Τρίτη 18 Φεβρουαρίου 2014

ZΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΕΧΝΗ

Αν η αντίληψη περί ζωής ερμηνεύεται ως συνέχεια και συνέπεια εγγενών και ασύνειδων στοιχείων αλλά και μιας βαθιάς εν εξελίξει συνειδησιακής γνώσης, η οποία είναι άμεσα συνυφασμένη με το περιβάλλον και το πολιτικό και πολιτιστικό πλαίσιο της εποχής, τότε ο ρόλος της τέχνης θα είναι να βρίσκει το αισθητικό νόημα και την αξία αυτής της πορείας, λαμβάνοντας υπόψη την προσωπικότητα και την ξεχωριστή ιδιοσυγκρασία των εν δυνάμει ή των εν τη πράξει διάσημων και άσημων αντιπροσώπων της.
Κατά την ταπεινή μου άποψη όλοι γεννιόμαστε ή θα ’πρεπε να γεννιόμαστε με την προοπτική να ζήσουμε τη ζωή μας μέσα από το πρίσμα οποιασδήποτε δημιουργικής ενασχόλησης, δηλαδή όλοι στην πραγματικότητα θα μπορούσαμε να κάνουμε τέχνη.
Και αναφερόμενη στο περιεχόμενο της λέξης δεν επικεντρώνομαι στο δυσνόητο, βαρυσήμαντο ή πολύπλοκο μέρος της που αφορά αποκλειστικά τους μυημένους ή τους ψωνισμένους κοινωνούς της, αλλά στο πάθος και την απλότητα, -που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αρετή της ψυχής- στην ανάγκη τελικά να εκφραστεί κάποιος όσο πιο ξεκάθαρα και γνήσια μπορεί.
Δεδομένου επίσης ότι η τέχνη μιμείται τη ζωή, έχω την αίσθηση ότι όσο η δεύτερη φυραίνει -κι αυτό είναι κάτι αδιαμφισβήτητο- τόσο θα ’ταν αναμενόμενο να φυραίνει κι η τέχνη. Είναι όμως έτσι;
Δε γνωρίζω, γιατί δεν έχω συνολική ή συλλογική εικόνα της κατάστασης, αφού ζω απόκεντρα κι ό,τι έρχεται ως εδώ από τις πολυπληθείς και δραστήριες πόλεις φτάνει αποσπασματικά και αργοπορημένο ενώ η τεχνολογία είναι απαραίτητο εργαλείο προς χρήση αλλά στο μέτρο και στο βαθμό που δεν της δείχνεις τυφλή εμπιστοσύνη.
Όσο για τ’ αντίστροφο, ότι δηλαδή η ζωή μιμείται την τέχνη, τότε θα ’ταν εφικτό όλοι μας να βιώναμε κατά το μάλλον ή ήττον μια ενδιαφέρουσα ζωή.
Όμως για να είναι κάτι ενδιαφέρον θα πρέπει να αναβαπτίζεται διαρκώς στην κόψη πνευματικών αναταράξεων, αντικρουόμενων θεωριών, θέσεων και ρήξεων έχοντας ως απώτερο στόχο την ολοκλήρωση και την αυθεντικότητα.
Τεράστιο θέμα, επιδέχεται πολλές εκδοχές και αντεκδοχές, το ζητούμενο όμως παραμένει ένα:
Να εστιάζουμε σ’ εκείνα που αξίζουν και να ενισχύουμε καθημερινά έστω και με ελάχιστα ψήγματα τέχνης τη χαρά, τη θλίψη, τις σκέψεις μας, το δανεικό και ανεπίστρεπτο χρόνο μας.

Stavronia

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

Οι πρώην/ Ένα κείμενο του Κωστή Παπαγιώργη

Εφόσον κάθε ωρίμανση βασίζεται στα σφάλματα της νεότητας –δηλαδή όχι μόνο της εφηβείας, αλλά και της αφέλειας εν γένει– η σοβαρότητα, όπως και αν την καταλάβουμε, έχει πάντα ένα αμφίβολο παρελθόν. Σαν τους αυτοδημιούργητους μεγιστάνες που ξεκίνησαν πένητες, αλλά ευφάνταστοι, σαν τις ηρωίδες του Ντοστογιέφσκι που τρέφουν την ιταμή τους περηφάνια με την οργή για το ταπεινωμένο τους παρελθόν, υπάρχει κάποια σημαντική καμπή στη ζωή τους.

Προφανώς δεν ισχύουν γενικοί και απαράβατοι κανόνες. Είναι γνωστό ότι στα τέλη της ζωής του ο Πλάτων συνέγραψε τους «Νόμους», ήτοι ένα ρεαλιστικό κείμενο και άφησε σε χρυσή θήκη την «Πολιτεία». Επίσης ο Χούσερλ της ώριμης περιόδου θεωρούσε τη φαινομενολογία «χαμένο όνειρο». Αλλά υπάρχουν και οι περιπτώσεις του Χέγκελ και του Κίρκεγκωρ που βεβαιώνουν το αντίθετο. Ωστόσο, όπως κι αν δούμε το μάκρος μιας ζωής, σαν ενότητα ή σαν ρήξη, δεν πρόκειται ποτέ να βρούμε μιαν άξια του εαυτού της ωρίμανση, που να μην αναγνωρίζει –στο παρελθόν– μιαν εποχή πλάνης και ειρήσθω εν παρόδω κωμωδίας που αντιμετωπίζει τον εαυτό της στα σοβαρά. Η θεωρία, η δράση, η συγγραφή, κάθε λογής δραστηριότητα τέλος πάντων που αναμετράται με τη ζωή, για να εκδηλωθεί έχει ανάγκη ένα ποσοστό ζωτικής απειρίας. Διαφορετικά δυσκολεύει την αναπνοή και τον βηματισμό της.

Αυτή ακριβώς η αφέλεια, η οποία είναι ανορθόλογος παράγοντας άγνοιας, θυμικών ενορμήσεων, ασύνειδων διαθέσεων, θα γίνει κατά την ώριμη ηλικία το βήμα απ’ όπου κανείς κατακεραυνώνει τον εαυτό του. Όταν τα ανθρώπινα έργα αποτυγχάνουν, δηλαδή αυτοκατηγορούνται, έρχεται και η ώρα των πικρών, και γι’ αυτό ρεαλιστικών διαπιστώσεων. Κάθε σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί παρά να είναι πρώην. Πρώην μαρξιστής, πρώην φαινομενολόγος, πρώην σωτήρας της ανθρωπότητας, πρώην εθνικιστής κ.λπ. Ολόκληρος θρύλος υπάρχει για την απέχθεια που γεννούσε στον Ρεμπώ η σκέψη των νεανικών του σκαλαθυρμάτων. Για τη συγκατάβαση του Πάουντ έναντι στο ποιητικό του έργο και τη σκοτεινή παραγγελία του Κάφκα που υπαγόρευε το απλούστερο των πραγμάτων: Κάφτε τα!

Δεν έχει σημασία το γεγονός ότι κάποτε –τα χρόνια της πολλής δουλειάς και του λειψού ρεαλισμού– οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι παθιάζονταν με πίστη και αυτοπεποίθηση. Η πλάνη γεννάει πάντα γόνιμες διαθέσεις και κοπιαστικές προσπάθειες. Και τα μεγάλα πάθη, όσο ευτελή κι αν είναι τα αποτελέσματά τους, είναι πολύτιμα διότι γεννούν μεγάλες μετάνοιες. Με άλλα λόγια, όποιον άνθρωπο κι αν συναντήσουμε με κάποιο ίχνος σοβαρότητας, αναγνωρίζουμε χαρακτηριστικά του πρώην. Ο μεγάλος χαρτοπαίκτης που σπατάλησε χρήμα, καρδιά, φιλίες και χρόνο για το πάθος του, έρχεται η στιγμή που καίει τα χέρια του, που κλείνει τις πόρτες, πετάει τις μάρκες, ξεχνάει τον κύκλο των συμπασχόντων και αποχωρεί. Ενδέχεται να ακούει για τις ολονυχτίες, τα μεγάλα κέρδη, τους άθλους αυτού ή εκείνου. Αλλά κινείται πλέον έξω από το δίχτυ. Άσχετο αν είναι πια κάτι παραπάνω ή κάτι παρακάτω από αυτό που ήταν, εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι η απόσταση από το παρελθόν. Το νυν όπου κατοικεί τον ενδιαφέρει από το ένδοξο άλλοτε.

Η στρατιά των ανθρώπων που αισθάνονται καλά μόνο αν πλάι τους χάσκει κάποιο κενό, συνήθως ακολουθούν τον ίδιο δρόμο. Για κάποια εποχή πωλούν ακόμα και τα χρυσά δόντια της μάνας τους ικανοποιώντας το πάθος τους. Για κάποια άλλη εποχή, ζουν αναπολώντας και μετανοώντας. Ίσως έτσι αφτιασίδωτοι, καταγγέλλοντας ό,τι υπηρέτησαν (την εξυπνάδα, τις στρατηγικές, τον εγωισμό και την πλεονεξία), να συνάπτουν καλύτερες σχέσεις με τη ζωή. Όσο για την πολυσυζητημένη μουτσούνα τους, όλοι σχεδόν, τη βρίσκουν όχι στο παρόν (όπου τους περιθάλπει η απραξία και η φρόνιμη ζωή), αλλά το παρελθόν της σπατάλης και της ανάλωσης.

Μπορεί κανείς να φανταστεί μια λέσχη απροσδιόριστων ορίων που να απαρτίζεται από διάφορους πρώην: θεωρητικοί που τώρα πια γιατρεύονται με τη σιωπή καθότι πια ξέρουν ότι γνώρισμα της ειλικρίνειας είναι η αυτοκαταγγελία. Άνθρωποι του πάθους που τώρα λυπούνται το οξυγόνο που ξόδεψαν κυνηγώντας ίσκιους. Πρώην μεγάλους εραστές και ερωμένες. Πρώην συγγραφείς που τώρα πια έχουν ως ύφος τον σεβασμό της λευκής σελίδας.

Μέσα σε μια παρόμοια λέσχη με ραγισμένες καρδιές και ψαλιδισμένες γλώσσες, ενδέχεται να βρει κανείς τους φίλους του.

ΠΗΓΗ: http://www.protagon.gr/ ένα άρθρο των πρωταγωνιστών
                                                 

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

«Δεσποινίς. Από την πρώτην στιγμήν που σας είδον, η καρδιά μου ήρχισε να πάλλη παραδόξως!»

Για να εκτιμήσετε καλύτερα πόσο απλόχερη είναι η εποχή μας στους αδιόρθωτα ερωτευμένους, θα ξεκινήσουμε το σημερινό μας σημείωμα με μια μικρή αναφορά στο τι υπέφεραν οι ερωτευμένοι μιας άλλης εποχής. Αντιλαμβάνεστε βέβαια, ότι όσο πιο μικρή ήταν κάποτε η Αθήνα μας, όσο πιο πολύ οι κάτοικοί της γνωρίζονταν μεταξύ τους, τόσο περισσότερο πρόσεχαν και σεβόντουσαν τις ντόπιες γυναίκες και προπάντων τα κορίτσια. Πριν από το 1890, ελάχιστοι θα σκέφτονταν να πειράξουν Αθηναία στο δρόμο. Οι συνέπειες ενός τέτοιου τολμήματος θα ήταν τρομερές. Δανδήδες και λιμοκοντόροι περιοριζόντουσαν σε γλυκοκοιτάγματα, ενώ μόνο ξετσίπωτοι προχωρούσαν σε εκδηλώσεις θαυμασμού, του τύπου: «Δεσποινίς, είστε ωραία».

Η πιο συνηθισμένη αναιδής τέτοια έκφραση ήτανε το: «Φτου να μη βασκαθήτε, δεσποινίς» και αναφερότανε βεβαίως ως έκφραση θαυμασμού στο πάχος της μικρής, αφού ακόμη τότε το ευτραφές του σώματος ήταν της μόδας. Φυσικά τέτοια πειράγματα θεωρούνταν προσβλητικές εκδηλώσεις. Το κορίτσι της Παλιάς Αθήνας αντιδρούσε σε αυτές τις ανήθικες επιθέσεις με δύο τρόπους: Υστερικά κλάματα και γοερή έκκληση σε βοήθεια! Συνήθως θα βρισκόταν πάντα εκεί κοντά ένας χωροφύλακας, που θα οδηγούσε τον αυθάδη νέο στο τμήμα για να αξιολογηθεί η αναίσχυντη πράξη και τα περαιτέρω...


Ο Αθηναιογράφος Βασίλης Αττικός αναφέρει την περιπέτεια ενός νεαρού υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, ο οποίος είχε το «θράσος» να κοιτάξει κάπως ερωτιάρικα μια όμορφη δεσποινίδα στο Φάληρο. Ίσως δε να της πέταξε και κάποιο γλυκόλογο. Τρέμοντας από θυμό, ο πατέρας της μικρής δεν περιορίστηκε μονάχα στο να βάλει αμέσως στη θέση του τον «κορτάκια», αλλά έγραψε ο αθεόφοβος τρισέλιδη αναφορά στον Υπουργό Εξωτερικών, όπου φυσικά όλη η «ανοίκειος συμπεριφορά» του υπαλλήλου και τα «έκτροπα» που δημιούργησε εξιστορούνταν με κάθε λεπτομέρεια και δραματικότατο τόνο. Ο υπουργός ασχολήθηκε αμέσως με την απρεπή κι ανάρμοστη συμπεριφορά του νεαρού υπαλλήλου του και τον κάλεσε σε γραπτή απολογία! Ακόμη σώζεται στο Υπουργείο Εξωτερικών η απολογία του άτυχου νεαρού: «Ητένιζον την Δεσποινίδα, ουχί όμως ερωτικώς και με ασεβή προδιάθεσιν, αλλ’ απλώς και μόνον προς θεαματισμόν»! Πηγή: www.lifo.gr
Ο Αθηναιογράφος Βασίλης Αττικός αναφέρει την περιπέτεια ενός νεαρού υπαλλήλου του Υπουργείου Εξωτερικών, ο οποίος είχε το «θράσος» να κοιτάξει κάπως ερωτιάρικα μια όμορφη δεσποινίδα στο Φάληρο. Ίσως δε να της πέταξε και κάποιο γλυκόλογο. Τρέμοντας από θυμό, ο πατέρας της μικρής δεν περιορίστηκε μονάχα στο να βάλει αμέσως στη θέση του τον «κορτάκια», αλλά έγραψε ο αθεόφοβος τρισέλιδη αναφορά στον Υπουργό Εξωτερικών, όπου φυσικά όλη η «ανοίκειος συμπεριφορά» του υπαλλήλου και τα «έκτροπα» που δημιούργησε εξιστορούνταν με κάθε λεπτομέρεια και δραματικότατο τόνο. Ο υπουργός ασχολήθηκε αμέσως με την απρεπή κι ανάρμοστη συμπεριφορά του νεαρού υπαλλήλου του και τον κάλεσε σε γραπτή απολογία! Ακόμη σώζεται στο Υπουργείο Εξωτερικών η απολογία του άτυχου νεαρού: «Ητένιζον την Δεσποινίδα, ουχί όμως ερωτικώς και με ασεβή προδιάθεσιν, αλλ’ απλώς και μόνον προς θεαματισμόν»!
Επειδή όμως οι σημερινές γενιές σκέπτονται πιο πρακτικά, σας δίνω αμέσως γραπτές οδηγίες για το πώς θα προσεγγίσετε το έτερον ήμισυ, μέρες που είναι. Όπως θ’ αντιληφθείτε, οι οδηγίες αυτές απευθύνονται κυρίως στο ανδρικό φύλο, που πρέπει βέβαια να πάρει τις πρέπουσες πρωτοβουλίες:

Ατάκα 1η: «Δεσποινίς. Λαμβάνω τον κάλαμον ανά χείρας με τρέμουσαν την δεξιάν διά να αποτολμήσω να σας ειπώ ότι από την πρώτην στιγμήν που σας είδον, η καρδιά μου ήρχισε να πάλλη παραδόξως!» Με τέτοια φοβερή εισαγωγή ό,τι και ν’ ακολουθήσει θα δημιουργήσει φοβερή εντύπωση. Βαθμός επιτυχίας: 100% 

Ατάκα 2η: «Μια τέχνη ξέρω: ν’ αγαπώ, κι αν θέλης το καλό σου, να μη διστάσης, κόρη μου: Πάρε με δάσκαλό σου». Άλλη φοβερή εισαγωγή που δείχνει ταυτόχρονα και πόσο καλλιεργημένο χαρακτήρα έχετε, αφού χειρίζεσθε με σπάνια ικανότητα τον έμμετρο λόγο. Βαθμός επιτυχίας: 110%

Ατάκα 3η: Για όσους έχουν περάσει το στάδιο των σαλιαρισμάτων και σκέπτονται πιο πρακτικά, προτείνουμε μια προσγειωμένη προσέγγιση που δεν επιδέχεται παρανοήσεις, του τύπου π.χ. «Τη γυναίκα μου τη θέλω νάναι ώμορφη πολύ νάχη και κοντή τη γλώσσα όχι απαιτητική νάναι άθικτη και τέλος να με αγαπά πολύ». Εδώ ο έμμετρος λόγος αναδεικνύει υποδειγματικά τον πλούσιο ψυχικό σας κόσμο και βάζει υγιείς βάσεις για την μελλοντική συμβίωση. Βαθμός επιτυχίας: Δεν υπάρχουν αδιαμφισβήτητα στατιστικά στοιχεία. 



Ατάκα 4η: Εδώ όπως βλέπετε και στη φωτογραφία θα χρειαστούμε κάποια υλικά ώστε να κάμψουμε και τις τελευταίες αντιστάσεις. Πρόταση για ιδιαίτερα τολμηρούς! Βαθμός επιτυχίας: Άγνωστος… 

ΠΗΓΗ: http://www.lifo.gr/

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

ΣΑΝ ΧΤΕΣ Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΣΠΟΥΔΑΙΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗ ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ

Ο Mπέρτολτ Μπρεχτ γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου το 1898, στο Άουγκσμπουργκ της Βαυαρίας
 «Αδυναμίες, Καμία δεν είχες,
Εγώ είχα μία... Αγάπησα»
Μπέρτολτ Μπρεχτ
από πατέρα καθολικό και μητέρα προτεστάντισσα. Περιβάλλον μάλλον πνιγηρό για τον άνθρωπο που θα εξελιχθεί σε κορυφαίο δραματουργό και για πολλούς πατέρα του σύγχρονου θεάτρου. Θα σπουδάσει ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και κατόπιν υπηρετεί ως νοσοκόμος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδια περίοδο αρχίζει να γράφει ποιήματα και θεατρικό κείμενο.

Η συλλογή ποιημάτων Hauspostille («Εγκόλπιο Ευσέβειας») θα είναι η πρώτη του για να ακολουθήσουν κι άλλες πολλές ποιητικές συλλογές και θεατρικά έργα και ο ίδιος να ονομαστεί ως ένας από τους μεγαλύτερους θεατρικούς συγγραφείς και δραματουργούς που έχουν υπάρξει. «Ο πόλεμος με ξεσήκωσε», γράφει ο ίδιος. Το 1918 μία πολιτική αναταραχή στη Βαυαρία θα εμπνεύσει τον Μπέρτολτ Μπρεχτ... το αποτέλεσμα είναι το «Βάαλ», το πρώτο του θεατρικό έργο.

Την ίδια περίοδο η κομουνιστική θεωρία του ασκεί μία ακατάσχετη έλξη. «Ήμουν είκοσι ετών όταν είδα τη λάμψη της μεγάλης πυρκαγιάς της Ρώσικης Επανάστασης», σημειώνει με ενθουσιασμό. Η συστηματική επαφή του πάντως με τον Κομμουνισμό ξεκινά το 1919.

Το 1922 παντρεύεται την τραγουδίστρια της όπερας Μαριάν Ζόφ και ένα χρόνο μετά θα αποκτήσει την πρώτη κόρη, Ανν Χιόμπ. Ένα χρόνο αργότερα θα αρχίσει να φοιτά στην Μαρξιστική Εργατική Σχολή, όπου μελέτησε διαλεκτικό υλισμό και παράλληλα έπιασε την πρώτη του δουλειά ως βοηθός σκηνοθέτη στο Θέατρο του Βερολίνου. Η άνοδος του ναζισμού στη Γερμανία, το 1933, θα τον αναγκάσει να αυτοεξοριστεί. Τα έργα του και τα γραπτά του απαγορεύονται στη Γερμανία. Οι παραστάσεις διακόπτονται από την αστυνομία. Μέσω Πράγας και Βιέννης θα βρεθεί στη Δανία, τη Φιλανδία και από κει μέσω Ρωσίας στις ΗΠΑ.

«Η πνευματική απομόνωση εδώ είναι τρομακτική» γράφει ο ίδιος για το διάστημα που έζησε στην Αμερική. Μετά το τέλος του πολέμου θα επιστρέψει για να εγκατασταθεί στη Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας μαζί με τη δεύτερη γυναίκα του και γυναίκα της ζωής του που τόσα χρόνια τον ακολούθησε στην εξορία, Χέλενε Βάιγκελ.

Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έκανε μία από τις μεγαλύτερες τομές στο σύγχρονο θέατρο καθώς επιχείρησε να το απομακρύνει από τις μέχρι τότε συμβάσεις του θεάτρου της ψευδαίσθησης. Ο ίδιος διατύπωσε και εφάρμοσε στα έργα του τη θεωρία του «επικού θεάτρου» και εισήγαγε την τεχνική της αποστασιοποίησης υπενθυμίζοντας διαρκώς στον θεατή την ιστορική διάσταση των όσων συντελούνται στη σκηνή. Τα έργα του επαναστατικά, αντιεξουσιαστικά. Οι χαρακτήρες του ανθρώπινοι σχοινοβατούν ανάμεσα στην φωτεινή και τη σκοτεινή πλευρά τους, μέσα σε σενάρια που δεν αφήνουν εκτός τη διδαχή και τα μηνύματα.

Η πρώτη μεγάλη επιτυχία θα έρθει με τη διασκευή της «Όπερας των ζητιάνων». Διασκευασμένη ως «Η Όπερα της Πεντάρας» σε στίχους του Μπέρτολτ Μπρεχτ και μουσική του Κουρτ Βάιλ - μία «γροθιά» στην αστική τάξη του Βερολίνου - προκάλεσε τεράστια αίσθηση στην παγκόσμια σκηνή Μιούζικαλ. Κατά τη διάρκεια του πολέμου τα έργα του είχαν έντονη αντιμιλιταριστική χροιά. Με το αντι-πολεμικό έργο του «Ταμπούρλα μες τη Νύχτα» (1922) θα κερδίσει το Βραβείο Κλάιστ. Η μεγάλη αλλαγή θα συντελεστεί κατά τη διάρκεια της εξορίας όταν και θα γράψει τα σημαντικότερα έργα του. Η Μαρξιστική φιλοσοφία και η κομουνιστική θεωρία θα τον επηρεάσουν καθοριστικά. Θα στραφεί και θα υπηρετήσει το «διδακτικό και ανθρωπιστικό» θέατρο.

Είναι λογικός, καθένας τον καταλαβαίνει. Ειν' εύκολος. Μια και δεν είσαι εκμεταλλευτής, μπορείς να τον συλλάβεις. Είναι καλός για σένα, μάθαινε γι' αυτόν. Οι ηλίθιοι ηλίθιο τον αποκαλούνε, και οι βρομεροί τον λένε βρομερό. Αυτός είναι ενάντια στη βρομιά και την ηλιθιότητα. Οι εκμεταλλευτές έγκλημα τον ονοματίζουν. Αλλά εμείς ξέρουμε: Είναι το τέλος κάθε εγκλήματος. Δεν είναι παραφροσύνη, μα Το τέλος της παραφροσύνης. Δεν είναι χάος Μα η τάξη. Είναι το απλό Που είναι δύσκολο να γίνει. («Εγκώμιο στον κομουνισμό»)
Ανάμεσα στα έτη 1937 και 1945, έγραψε τα σπουδαιότερα έργα του: «Η Ζωή του Γαλιλαίου» (1937-39), «Μάνα Κουράγιο» (1936-39), «Ο καλός άνθρωπος του Σετσουάν» (1935-41), «Τα Οράματα της Σιμόν Μασάρ» (1940-43), «Ο Σβέικ στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο»(1942-43), «Η ιδιωτική ζωή της κυρίαρχης φυλής» (1944) και «Καυκασιανός Κύκλος με την Κιμωλία»(1943-45).

Η ποίηση αποτελεί μεγάλο κομμάτι του συγγραφικού του έργου καθώς ο Μπέρτολτ Μπρεχτ έγραψε εκατοντάδες ποιήματα. Ανάμεσα στα πιο γνωστά: «Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε», «Εγκώμιο στη μάθηση», «Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου», «Ποτέ δε σε είχα αγαπήσει τόσο πολύ», «Απώλεια ενός πολύτιμου ανθρώπου», «Εγκώμιο στον Κομμουνισμό».

Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε. Απ' αυτό βγάζω το συμπέρασμα πως είσαστε εκατομμυριούχοι. Το μέλλον σας είναι σιγουρεμένο - το βλέπετε μπροστά σας σ' άπλετο φως. Φρόντισαν οι γονείς σας για να μη σκοντάψουνε τα πόδια σας σε πέτρα. Γι' αυτό τίποτα δε χρειάζεται να μάθεις. Έτσι όπως είσαι εσύ μπορείς να μείνεις. Κι έτσι κι υπάρχουνε ακόμα δυσκολίες, μιας κι οι καιροί όπως έχω ακούσει είναι ανασφαλείς, τους ηγέτες σου έχεις, που σου λένε ακριβώς τι έχεις να κάνεις για να πας καλά. Έχουνε μαθητέψει πλάι σε κείνους («Άκουσα πως τίποτα δεν θέλετε να μάθετε»)Μάθαινε και τ' απλούστερα! Γι' αυτούς που ο καιρός τους ήρθε ποτέ δεν είναι πολύ αργά! Μάθαινε το αβγ, δε σε φτάνει, μα συ να το μαθαίνεις! Μη σου κακοφανεί! Ξεκίνα! Πρέπει όλα να τα ξέρεις! Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία. Μάθαινε, άνθρωπε στο άσυλο! Μάθαινε, άνθρωπε στη φυλακή! Μάθαινε, γυναίκα στην κουζίνα! Μάθαινε, εξηντάχρονε! Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία. Ψάξε για σχολείο, άστεγε! Προμηθεύσου γνώση, παγωμένε! Πεινασμένε, άρπαξε το βιβλίο: είν' ένα όπλο. Εσύ να πάρεις πρέπει την εξουσία. Μην ντρέπεσαι να ρωτήσεις, Σύντροφε!(«Εγκώμιο στη μάθηση»)

Το 1955 ο Μπέρτολτ Μπρεχτ θα λάβει το Βραβείο Ειρήνης του Στάλιν. Ένα χρόνο αργότερα θα χάσει τη μάχη με το θάνατο. Στις 14 Αυγούστου του 1956 πεθαίνει από θρόμβωση της στεφανιαίας αρτηρίας της καρδιάς, στο Ανατολικό Βερολίνο.

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014

CEZARE PAVEZE/ Τελευταίο μπλουζ για να διαβαστεί κάποια μέρα


Ήταν μόνο ένα φλερτ
εσύ ασφαλώς το γνώριζες-
κάποιος πληγώθηκε
εδώ και καιρό.

Όλα είναι ίδια
ένας χρόνος πέρασε-
μια μέρα ήρθες
μια μέρα θα πεθάνεις.

Κάποιος πέθανε
εδώ και καιρό-
κάποιος που προσπάθησε
αλλά δεν γνώριζε.


Τελευταίο ποίημα του Παβέζε, γραμμένο στα αγγλικά, με ημερομηνία 11 Απριλίου 1950. Λίγους μήνες μετά, τον Αύγουστο, αυτοκτόνησε σε ξενοδοχείο στο Τορίνο. Αποδέκτης του ποιήματος είναι η Αμερικανίδα ηθοποιός Κόννι Ντόουλινγκ, με τη οποία ο Παβέζε έζησε έναν ατελέσφορο έρωτα την Άνοιξη του '50. Το Μάρτιο της ίδιας χρονιάς είχε γράψει τους αλησμόνητους στίχους:
''Θα'ρθει ο θάνατος και θα'χει τα μάτια σου/θα'ναι μια λέξη κενή/μια κραυγή που έσβησε, μια σιωπή/[...]
Θα κατέβουμε στην άβυσσο βουβοί''.

Η μετάφραση του ποιήματος και τα σχόλια που ακολουθούν είναι του 
Χάρη Βλαβιανού από το βιβλίο του  ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 
                                                     κρατώ την καρδιά σου (την κρατώ
                                                                         μες στην καρδιά μου)

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

ANATΡΙΧΙΑΣΤΙΚΑ ΑΛΗΘΙΝΟ

''Υπνοβάτης'' 
Εν μέσω σεισμών, πλειστηριασμών, απεργιών, κακοκαιριών, λιμών και καταποντισμών κυλάει ο χειμώνας. Μόνιμη βαρυχειμωνιά έχει σκεπάσει τις ζωές μας εδώ και τέσσερα χρόνια, αχτίδα φωτός δε διαφαίνεται στον ορίζοντα για να ζεστάνει το κοκαλάκι της τσέπης και της ψυχής μας, κατά τ’ άλλα εδώ και μήνες λιώνει στο στόμα των κυβερνώντων η ίδια καραμέλα ότι γλιτώσαμε τη χρεοκοπία και έχουμε και πρωτογενές πλεόνασμα.

Σαφώς και έχουμε: Πλεόνασμα ανεργίας, αυτοκτονιών, οργής, εξαθλίωσης και απελπισίας. Ποιος νοιάζεται για το πλεόνασμα; Κι αν ακόμα αντικειμενικά υπάρχει από πού βγήκε; Από τις ευφάνταστες και ευρηματικές μεταρρυθμίσεις της υποτιθέμενης εξυγίανσης; Από τη διαφάνεια στους χειρισμούς της εξουσίας; Και ποιον ενδιαφέρουν τα νούμερα όταν συνεχίζουν ντε και καλά οι υδροκέφαλοι μινώταυροι της οικονομίας να αποδεκατίζουν τον ήδη αποδεκατισμένο λαό αυτής της χώρας; Ποιος μεγαλοφυής νους εν τέλει κατάλαβε και μπορεί να εξηγήσει και στους υπόλοιπους κοινούς θνητούς ότι αύριο, μεθαύριο αντιμεθαύριο, τον άλλο μήνα, μέχρι το καλοκαίρι, μετά το καλοκαίρι τα πράγματα θα είναι καλύτερα όσον αφορά την αγορά εργασίας, τους μισθούς, την υγεία, την πρόνοια;

Είμαι εντελώς σκράπας στο να κατανοήσω οικονομικούς όρους, στατιστικές και προϋπολογισμούς, –βασικά στοιχεία οικονομίας δε διδάσκονται δυστυχώς στα σχολεία πρωτοβάθμιας και της μέσης εκπαίδευσης ενώ θα’ πρεπε για να ξέρουμε τι μας γίνεται όταν μας φτύνουν κατάμουτρα τους αριθμούς και τους πίνακές τους- διαβάζω αλλά δε φτάνει αυτό, όμως παρατηρώ τους ανθρώπους γύρω μου, συζητάω και αντιλαμβάνομαι όπως όλοι ότι ο βυθός είναι απύθμενος και το κώμα του ασθενούς διαρκές αφού οι λοιποί συγγενείς αδυνατούν ν’ αποφασίσουν την αποσύνδεσή του από τη μηχανική υποστήριξη και τον αφήνουν μοιραία στο μεσοδιάστημα ανάμεσα σε ζωή και θάνατο.

Και ενώ έγραφα αυτά εντελώς συμπτωματικά  διάβασα μια είδηση στο in.gr με τίτλο Ανατριχιαστικά αληθινός και την παραθέτω:

Μασαχουσέτη
…[Ο «υπνοβάτης», ένα ανατριχιαστικά αληθινό γλυπτό του καλλιτέχνη Τόνι Ματέλι, το οποίο τοποθετήθηκε σε ιδιωτική σχολή Καλών Τεχνών (και θηλέων) της Μασσαχουσέττης έχει προκαλέσει ποικίλα σχόλια μεταξύ των φοιτητριών.
Το γλυπτό, όπου εικονίζεται ένας άνδρας με το εσώρουχό του σε μια στάση που θυμίζει κάτι μεταξύ υπνοβάτη, αλλά και ζόμπι τοποθετήθηκε σε κεντρικό σημείο της φοιτητικής εστίας εν όψει εγκαινίων έκθεσης τέχνης.]…


Σας θυμίζει κάτι σχετικό με την Ελλάδα του σήμερα αυτό; Μήπως θα'πρεπε να τοποθετήσουμε κάτι αντίστοιχο κι εμείς έξω απ' τη βουλή στην πλατεία Συντάγματος;

Stavronia

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Το αγκάθι των μικρομεσαίων συνειδήσεων / Μάριος Χάκας

Μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας                  
ότι όσοι έχουν οξύτατη όραση
θα επιζήσουν της πρώτης κρίσεως
των καρδιακών κρίσεων
της οικουμενικής κρίσεως
ακόμη και της εσχάτης κρίσεως
αρκεί ν’ αντέξουν της κρίσεως συνειδήσεως.

Κατά τα άλλα
πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι
γιατί δεν άρχισε να βρέχει βατράχια
αν και θα επινοηθούν ειδικά αλεξιβρόχια
αποσμητικά κατά της αηδίας
έως ότου εξοικειωθούμε με την μπόχα
των νεκρών αισθημάτων κι ελπίδων.

Βρωμόμυγες, κρεατόμυγες, χρυσόμυγες.
Τι θα γίνει αλήθεια με τις κοινές μύγες
που συνωθούνται στο νεκροτομείο;
Αν θα καλλιεργήσουμε ένα είδος μύγας
Μέσα μας ας είναι το τελειότερο.
Τέλος πάντων.
Πρέπει να μεριμνήσουμε.
Λαμβάνει έκταση επιδημίας αυτή η έκλυση ηθών.
Να κάνουμε έκκληση
επίκληση στις ηθικές μας αρχές
παράκληση προς τον ύψιστο
να μας απαλλάξει
ή να μας μετεξελίξει
σε μύγες, κορέους, κουνούπια
να λείψει το δυσυπόστατο του χαρακτήρα μας
να μεταβληθούμε στους τρόμους μας
ψύλλοι, ψείρες και κάνθαροι.


Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Ιδανικοί Αυτόχειρες/ Ένα διαχρονικό κείμενο του Άρη Μαραγκόπουλου

Aν δεν συνειδητοποιηθούν δεν πρόκειται ποτέ να επαναστατήσουν
και αν δεν έχουν επαναστατήσει δεν πρόκειται να καταφέρουν να συνειδητοποιηθούν.               

Tζωρτζ Όργουελ, 1984, 1, VII.

Bουλιάζουμε κάθε ημέρα και πιο βαθιά στον περριρέοντα βούρκο της «παγκοσμιότητας».
Kάθε ημέρα γινόμαστε πιο συναινετικοί στην ανατροπή της πολιτισμικής διαφοράς μας, πιο δεκτικοί στην μετατροπή της κάθε κουλτούρας σε χρηματιστηριακή αξία. Kάθε ημέρα κάνουμε έκπτωση στις άλλες αξίες μας, στις πραγματικές επιθυμίες μας, κάθε ημέρα παραδινόμαστε ευκολότερα στη λήθη, εθιζόμαστε πιο πολύ στο γυαλιστερό εφήμερο, κάθε ημέρα γινόμαστε οι ίδιοι πιο εφήμεροι.
Ποιος να το πίστευε, εκεί πίσω στα χρόνια των παντοίων αγώνων, ότι θα ζούσαμε αυτές τις ημέρες που αναλώνονται ακέραιες στην υπεκφυγή, στην υποκατάσταση του άπειρου πλούτου της ζωής με τη συσσώρευση πληροφοριών –που όλη τους η αξία συμπυκνώνεται στην ίδια την συσσώρευσή τους και σε τίποτε άλλο: περισσότερα βιβλία, περισσότερη μουσική, περισσότερη διασκέδαση, περισσότερες ειδήσεις, περισσότεροι άνθρωποι, περισσότερη απασχόληση, περισσότερη μικροπολιτική, λιγότερος χρόνος αυθεντικής ζωής. Zούμε στον αφρό της καθημερινότητας.
Όλα γεννιούνται για να πεθάνουν σε λίγες ημέρες. Γίναμε πολύ γρήγορα πεταλούδες. Mεταμορφωθήκαμε. O κόσμος όλος άλλαξε. O κόσμος της παγκοσμιοποίησης δεν χρειάζεται τον άνθρωπο ως αυτό που ήταν κάποτε. O άνθρωπος με τις έως τώρα ιδιότητές του είναι περιττός. Eίναι περιττή η σκέψη, ο δημιουργικός στοχασμός –όταν ξεπερνάει τα όρια της αναγκαίας τεχνογνωσίας για τη διαχείριση των πληροφοριών. Eίναι περιττός ο ελεύθερος χρόνος –όταν δεν αναλώνεται στην αργυρώνητη κατανάλωση. Eίναι περιττός ο έρωτας –όταν δεν αναπαράγει την εικόνα του διαφημισμένου ζευγαριού. Eίναι περιττό το σώμα –όταν υπερβαίνει τις λιγοστές μηχανικές κινήσεις της «πολιτισμένης ζωής». Eίναι περιττή η οργανωμένη κοινωνία –όταν ενδιαφέρεται για άλλη αξία πέρα από την χρηματιστηριακή αξία χρήσης των μελών της. Aλλά και κάθε αντίσταση αίφνης εμφανίζεται περιττή. Διότι ο Πολίτης που ξέραμε δεν υπάρχει πια. Mόνον ο πολίτης του Όργουελ ζει στο παγκόσμιο δορυφορικό χωριό –κι ας μην θέλουμε να το πιστέψουμε.


Δυστυχείς, ψευδείς ενσαρκώσεις του παλαιού εαυτού μας, του παλαιωμένου πολιτισμού μας, επιμένουμε ωστόσο αυτάρεσκα πως είμαστε «πιο ελεύθεροι» από άλλες σκληρές εποχές ή άλλους δυστυχείς ανθρώπους ανά την υφήλιο που η ζωή τους δεν αξίζει μια πεντάρα.
Aλλά ζούμε σκληρή εποχή κι η ζωή δεν αξίζει μια πεντάρα πουθενά. O κόσμος είναι μια επανάληψη του εαυτού του στην έσχατη έκπτωση της ανθρώπινης υπόστασης –από το Aφγανιστάν έως την Nέα Yόρκη κι από εκεί έως το Kόσσοβο κι έως εμάς· τις όποιες διαφορές δεν ρυθμίζει πλέον η διαφορά του ιθαγενούς πολιτισμού, αλλά η διαφορά του αφρού της ζωής. O χρηματιστής της Nέας Yόρκης δεν διαφέρει πολύ από τον Tαλιμπάν του Aφγανιστάν. Aμφότεροι βιώνουν την ίδια εμμονή: πώς θα αυξήσουν τα ποσοστά μιας αμφίβολης εξουσίας που εκμεταλλεύεται απερίγραπτα την αδυναμία του ηττημένου. Tον ένα καλύπτει η δημοκρατία, τον άλλο το Kοράνι, δείγματα και τα δύο ενός αδρανούς, απηρχαιωμένου πολιτισμού –εφόσον αμφότεροι καπνίζουν Mάλμπορο πίνουν Kόκα-κόλα και αντικρύζονται μέσα από το ηλεκτρονικό απείκασμα της ζωής. O παγκοσμιοποιημένος πολιτισμός του χρηματιστή και του Tαλιμπάν δεν πρόκειται να αφήσει άλλα μνημεία πίσω του: αποτσίγαρα, τενεκεδένια κουτάκια και δέκτες τηλεόρασης.
 

Πόσοι στέκονται σ’ αυτές τις απλές διαπιστώσεις δίχως να απαιτούν «επιχειρήματα» (μια άχρηστη πλέον τελετή του εφήμερου λόγου), δίχως να χαμογελούν ειρωνικά, μακάριοι στον πάτο της εικόνας τους; Πόσοι είναι ευτυχείς με το αυτοκίνητό τους, την τηλεόραση και τα λιγότερα ή περισσότερα τετραγωνικά στα οποία τους επιτρέπεται να φυτοζωούν; Πόσοι και ποιοι είναι εκείνοι που συμφωνούν; Δεν ξέρω. Συναντώ ανθρώπους μ’ εκείνο το λυπημένο βλέμμα του παραιτημένου πολεμιστή, συναντώ αρκετούς με το αυτάρεσκο βλέμμα του φιλοσοφημένου στωϊκού, συναντώ πλέον περισσότερους με το γυάλινο βλέμμα της οθόνης να πλανάται στα υποταγμένα μάτια τους.
 

Διαβιούμε εν πολέμω. Xρειάζεται να πολεμήσεις σκληρά για να μην κάνεις αυτό που κάνουν όλοι, να μην συναινέσεις στο εφήμερο, στο θεαματικό, στο ανταλλάξιμο. Σήμερα περισσότερο από ποτέ. Πίσω απ’ όλα τα απλά πράγματα, όταν διαλέγω ένα βιβλίο, μια μουσική, μια γυναίκα ή μια οδοντόβουρτσα, διακρίνω πλέον έναν σαφή εχθρό να καιροφυλακτεί σε κάθε μου βήμα. O υπερταξικός τούτος αντίπαλος παρακολουθεί μαζί μου τις βραδυνές ειδήσεις· πήγε μαζί μου διακοπές –με ακολουθούσε σε κάθε βήμα.
Στο θεαματικό παιχνίδι συρρίκνωσης της αυθεντικής ζωής που παρακολουθώ στην πλανητική μου οθόνη ο εχθρός μου μοιράζεται εξίσου την ευθύνη με τον δικό σου. 

Σ’ αυτήν την απέραντη οθόνη που καταδικάζει σε θάνατο την αργή ανάγνωση του κόσμου και κάνει την τέχνη περιττή, ο εχθρός είναι πλέον ο εαυτός σου. Aπό το βούρτσισμα των δοντιών έως το φαγητό, από τον έρωτα έως το χάδι στο παιδί σου, σε κάθε βήμα χρειάζεται να αντιστέκεσαι –αν σε ενδιαφέρει ακόμα να λέγεσαι άνθρωπος, δηλαδή να μην περιπέσεις σε αχρηστία. 

Σήμερα η πάλη για «έναν καλύτερο κόσμο» έχει μεταθέσει τόσο οδυνηρά άμεσα, τόσο βάναυσα την ευθύνη στην ατομική επιλογή, που έρχεται στο νου η αντίστοιχη σκληρή –πλην ζωτική για την επιβίωση– επιλογή των ειδών που περιγράφει ο Δαρβίνος στην εξελικτική του θεωρία. O εχθρός εισήλθε στο είδος, έγινε πια εσύ. Kαι πώς να αντισταθείς στον εαυτό σου; Δεν ξέρω.
Διαβιούμε ωστόσο εν πολέμω. Kάποιοι είναι παραιτημένοι πολεμιστές, κάποιοι δεν καλοβλέπουν –τους πήραν τα χρόνια– τον εχθρό του είδους, τον κουρασμένο τους εαυτό. Aλλά ο εχθρός στέκεται προ των πυλών με το κρυστάλλινο μειδίαμα του Big Brother στις βραδυνές ειδήσεις. Διαβιούμε εν πολέμω. H λάθος τακτική θα ήταν να πιστέψουμε ότι είμαστε κιόλας πολιορκημένοι. Ότι τάχα αμυνόμαστε. Όχι, για καλή μας τύχη διαβιούμε ακόμα εν πολέμω. Aυτή είναι η μόνη αισιόδοξη είδηση, η μόνη αληθινή, εφόσον υπακούει στη βιολογική νομοτέλεια: Aν δεν εξοντώσεις εσύ τον κρυστάλλινο εαυτό σου, αργά ή γρήγορα θα σε εξοντώσει εκείνος.

Γράφτηκε: 3 Σεπτεμβρίου 1998. Δημοσιεύτηκε στην «Kυριακάτικη Aυγή», 20 Σεπτεμβρίου 1998.


ΠΗΓΗ: arisgrandman

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ

Γύρισα τη θάλασσα ανάποδα
Τη στράγγιξα σ' ένα μικρό μπουκάλι
Ανάμεσα σε ρίζες σιωπής την ταξίδεψα
Με αποστολέα και παραλήπτη παλιό σκοτάδι
Κάπως έπρεπε να πληγώσω την απεραντοσύνη της
Ν' αποδώσω φόρο τιμής στις λέξεις
Στη ματαιότητα τόσων πλεύσεων

Stavronia

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Εξοικειωμένος με τη νύχτα /Ρόμπερτ Φροστ

Υπήρξα ένας εξοικειωμένος με τη νύχτα.
Έχω βαδίσει έξω στη βροχή - και πίσω στη βροχή.
Έχω παρέλθει την απώτατη πόλης αχτίδα.

Έχω κοιτάξει κάτω στο πιο λυπηρό στενό της πολιτείας.
Έχω περάσει απ' τον φρουρό στην βάρδια του
Και έριξα τα μάτια μου, απρόθυμος να εξηγήσω την αιτία.

Έχω ασάλευτος σταθεί και κόπασα τον ήχο των ποδιών
Όταν πολύ μακριά μια διαρρηγμένη οιμωγή
Ήρθε από έναν άλλο δρόμο πάνω απ' τις στέγες των σπιτιών,

Αλλά όχι πίσω για να με καλέσει ή του αντίο να αφήσει τον αχό·
Και ακόμη πιότερο μακριά και υπερκόσμια ψηλά
Ένα ρολόι φεγγοβόλο ενάντια στον ουρανό

Διακήρυξε ότι ο καιρός δεν ήταν εσφαλμένος ούτε σωστός.
Υπήρξα ένας με τη νύχτα γνώριμος.

(μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου)

ΠΗΓΗ: στο τρένο της ποίησης

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

KAΠΟΙΑ ΠΑΙΔΙΑ

Μερικά παιδιά  φαντάζονται νωρίτερα από άλλα τι θα γίνουν όταν μεγαλώσουν. Στοιχειωδώς τουλάχιστον έχουν αντιληφθεί τις δεξιότητες και τις κλίσεις τους.
Ακόμα λιγότερα, γι’ αυτό ίσως κι ευφυέστερα από τα προηγούμενα, ξέρουν τι δε θα γίνουν 
όταν μεγαλώσουν και το δηλώνουν ευθαρσώς με τέτοια  ωριμότητα που σε ξαφνιάζει. Είναι μια ιδιαίτερη κατηγορία, ας την ονομάσω αυθαίρετα ως εν δυνάμει κατηγορία σχεδίασης αφαιρετικού μέλλοντος, γιατί έχουν αποβάλλει από τη φαντασία τους χωρίς να έχουν σχετικά βιώματα -πώς;- το λαμπερό σκουπιδαριό του life style, το απαστράπτον διάσημο τίποτα στις ειδήσεις των ΜΜΕ και τη λατρεία του κενού που μας πασάρει καθημερινά το τέρας της τεχνολογίας.
Δε γνωρίζω αν αυτό που γράφω είναι  διαπίστωση, έχω τη βάσιμη υποψία όμως ότι συμβαίνει ακόμα κι αν αφορά μικρό ποσοστό.
Είναι μια αισιόδοξη σκέψη, η οποία μέσα στην υπόλοιπη γενική μαυρίλα θέλω να υπάρχει μέσα στο κεφάλι μου -την καταθέτω αφορμής δοθείσης από ένα γεγονός που έλαβε χώρα πολλά χρόνια πριν, όταν κάποτε δούλευα σ’ ένα σχολείο της Αθήνας- και αυθαίρετα ήρθε στο νου μου.
Θα 'ταν γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’90 όταν τα καλλιτεχνικά και μουσικά πράγματα παρέμεναν ακόμα λιγότερο ευτελή και περισσότερο ντυμένα και η ζωή δεν είχε ποδοπατηθεί τόσο από το δεινόσαυρο της πληθωριστικής υποκουλτούρας.
Γράφαμε μια έκθεση στην τάξη με θέμα ποιο πρόσωπο θαυμάζω περισσότερο -παιδιά ηλικίας δέκα χρόνων- όταν ανάμεσα σε όλες, τις ίδιες, πανομοιότυπες απόψεις που μου έγραψαν για τον τάδε ή το δείνα ποπ τραγουδιστή-στρια,  και για το πόσο θα ήθελαν να γίνουν σαν κι αυτόν-ήν, ένα αγόρι έκανε τη διαφορά.
"Δε θαυμάζω κανένα" έγραψε, "γιατί κανένας δεν είναι καλύτερος από άλλον. Δεν έχει σημασία αν είσαι πλούσιος, φτωχός, όμορφος, άσχημος, καουμπόι ή ινδιάνος. Όλοι είμαστε άνθρωποι. Δεν υπάρχουν υπεράνθρωποι".
Μ’ αυτή τη φράση τέλειωσε το γραπτό του και μ’ αυτό το τέλος είχε ήδη αρχίσει να συνειδητοποιεί τι δε θα γίνει όταν θα μεγαλώσει.
Εύχομαι να το κατάφερε κι αφού είχε διαπιστώσει από τόσο μικρός ότι δεν υπάρχουν υπεράνθρωποι ελπίζω -γιατί τώρα είναι μεγάλος- να παρέμεινε άνθρωπος.
Οτιδήποτε άλλο και να πω περιττεύει...

Stavronia

Τρίτη 28 Ιανουαρίου 2014

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ


Κάνω σχεδόν πάντα την ίδια διαδρομή βγαίνοντας απ’ το σπίτι.
Ακολουθώ το στενό πλακόστρωτο σοκάκι, βγαίνω στον κεντρικό δρόμο κι ύστερα ανηφορίζω περνώντας τη μικρή εκκλησία προς την πάνω μεριά του χωριού. Λιγοστοί οικισμοί και πιο κάτω χωράφια, πεζούλια κι εγκαταλειμμένα μαντριά.
Ύστερα τα σπίτια χάνονται, ακούω μόνο τον ήχο απ’ τα βήματα και τα ρούχα μου,
το μακρινό παραμιλητό 
της θάλασσας, την ανάσα του αέρα ανάμεσα στις φυλλωσιές κι εκείνα τα περίεργα τριξίματα, συρσίματα από μικρές, αθέατες ζωές που γράφουν τη δική τους ξεχωριστή πορεία στο κορμί μιας απέραντης χωμάτινης πολιτείας.
Κάθε φορά σ’ αυτούς τους καθιερωμένους περιπάτους έχω την αίσθηση ότι τίποτα δεν αλλάζει, βλέπω, νιώθω και μυρίζω αναλόγως με τη διάθεση των εποχών και τη δική μου, τα ίδια πράγματα κι όμως υπάρχει μια υποψία βεβαιότητας μέσα μου ότι όλα έχουν μετακινηθεί, ότι συμβαίνει μια διαρκής μετοίκηση και αλλαγή στην κοινωνία των έμψυχων, ένας μικρόκοσμος που πεθαίνει και αναγεννιέται διαρκώς, μια συνέχεια που λαμβάνει χώρα χωρίς την παρουσία μου και ακριβώς εξαιτίας της έλλειψής της.
Όσο κι αν ακούγεται κοινότυπη και γνώριμη αυτή η διαπίστωση ωστόσο είναι εντελώς διαφορετικό να βιώνεις στο πετσί σου αυτές τις μεταμορφώσεις κι αλλιώς να τις ξέρεις απ’ τη θεωρητική τους πλευρά και τα διαβάσματά σου.
Κι εγώ ως παιδί της πόλης που εξακολουθώ να την κουβαλάω μέσα μου σαν χάδι και πληγή -δε βρίσκω τίποτα περισσότερο ποιητικό απ’ αυτές τις λέξεις του Γκάτσου στ’ Αστέρι του Βοριά- γιατί εκεί μεγάλωσα κι εκεί θα επιστρέψω κάποτε και όταν- κοινώνησα άλλης μορφής ζωή εδώ, πιο σκληρή, πιο αδυσώπητη, πιο καθαρή.
Είδα δέντρα χτυπημένα απ’ τη μανία της φύσης, γερτά και γκρίζα σαν ακατέργαστα γλυπτά, περίεργα είδη εντόμων, φίδια σε ερωτική συνεύρεση, κατσίκια σκαρφαλωμένα σε επικλινή, απόκρημνα βράχια, με τέτοια αξιοθαύμαστη ισορροπία να στέκονται στην κόψη τους, εκεί που δε στέκεται ούτε χαλίκι, νυφίτσες και σκαντζόχοιρους στο δικό τους αργό ρυθμό και τόσα άλλα πλάσματα σε μια διαρκή δίνη χορού ζωής και θανάτου.
Ναι, λέω στον εαυτό μου, στάθηκα τυχερή βάζοντας στις αποσκευές μου τέτοιες εικόνες, γεμάτες με τόση δύναμη και σοφία.
Όπως εκείνη που εμφανίστηκε μπροστά μου ένα συννεφιασμένο, φθινοπωρινό απόγευμα: Σε μια πλευρά του δρόμου ένας μικρός μαύρος λαγός, εντελώς ακίνητος, σαν υπνωτισμένος στεκόταν -χωρίς να πέφτει κανένα φως πάνω του- με το γυάλινο βλέμμα του σταθερό προς μια κατεύθυνση. Τον πλησίασα, σχεδόν τον άγγιξα, δε σάλεψε ούτε έδειξε κάποιο είδος ανησυχίας ή φόβου μέχρι που έκανα τη σκέψη μήπως δεν ήταν αληθινός αλλά λούτρινο παιχνίδι. Δεν ήταν, ήταν ένα ολοζώντανο πλάσμα χαμένο στο δικό του απροσπέλαστο σύμπαν.
Έμοιαζε σα να μου 'στελνε ένα βουβό μήνυμα, σα να μου ζητούσε μ’ αυτή την παγερή αδιαφορία του να τον αφήσω στην ησυχία και στην αυτοσυγκέντρωσή του.
Απομακρύνθηκα, γυρίζοντας κάθε τόσο το κεφάλι πίσω να δω μήπως κινήθηκε έστω και λίγο αλλά όχι, όσο ξεμάκραινα γινόταν μια αχνή σκούρα κηλίδα που ξεθώριαζε στο σούρουπο.
Αυθόρμητα μου 'ρθε στο νου εκείνο το συγκλονιστικό δίστιχο του Γκανά "Χρόνια που πέσαν πάνω μας σαν προβολείς / Μας ντουφεκίζουν έναν έναν σαστισμένους λαγούς" και τυλίχτηκα σε μια αναπάντεχη θλίψη για τα πριν και τα μετά τα δικά μου, γι’ αυτά που συμβαίνουν στην πατρίδα μου τώρα.
Μ’ αυτές τις σκέψεις επέστρεψα σπίτι, άλλος ένας σαστισμένος λαγός κι εγώ, στην ασφάλεια της φωλιάς του…


Stavronia

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΕΙΣ

    Πείσμωσε κι άλλο ο αέρας. Βάλθηκε ν’ αναμετρηθεί μ’ όλα τα στέρεα και τα στεργιανά, να ξυπνήσει την ανάσα του νερού. Βουητό από σαγόνια πεινασμένου γερόλυκου. Όσο και να φάει δε θα χορτάσει. Θ’ αποσυρθεί πάλι πεινασμένος πίσω απ’ τα μπλεγμένα μαλλιά των δέντρων με μια δόση αλμύρας στο ξεχαρβαλωμένο στόμα του για να προετοιμάσει νέα έφοδο.
    Το πρωί δυο πουλιά  κολύμπησαν στο βλέμμα μου, έριξαν στάλες σκιάς στον καθρέφτη της θάλασσας και χάθηκαν πίσω απ’ τα βράχια.
    Αργά το απόγευμα με βρήκε η νεροποντή  καταμεσίς στο δρόμο. Το τοπίο ύφαινε μυρωδιές από θάμνους, βάτα, κοπριές και κάπνα, ένιωθες υπόγειες γεννήσεις κάτω απ’ τα πόδια σου ενώ το βουνό στο βάθος ασάλευτο σκόρπιζε το πράσινό του περιμετρικά που όλο λερωνόταν και ξεθώριαζε όσο δυνάμωνε  η βροχή.
    Τρέχοντας  μούσκεμα για να επιστρέψω σπίτι ξαφνιάστηκα από έναν  σκοτεινό όγκο που ξεπρόβαλλε σε μια στροφή. Ήταν ένας άκακος γίγαντας, μια χαμένη αγελάδα που έψαχνε παράδρομο να γυρίσει στη βοσκή της. Ατάραχη, κοιτώντας μπρος και πίσω, ανακάλυψε το άνοιγμα στο συρματόπλεγμα και κατηφορίζοντας έφτασε πιο γρήγορα από μένα στον προορισμό της.
    Τώρα η νύχτα τρέμει απ’ τον πυρετό της υγρασίας, ανασαίνει βαριά πάνω στα ξύλινα παντζούρια, ταρακουνάει μνήμες και λόγια ώσπου αδειάζει το νου για να στείλει το σώμα ελεύθερο στο ανέγγιχτο δέρμα του ονείρου.
Όμως θα 'ρθουν κι οι μέρες που όλα θα παραδοθούν στ’ ατσαλάκωτο σεντόνι της μέρας. Θα βγούμε να μαζέψουμε τους χυμούς του ήλιου κι οι τράτες θ' ανοίγονται ακύμαντες στη σιωπή.
    Θα έχεις την περίεργη αίσθηση ότι ίπτασαι ανάμεσα στο πάνω και στο κάτω γαλάζιο, ότι ταξιδεύεις σε φάσματα φωτός που καταργούν τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο σημαντικό και το ασήμαντο, σ’ αυτό που φαντάζεσαι και σ’ αυτό που συμβαίνει.
    Εδώ θέλοντας και μη το τοπίο επιβάλλει την απλότητα και την ταπεινότητα μέσα σου κι αν το αφήσεις να σε πάρει απ’ το χέρι ίσως σε οδηγήσει σε μια ξεχασμένη αλήθεια, σε μια άλλης εποχής αρετή.
    Εικόνες και σκέψεις από το μικρό κήπο του χειμωνιάτικου Αιγαίου γι’ αυτήν, την τελευταία Κυριακή του Γενάρη.
Καλή εβδομάδα…

Stavronia

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

ENA AΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ''ΤΑΔΕ ΕΦΗ ΖΑΡΑΤΟΥΣΤΡΑΣ '' ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ

ΑΓΑΠΩ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΝ ΝΑ ΖΟΥΝ ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΣΑΝ ΚΑΤΑΒΑΤΕΣ,
ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΒΑΤΕΣ. Αγαπώ τους μεγάλους καταφρονητές, επειδή είναι οι μεγάλοι λάτρες, και βέλη που λαχταρούν την άλλη ακτή. Αγαπώ εκείνους που δεν ψάχνουν πρώτα ένα λόγο πέρα από τ’ αστέρια για να κατεβούνε και να θυσιαστούνε, αλλά θυσιάζουν τον εαυτό τους στη γη, ώστε η γη του Υπεράνθρωπου στη συνέχεια να έρθει.

ΑΓΑΠΩ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΖΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙ ΚΑΙ ΑΝΑΖΗΤΕΙ ΝΑ ΜΑΘΑΙΝΕΙ, ώστε ο Υπεράνθρωπος στη συνέχεια να ζήσει. Έτσι αναζητεί τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που μοχθεί και εφευρίσκει, ώστε να χτίσει το σπίτι για τον Υπεράνθρωπο, και να προετοιμάσει γι’ αυτόν γη, ζώα, και φυτά: γιατί έτσι αναζητεί τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που αγαπάει την αρετή του: γιατί η αρετή είναι η βούληση προς κατάβαση, και ένα βέλος λαχτάρας.

ΑΓΑΠΩ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΡΑΤΑΕΙ ΜΕΡΙΔΙΟ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΤΟΥ, αλλά θέλει να είναι πλήρως το πνεύμα της αρετής του: έτσι περπατάει σαν πνεύμα πάνω απ’ τη γέφυρα. Αγαπώ αυτόν που κάνει την αρετή του κλίση και πεπρωμένο του: έτσι, για χάρη της αρετής του, είναι διατεθειμένος να συνεχίσει να ζει, διαφορετικά να μη ζήσει άλλο. Αγαπώ αυτόν που δεν επιθυμεί πολλές αρετές. Μια αρετή είναι περισσότερο αρετή από δύο, επειδή είναι περισσότερο κόμβος για να πιαστεί το πεπρωμένο κάποιου.

ΑΓΑΠΩ ΑΥΤΟΝ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ Η ΨΥΧΗ ΕΙΝΑΙ ΠΛΟΥΣΙΟΠΑΡΟΧΗ, που δε θέλει ευχαριστώ και δεν τα επιστρέφει: αφού πάντα παρέχει και δεν επιθυμεί να κρατήσει για τον εαυτό του. Αγαπώ αυτόν που ντρέπεται όταν τα ζάρια πέφτουν ευνοϊκά γι’ αυτόν, και που στη συνέχεια ρωτάει: «Είμαι ανέντιμος παίχτης;» -επειδή είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει.

ΑΓΑΠΩ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΣΚΟΡΠΑΕΙ ΛΟΓΙΑ ΧΡΥΣΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΑ ΕΡΓΑ, και πάντα κάνει περισσότερα απ’ ό,τι υποσχέθηκε: γιατί αναζητάει τη δική του κατάβαση. Αγαπώ αυτόν που δικαιολογεί τους μελλοντικούς και συγχωρεί τους παρελθόντες: γιατί είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει στους τωρινούς. Αγαπώ αυτόν που δαμάζει τον Θεό του, επειδή αγαπάει τον Θεό του: γιατί πρέπει να υποχωρήσει δια της οργής του Θεού του.

ΑΓΑΠΩ ΑΥΤΟΝ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ Η ΨΥΧΗ ΕΙΝΑΙ ΒΑΘΙΑ, ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΠΛΗΓΩΜΑ, και μπορεί να υποχωρήσει σε κάτι μικρό: έτσι περνάει εθελουσίως πάνω από τη γέφυρα. Αγαπώ αυτόν του οποίου η ψυχή είναι τόσο υπερπλήρης, που ξεχνάει τον εαυτό του, και όλα τα πράγματα είναι μέσα του: έτσι όλα τα πράγματα γίνονται η κάθοδός του.

ΑΓΑΠΩ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΑΡΔΙΑ: έτσι το κεφάλι του είναι μόνο τα σπλάχνα της καρδιάς του, η καρδιά του, όμως, προκαλεί την κατάβασή του. Αγαπώ όλους όσοι είναι σαν βαριές σταγόνες που πέφτουν μια-μια απ’ το μαύρο σύννεφο που χαμήλωσε πάνω απ’ τον άνθρωπο: προμηνύουν τον ερχομό της αστραπής, και υποχωρούν σαν προάγγελοι.

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

ΕΝΑ ΑΝΤΙΔΟΤΟ ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΙΣΑΡΗΣ/ ΘΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ ΦΩΤΕΙΝΟΣ

Έφτιαξα μια ζωή από πηλό                                                      
Που ράγισε στα χέρια μου
Λερώθηκε στα χέρια αλλωνών
Μέχρι που κομματιάστηκε.
Ζωγράφισα τη μοναξιά
Με βλέμμα τρομαγμένο ταξίδεψα                          
Σε έρημα νησιά χωρίς φωνή.
Αγάπησα φαντάσματα που σύρθηκαν 
Μαζί μου σε κρεβάτια ηδονικά
Κι έπειτα πέταξαν από κοντά μου κρώζωντας.
Αρρώστησα σε κάτασπρα δωμάτια
Κρατώντας το κορμί μη σκορπίσει
Έκλαψα από πόνο κι από στέρηση.
Πύργους ονειρεμένους έχτισα
Μα η αρχιτεκτονική λειψή και χάλασαν
Στο δεύτερο σεισμό δεν άντεξαν
Κρίθηκαν κατεδαφιστέοι.
Με βλέμμα άτονο την παγωνιά προσμένω
Νοέμβριος και στο μυαλό μου βρέχει καλοκαίρια.
Μα είμαι σίγουρος πως κάποτε
Μέσα από του χωραφιού την πρωινή δροσιά
Μέσα από τη λίμνη την ακύμαντη θα βγω
Και θα επιστρέψω φωτεινός.