατανάλωση στις απαστράπτουσες οθόνες των πρωινών καφέδων. Με απαραίτητο αξεσουάρ την αποκάλυψη καλλίγραμμων ποδιών κάτω από κολλαρισμένες μίνι φούστες και δωδεκάποντες γόβες. Κρίμα που οι τιμημένοι νεκροί έχασαν τέτοιο θέαμα. Το εισέπραξαν πάντως ποικιλοτρόπως οι επίσημοι της εξέδρας και οι ένστολοι στους σημαιοστολισμένους δρόμους.
Η ιστορία αφήνει τα χνάρια της παντού, αλλά πιο εύκολα αποκαλύπτεται σε στρατιωτικό βηματισμό μέσα απ’ το ξεσχισμένο πρόσχημα της ειρήνης. Άλλωστε πάντα στο όνομα της ειρήνης και της αγάπης γίνονταν τα στυγερότερα εγκλήματα. Κανείς όμως δεν τα θυμάται αφού εξακολουθούν να γίνονται καθημερινά χωρίς σαλπίσματα και σιωπητήρια, χωρίς συγκεκριμένα πεδία μάχης και αναγνωρίσιμους εχθρούς.
Όταν οι παρελάσεις αντικατασταθούν από πορείες ειρήνης, όταν οι εξέδρες και τα κάγκελα γκρεμιστούν και ο πραγματικός επίσημος γίνει ο απλός καθημερινός άνθρωπος, τότε ίσως αποτίσουμε τον αληθινό φόρο τιμής σ’ αυτούς που θυσιάστηκαν και το αξίζουν. Σε εμάς τελικά.
Μόνο οξύμωρο είναι στην εποχή του ναι να γιορτάζεται ακόμα έτσι το Όχι.


Stavronia

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014

[Ο παππούς πολέμησε το 1940 στα ελληνοαλβανικά σύνορα] Γκόγκας Δημήτριος

Ο παππούς πολέμησε το 1940 στα 
ελληνοαλβανικά σύνορα.        
Όπως καταλαβαίνετε,
δεν ανήκε στους τριακόσιους του Λεωνίδα,
ούτε στους Θεσπιείς
που τους τοποθέτησε εντέχνως στο περιθώριο η διάφανη ιστορία.
Ήταν μάγειρας,
μ΄ ένα καζάνι και μια κουτάλα τάιζε
πάνω από 300 στρατιώτες και αξιωματικούς.
Στις περιγραφές του, λίγο πριν πεθάνει,
μιλούσε για τους άγνωστους συναδέλφους του και δάκρυζε.
Ανέφερε βέβαια πάντα βαριά- ανασαίνοντας
και για τις σκουληκιασμένες εύγεστες φακές,
τα νερόβραστα φασόλια,
τα κουνουπίδια που σάπιζαν και μύριζε μπαρούτι το μαγειρειό
τις ψείρες που χόρευαν στις σπίθες της φωτιάς
και τα παγωμένα άκρα που μάτωναν μες στα γράμματα των ταχυδρόμων.

Όπως καταλαβαίνετε,
ο παππούς μου πολέμησε πριν από αρκετά χρόνια,
στα ελληνοαλβανικά σύνορα
για ένα μνημείο που στήθηκε στην μνήμη αυτών που θάβανε πρόχειρα
και δεν είδαν ταφικό στεφάνι να τους σκεπάζει το σώμα.

Πολεμούσε δε μέχρι το πέρας της ζωής του,
με μια κουτάλα σε ένα καζάνι.
Για την τιμή της οικογενείας
για να μην πεινάσει η οικογένεια
για να μην πέσει η οικογένεια στα γόνατα
για να μην δει να κλαίει η οικογένεια.
Πουλήθηκε ολάκερος, μα ήταν ελεύθερος.
Και δράττοντας της ευκαιρίας να πω
για την τιμή της Ελλάδας !!
(εδώ παρακαλώ το ακροατήριο ένα γλυκό μειδίαμα και ίσως ένα μικρό χειροκρότημα)

Στις παρελάσεις στο χωριό
δεν τον κάλεσε ποτέ κανείς στην εξέδρα των επισήμων.
Άλλωστε ήταν μάγειρας. Δεν υπήρχαν θέσεις για μαγείρους.
Στην ανεργία των ηρώων επιτρέπεται και τούτο.
Δεν ρώτησε ποτέ κανείς πως είναι να μαγειρεύεις για 300 στρατιώτες.
Ο Λεωνίδας θεωρώ ότι θα είχε ρωτήσει

Λίγο πριν πεθάνει
ένα καλοκαιρινό απόγευμα,
νομίζω πως μαχότανε μην φύγει η ψυχή του.
Κι όταν αγκάλιασε τον άνεμο,
το ήξερα πως μαρμάρινη πλάκα του έλαχε
αυτή του αγνώστου στρατιώτου.

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014

ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ, “Μέσα στο ποίημα σε χάνω…”

Μέσα στο ποίημα σε χάνω Έξω από μένα    
άλλη ομορφιά σε παίρνει, αγαπημένη
Τί θα γίνω και τί με περιμένει
σε άδειες αισθήσεις και χωρίς εσένα

που είσαι για μένα ό,τι είμαι και που τώρα
δεν είσαι μυστικό και πια δεν είμαι ό,τι είμαι
Τί να μου κάνουν νοσταλγίες και μνήμες
Το απτό με αρνιέται αυτή την άχρονη ώρα

το απτό που ήταν η τρέλλα μου και το άγχος
α, όλα αυτά που γίναν τώρα στίχοι . . .
Τί άδοξα που έχασα το στοίχημα
 ανάμεσα στο «υπάρχω – δεν υπάρχω»

Να χάνω όσα είχα το άντεχα· μα εσύ ήσουν
και όσα ποτέ δε γίναν και δεν είχα
Αυτά, πώς να τα χάσω αυτά που ματαιωθήκαν ;
Σε άλλη ομορφιά θ’ αγιάζουνε μαζί σου

λόγια που αρνήθηκαν να ειπωθούνε
αγγίγματα που πήραν πίσω το αίνιγμά τους
σημάδια του έρωτα και του θανάτου
γραφές που γράφτηκαν για να σβηστούνε

Μέσα στο ποίημα σε χάνω και δεν ξέρω
εσύ μου φεύγεις ή εγώ σου φεύγω ;
Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος . . .
Και δε με θέλω πια και δε με ξέρω

Σε άλλη ομορφιά φριχτή και δίχως έλεος
θα ’σαι για πάντα, έξω από μένα, ωραία ωραία
τόσο άδικα τόσο άσπλαχνα ωραία . . .
Και δε με ξέρω πια και δε με θέλω


Εν γη αλμυρά, 1996

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

[Τα Ποιήματα Στο Δρόμο] Του Νίκου Χουλιαρά

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις
γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια -όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
 Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο.
 Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο. 
 Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
 Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει.
 Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία. Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. 
Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου. 
 Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση». 
 Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. 
Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη. 
 Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

O ΙΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ

Αδυνατώ να παρακολουθήσω τα γεγονότα. Προαισθάνομαι μόνο μια κατηφορική πορεία προς ένα τέλμα που τα συμπεριλαμβάνει όλα: Έλλειψη ατομικής συνείδησης, ιστορικής μνήμης, αγωνία και αδυναμία αγώνα για αλλαγή, αναιμική αλληλεγγύη και ανεπάρκεια ομαδικού πνεύματος για να οικοδομηθεί μια νέα αντίληψη που θα φέρει τον άνθρωπο κοντά στις πραγματικές του ανάγκες. Η ολοκληρωτική μορφή της κρίσης και η καθημερινή ματαίωση και απογοήτευση για τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής μάς αφόπλισε.
Η εναλλαγή των περιόδων της ακμής και της παρακμής της ιστορίας των λαών παρήλθε ανεπιστρεπτί, παρόλο που στο πέρασμα των χιλιετιών η εξέλιξη αποτυπώθηκε στην κυριαρχία και στην παντοδυναμία  κάποιων απ’ αυτούς.
Τώρα μια μόνιμη κατάσταση παρακμής μοιάζει να σκιάζει και την πλέον αισιόδοξη ελπίδα για το μέλλον, ο μισός πλανήτης πεθαίνει από διαρκή και ακατάσχετη αιμορραγία, μια ατέλειωτη νύχτα Αγ. Βαρθολομαίου, ανάμεσα σε δικτατορίες, θρησκευτικό φανατισμό, ρατσισμό, γενοκτονίες και φρικαλεότητες, ο άλλος μισός ζει με μηχανική υποστήριξη από αλμπάνηδες γιατρούς-ηγέτες που είναι φερέφωνα και διεκπεραιωτές μιας παγκόσμιας ελίτ που έχει αποφασίσει ποιοι θα αφανιστούν από προσώπου γης και ποιοι θα μείνουν, το διαίρει και βασίλευε ποτέ δεν εφαρμόστηκε πιο επιτυχημένα στο παρελθόν απ’ ότι στα σκοτεινά χρόνια αυτού του αιώνα.
Εκπαιδευόμαστε μέρα με τη μέρα σε ένα νέου είδους μεσαίωνα που δεν υπαινίσσεται ούτε κατ’ ελάχιστο ένα αμυδρό φως αναγέννησης. Ο διαφωτισμός βρίσκεται μόνιμα σε ψηφιακό black out μέσα από τα δελτία ειδήσεων και τα social media.
Κι όμως κάποιοι επιμένουν να αντιστέκονται εδώ, στις αναπτυγμένες χώρες μας, μέσα από την τέχνη, το λόγο και τη μουσική κι εκεί άλλοι, ζωσμένοι με πέτρες, ξύλα και εκρηκτικά υπερασπίζονται με το θάνατό τους εκτός απ’ τη ζωή, την τιμή, το σπίτι, την πατρίδα τους και το αναφαίρετο δικαίωμά τους να πιστεύουν σ’ όποιον θεό θέλουν ή να μην πιστεύουν πουθενά.
Η κούρδισσα γυναίκα και μάνα δε χρειάστηκε πανεπιστημιακή μόρφωση για να το μάθει αυτό, διαβάζοντας την είδηση μπορείς να κλάψεις αλλά όχι να (τη) λυπηθείς, δε θα στο επέτρεπε ούτε κατά διάνοια η αξιοπρέπειά της.
Εν τέλει ο ιός του πολιτισμού αποδεικνύεται πιο θανατηφόρος από τον επικείμενο ερχομό του΄Εμπολα, γιατί κανένας δε θα πιστοποιήσει το θάνατό μας καθώς οι περισσότεροι θα εξακολουθούμε να κινούμαστε ανάμεσα στους εναπομείναντες ζωντανούς, όντας νεκροί.

Stavronia

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

"Το σύμβολο της πίστεως" του Μάνου Χατζιδάκι

«Πιστεύω στην υγρασία της νύχτας, στα αγάλματα που ταξιδεύουν μέρα νύχτα 
μες σε δαπανηρές συσκευασίες και στα κλειστά παράθυρα εργοστασίων που απεργούν. 
Πιστεύω στη λιτανεία των αυτοκινήτων, στα νευρικά σφυρίγματα ενός εγκαταλελειμμένου αστυφύλακα και στην οσμή από σελίδες άκοπες των σχολικών βιβλίων. 
Πιστεύω στις ποιητικές ανθολογίες, στις διαφημίσεις ταυρομαχιών του 35 και στα σημάδια του κορμιού σου που φανερώνουν έρωτα. 
Τέλος, πιστεύω στον θάνατο της μνήμης και
στην ανάσταση των επιθυμιών εν μέσω
ρόδων, γιασεμιών και υακίνθων. 
Και τούτο εγένετο, Αμήν».

Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

ΠΛΑΝΟΔΙΟ ΤΣΙΡΚΟ

Στη νύχτα των ανθρώπων                                  
Δεν διακρίνω τίποτα
Εκτός κι αν καταφέρω
Αλλιώς να διαφύγω
Ιπτάμενος ακροβάτης
Από σκοινί σε σκοινί ονείρων
Χωρίς δίχτυ ασφαλείας
Ή επιδέξιος ζογκλέρ
Με ταχυδακτυλουργικά κόλπα
Να μαγεύω τον εαυτό μου
Μα το καλύτερο όλων
Όταν θα μάθω να  πετάω
Δίκοπα μαχαίρια
Κόβοντας τον κόσμο
Στα μέτρα του
Για να χωράει κάπου
Άλλαξα πολλά μάτια εύκολα
Αλλά ακόμα δυσκολεύομαι
Μέχρι κάποτε να διαλέξω
Ποιο βλέμμα
και τι στολή να διαλέξω
Στο πλανόδιο τσίρκο της ζωής

Stavronia

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Εμίλ Σιοράν: ιστορία του Κακού...

Γιάννης Σταύρου, Καληνύχτα, λάδι σε καμβά(λεπτομέρεια)
Ακόμα αναρωτιέστε γιατί μας συμβαίνουν όλα αυτά τα δεινά; Καταφύγετε στη σκέψη του Εμίλ Σιοράν περί της ανθρωπότητας...
Αν και πάλι δεν πεισθείτε...Ε, τότε κάντε μήνυση στον Μεγαλοδύναμο...

...Απτόητο μπροστά σε μια καθορισμένη άποψη ή ένα διαφανές είδωλο, το πλήθος εξάπτεται με το ανεπαλήθευτο και τα ψευδομυστήρια. - Ποιός έδωσε ποτέ τη ζωή του για την αυστηρότητα; Κάθε γενιά υψώνει μνημεία στους δήμιους της προηγούμενης. Αληθεύει εξίσου ότι τα θύματα θα δέχονταν πρόθυμα να σφαγιαστούν από τη στιγμή που πίστεψαν στη δόξα, στο θρίαμβο ενός και μόνο, στην ήττα όλων...


Η ανθρωπότητα λάτρεψε μόνο τους εξολοθρευτές της. Τα βασίλεια όπου οι πολίτες έσβησαν ειρηνικά δεν εμφανίζονται καθόλου μέσα στην ιστορία, ούτε ο συνετός ηγεμόνας, ο οποίος ανέκαθεν περιφρονείται από τους υπηκόους του· το πλήθος αγαπάει το μυθιστόρημα, έστω κι αν του κοστίζει, γιατί το σκάνδαλο των ηθών συνιστά το υφάδι της ανθρώπινης περιέργειας και το υπόγειο ρεύμα κάθε συμβάντος...

...Αφού η τιμιότητα δεν έχει βιογραφία ούτε χάρη, από την Ιλιάδα ως το κωμειδύλλιο, μόνο η έκρηξη της ατίμωσης διασκεδάζει και θέλγει. Συνεπώς είναι πολύ φυσικό η ανθρωπότητα να προσφέρεται ως ζύμη στους κατακτητές, να θέλει να την ποδοπατούν, ένα έθνος χωρίς τυράννους να μένει στην αφάνεια, και το σύνολο των παρανομιών που διαπράττει ένας λαός να είναι η μόνη ένδειξη της παρουσίας και της ζωτικότητάς του...

...Παγκόσμια ιστορία: ιστορία του Κακού. Το να αφαιρέσει κανείς τις καταστροφές από το ανθρώπινο γίγνεσθαι, είναι σαν να εκλαμβάνει τη φύση χωρίς εποχές. Δεν έχετε συνεισφέρeι σε μια καταστροφή; θα εξαφανιστείτε χωρίς να αφήσετε ίχνος πίσω σας. Επισύρουμε την προσοχή των άλλων με τη δυστυχία που σκορπάμε γύρω μας...

...Αλλά ας παρηγορηθούμε: οι κοντινοί ή μακρινοί επίγονοί μας θα πάρουν εκδίκηση. Γιατί δεν είναι δύσκολο να φανταστούμε τη στιγμή που οι άνθρωποι θα αλληλοσφάζονται από αηδία για τον εαυτό τους, που η Ανία θα κυριαρχεί πάνω στις προκαταλήψεις και τις αποσιωπήσεις τους, που θα βγαίνουν στο δρόμο για να ικανοποιήσουν την αιμοδιψή τους διάθεση και το καταστρφικό όνειρο που πάει από γενιά σε γενιά θα γίνει έργο όλων...

Εμίλ Σιοράν

Εγκόλπιο Ανασκολοπισμού, Η ανία των κατακτητών (απόσπασμα)
μετ. Κωστής Παπαγιώργης, Εκδ. Εξάντας (σελ 209-211)

 ΠΗΓΗ: ΛΕΣΧΗ ΣΚΕΨΗΣ 
(Αναδημοσίευση από το blog http://yannisstavrou.blogspot.com)

Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΑΝΤΑ ΔΕΥΤΕΡΑ

Αμετάπειστο φως
Καλεί σε βοήθεια
Όταν η νύχτα το μαδάει
Δάχτυλα ανοιχτά βουλιάζουν
Πριν τα καταπιεί το νερό
Ανάμεσά τους περνάς
Ξέρεις να καταδύεσαι
Ρίχνεις άγκυρα μέσα μου
Με κομμένη αλυσίδα
Ξεμακραίνεις
Σε αισθάνομαι
Χωρίς να σε βλέπω
Στίβω τα μάτια μου
Δυνατά να ξεκολλήσουν
Κυλάνε στο πάτωμα
Στα τυφλά τα μαζεύω
Μη βλέπουν τόσο χαμηλά
Ψάχνω κατάρτι
Να τα κρεμάσω
Αλλά έχεις ήδη φύγει
Ενώ είσαι ακόμα εδώ
Κινούμενη άμμος
Λέγεται ο έρωτας
Μια υπόσχεση
Κυριακάτικης εκδρομής
Που θα ματαιώνεται πάντα Δευτέρα


Stavronia

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2014

ΗΓΓΙΚΕΝ Η ΩΡΑ

Κοιτάζω το σκοτεινό νερό. Θα υπάρχει τρόπος διαφυγής. Παρόλο που ό, τι δημιουργήθηκε για να ρέει έχει τη δύναμη να σε καθηλώσει. Για λίγο, για πολύ ή για πάντα. Όπως όταν ψάχνεις μια υποτυπώδη απάντηση στο ερώτημα για το δικό σου χαμένο χρόνο. Εκεί που όλα υφίστανται όσο αυτοαναιρούνται. Όμως διαπράττω ύβρη απέναντι στον εαυτό μου βάζοντας τέτοια ερωτήματα. Ούτως ή άλλως δεν ξέρω τίποτα για το χρόνο αφού είμαι μέρος της συλλογής των παιχνιδιών του.
Ποτέ δε θα μάθω. Τουλάχιστον σ’ αυτήν την περιορισμένη διάσταση της καμπύλης μου. Τι είναι χαμένο και τι όχι; Μια ώρα, μια μέρα, ένας αιώνας;
Το μόνο που ξέρω μόνο ότι κατασκηνώνουν μέσα μας οι τόποι. Φυλακίζοντας το απειροελάχιστο της παρουσίας μας. Δεν ρίχνουμε εμείς το θεμέλιο λίθο μέσα στο φιλόξενο ή άξενο σώμα τους. Εκείνοι μας κατοικούν. Υπάρχουν άνθρωποι που συναντούν τον εαυτό τους ταξιδεύοντας διαρκώς. Άλλοι κάνουν το ίδιο ριζώνοντας στο ίδιο χώμα. Μόνο με το εισιτήριο της φαντασίας, απεριορίστων διαδρομών και χωρίς υλικό αντίτιμο. Με αντίτιμο άλλου είδους. Ιδανικό κι ίσως ανάξιο.
Έξω αμέτρητα σιντριβάνια ενώνουν τις φωνές τους και απαιτούν την προσοχή μου. Σκέφτομαι ότι ο πρώτος τυφλός ποιητής στάλαξε μέσα μου την αγάπη για την ποίηση και τα ταξίδια. Την περιπέτεια της ψυχής.
Κλείνω σχεδόν μια εικοσαετία σε τούτο τον οίνοπα πόντο του Ομήρου. Ο αποθρώσκων καπνός του νόστου όλο και με πνίγει. Τώρα περισσότερο από ποτέ συμπάσχω με τον πολυμήχανο και πολυταλανισμένο ήρωα των μαθητικών μου χρόνων. Ήγγικεν η ώρα, με προτρέπει κάποιος με τη φωνή του ενώ το μετεωρολογικό δελτίο εκδίδει ανακοίνωση ακραίων καιρικών φαινομένων. Προετοιμάζομαι για να ρίξω το τελευταίο μου πλεούμενο στη θάλασσα…



Stavronia

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Ο αέρας θα εισβάλλει απ’ όλα τα ανοίγματα
Κάπου επιβάλλεται ν’ αφήσει το φορτίο της αλλαγής
Σκόνη κι αλμύρα ο απολογισμός της νύχτας
Η θάλασσα του φθινοπώρου αποδημεί αλλιώς
Δεν αντέχει ευγένειες και φιλοφρονήσεις
Λέει στρέφομαι, συστρέφομαι, επιστρέφω σε μένα
Όχι μόνη ούτε μαζί, επιθανάτιος ρόγχος ζωής
Χάρτινες βάρκες οι λέξεις θα βουλιάξουν

Αρχίζει ή τελειώνει η συγκομιδή της σιωπής;

Stavronia