Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

MΠΕΝ ΤΖΟΝΣΟΝ

(Ben Jonson. Άγγλος δραματουργός και ποιητής 1572-1637)

H KΛΕΨΥΔΡΑ
(THE HOUR -GLASS)

Συλλογίσου αυτή την ασήμαντη σκόνη μέσα στην κλεψύδρα

Με τους κόκκους της να πέφτουν:
Θα μπορούσες να πιστέψεις ότι τούτη ήταν το  σώμα
Κάποιου που αγάπησε;
Και στης ερωμένης του το σώμα παίζοντας σαν ένα έντομο
Έγινε κάρβουνο απ' τα μάτια της:
Ναι! Και στο θάνατο αν η ζωή δεν τους ευλόγησε
Όπως έχει ειπωθεί
Ακόμα κι οι στάχτες των εραστών δε βρίσκουν αναπαμό!

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Κώστας Λινός

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

ANΘΟΛΟΓΙΑ ΞΕΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟ 14ο ΑΙΩΝΑ ΩΣ ΤΟΝ 20ο (''ΚΟΥΚΟΥΤΣΙ'', 6ο ΤΕΥΧΟΣ, ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ-ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2012)


 ΓΟΥΙΛΛΙΑΜ  ΣΑΙΞΠΗΡ  
(William Shekespeare.Άγγλος δραματουργός και ποιητής 1564-1616)

 ΚΥΜΒΕΛΙΝΟΣ  Πράξη IV, σκηνή II (απόσπασμα)

Μην το φοβάσαι πλέον το καύμα του ήλιου

ούτε τις μανιασμένες καταιγίδες του χειμώνα'
το χρέος σου στον κόσμο το έχεις εκπληρώσει,
στην πατρική εστία επέστρεψες
και έχεις λάβει την απολαβή:
Παλικάρια λαμπρά και κοπέλες, όλοι χρωστούν
όπως και οι καπνοδοχοκαθαριστές, στάχτη να γενούν.

Μην τη φοβάσαι πλέον τη συνοφρύωση των μεγάλων

εσύ είσαι πέρα από το πλήγμα του τυράννου'
μη μεριμνήσεις πλέον για ρούχα και τροφή '
για σένα το καλάμι είναι σαν τη βελανιδιά:
Το σκήπτρο, η μάθηση, το γιατρικό,όλα χρωστούν
ν' ακολουθήσουνε και στάχτη να γενούν.

Μην τη φοβάσαι πλέον την αστραπή

ούτε τον κεραυνό που όλους τους τρομάζει'
μην τη φοβάσαι τη διαβολή, τη φλεγμονή να επιτιμάς΄
έχεις τελειώσει με τη θλίψη και με τη χαρά:
Όλοι οι εραστές, όλοι οι νέοι εραστές χρωστούν
να σε ακολουθήσουνε και στάχτη να γενούν.


ΜΑΚΒΕΘ  Πράξη V, σκηνή V (απόσπασμα)


Θα' ρχόταν καιρός για τέτοια είδηση:

Το αύριο και το αύριο και το αύριο,
έρπει με βήματα μικρά από μέρα σε μέρα,
προς την τελευταία συλλαβή του ορισμένου χρόνου:
Κι όλες οι περασμένες μέρες έχουν φωτίσει σε τρελούς
το δρόμο προς τη στάχτη του τάφου. 
Σβήσε, σβήσε αδύναμο κερί,
η ζωή είναι μια κινούμενη σκιά, ένας φτωχός ηθοποιός,
που παραπαίει επηρμένος και τρώει την ώρα του
πάνω στη σκηνή, και πλέον δεν ακούγεται άλλο.
Είναι μια ιστορία που διηγείται ένας ηλίθιος,
γεμάτη αχό και αντάρα, χωρίς κανένα νόημα.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: Συμεών Μουτάφης


Συνεχίζεται....                                          


Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

ΜΕΓΑΛΟΙ συγγραφείς σε μικρές ΙΣΤΟΡΙΕΣ: Μην εμπιστεύεσαι τις πλειοψηφίες αλλά ούτε και κανέναν άλλο

Δούλευε σε μια λογοτεχνική επιθεώρηση, επιφορτισμένος να διαβάζει τα άρθρα και τα διηγήματα. Κάποτε έλαβε μια ερωτική επιστολή: δεν του άρεσε πολύ, ωστόσο με μερικές διαγραφές και μ’ ένα άλλο τέλος, θα γινόταν υποφερτή. (Ένιο Φλαϊάνο, Ερωτική Επιστολή)

Υπάρχει ένα πολύ γνωστό απόφθεγμα του Γούντι Άλλεν: «Κάποτε έκανα μαθήματα γρήγορης ανάγνωσης και μετά διάβασα το Πόλεμος και Ειρήνη σε είκοσι λεπτά»! Γιατί να μην δοκιμάσουμε και το αντίθετο; Να διαβάζουμε δηλαδή αργά, όπως πάντα, αλλά να προτιμάμε τις γρήγορες ιστορίες… Η συντομότερη σύντομη ιστορία που έχει γραφτεί ποτέ είναι ο ΔΕΙΝΟΣΑΥΡΟΣ του συγγραφέα της Γουατεμάλας, Αουγκούστο Μοντερόζο: «Όταν ξύπνησε, ο δεινόσαυρος, ήταν ακόμα εκεί»… Κατά τη διάρκεια μιας διάλεξης του εν λόγω συγγραφέα, μια γυναίκα από το κοινό του είπε: «Κύριε Μοντερόζο, διαβάζω τώρα την ιστορία με το δεινόσαυρο». Ο Μοντερόζο τότε ρώτησε τη γυναίκα αν της άρεσε και πήρε την απάντηση: «Δεν ξέρω. Έχω διαβάσει μόνο τη μισή»! Μ’ αυτό το σκεπτικό: καθίστε αναπαυτικά και διαβάστε με την ησυχία σας…

Κουρτ Τουχόλσκι, Ο Ψύλλος
Στο νομό Γκαρντ –πολύ σωστά εκεί που βρίσκεται η Νιμ και η Γέφυρα του Γκαρντ στη Νότια Γαλλία- εκεί, σ’ ένα ταχυδρομικό γραφείο, ήταν υπάλληλος μια αρκετά ηλικιωμένη δεσποινίδα, που είχε μια κακή συνήθεια: άνοιγε λιγουλάκι τα γράμματα και τα διάβαζε. Αυτό το ’ξερε όλος ο κόσμος. Αλλά στη Γαλλία τα πράγματα έτσι έχουν: ο θυρωρός, το τηλέφωνο και το ταχυδρομείο είναι ιεροί θεσμοί, που μπορούμε βεβαίως να τους αγγίξουμε, αλλά δεν μπορούμε να τους θίγουμε, και κανείς δεν διανοείται να το κάνει.
Η δεσποινίς λοιπόν διάβαζε τα γράμματα και με την αδιακρισία της αυτή στεναχωρούσε αφάνταστα πολύ κόσμο.
Στο νομό κατοικούσε, σ’ έναν όμορφο πύργο, ένας έξυπνος κόμης. Οι κόμητες στη Γαλλία τυχαίνει μερικές φορές να είναι έξυπνοι. Κι αυτός ο κόμης μια μέρα έκανε το εξής: κάλεσε στον πύργο του έναν δικαστικό επιμελητή και μπροστά του έγραψε ένα γράμμα σ’ ένα φίλο του:

Αγαπητέ φίλε,
Επειδή γνωρίζω ότι η ταχυδρομική υπάλληλος ‘Εμιλι Ντυπόν ανοίγει και διαβάζει όλα τα γράμματα, γιατί την τρώει η περιέργεια, και για να της κόψω τη συνήθεια αυτή, σου εσωκλείω έναν ζωντανό ψύλλο.
Με πολλούς εγκάρδιους χαιρετισμούς, κόμης Κοκς.
Και το γράμμα αυτό το έκλεισε παρουσία του δικαστικού επιμελητή. Αλλά δεν έβαλε μέσα ψύλλο.
Όταν το γράμμα έφτασε στον παραλήπτη, μέσα υπήρχε ένας ψύλλος.

Άρθουρ Σοπενχάουερ, Οι σκαντζόχοιροι
Μια κρύα χειμωνιάτικη νύχτα, μια παρέα σκαντζόχοιροι στριμώχθηκαν κοντά κοντά για να ζεσταθούν και να μην ξεπαγιάσουν. Όμως με το που άρχισαν να αγκυλώνονται, πάλι απομακρύνθηκαν. Κάθε φορά λοιπόν που είχαν ανάγκη να ζεσταθούν, συνέβαινε το δεύτερο κακό… Έτσι πήγαιναν πίσω μπρος από το ένα βάσανο στο άλλο, μέχρι που βρήκαν μεταξύ τους των δύο κακών μια λογική απόσταση, από την οποία μπορούσαν να τα αντέξουν.
Κι αυτή την απόσταση την ονόμασαν ευγένεια και καλούς τρόπους.

Χαβιέρ Τομέο, Το σκουλήκι
Κι εσύ; Ποιος είσαι εσύ; ρωτάω το μικροσκοπικό πλάσμα, που ανακαλύπτω στα πόδια μου.
Είμαι το σκουλήκι, μου αποκρίνεται. Ένα αργό κι αργοκίνητο ζωάκι. Ανασαίνω από το δέρμα μου κι ο πεπτικός μου σωλήνας διατρέχει ολόκληρο το σώμα μου. Η μητέρα μου μου είπε όταν γεννήθηκα: Μη σκας, Φρειδερίκο. Ούτε έξυπνος είσαι, ούτε ωραίος. Δεν έχεις φτερά. Ούτε καν πόδια δεν έχεις. Έρποντας όμως μπορείς να φτάσεις παντού.

Σώμερσετ Μωμ, Ζήτημα τιμής
Ένας Ιταλός που δεν είχε φάει, έφτασε στη Νέα Υόρκη και σε λίγο βρήκε δουλειά ως οδοκαθαριστής. Τη γυναίκα του, που την αγαπούσε παράφορα, την είχε αφήσει πίσω στην Ιταλία. Όταν κάποτε, άκουσε φήμες, πως η γυναίκα του επρόκειτο να κοιμηθεί με τον ανεψιό του, λύσσαξε. Επειδή δεν είχε χρήματα να επιστρέψει στην Ιταλία, έγραψε στον ανεψιό του και τον κάλεσε να έρθει στη Νέα Υόρκη, όπου θα μπορούσε να βγάλει χρήματα. Ο ανιψιός ήρθε, και το βράδυ της άφιξής του ο σύζυγος τον σκότωσε. Αμέσως τον συνέλαβαν. Έφεραν τη γυναίκα του στη Νέα Υόρκη για να την ανακρίνουν. Αυτή για να τον απαλλάξει, ψευδομαρτύρησε ότι ο ανιψιός υπήρξε εραστής της. Ο άνδρας καταδικάστηκε σε φυλάκιση και πολύ σύντομα αποφυλακίστηκε με αναστολή. Η γυναίκα του τον περίμενε. Ήξερε ότι δεν τον είχε απατήσει, αλλά η ομολογία της είχε κλονίσει σοβαρά το γάμο τους, σαν να επρόκειτο για αλήθεια. Αυτό τον εξόργιζε. Της έκανε φοβερές σκηνές, και τελικά βλέποντας αυτή πως δεν είχε άλλη διέξοδο, κι επειδή τον αγαπούσε, του ζήτησε απελπισμένα να την σκοτώσει. Αυτός της έμπηξε το μαχαίρι στο στήθος. Η τιμή του είχε επιτέλους αποκατασταθεί.

Τζέημς Θέρμπερ, Η αρκετά ευφυής μύγα
Μια μεγάλη αράχνη, σ’ ένα παλιό σπίτι, είχε απλώσει έναν όμορφο ιστό για να πιάσει μύγες. Κάθε φορά που μια μύγα προσγειωνόταν και πιανόταν στον ιστό της, η αράχνη την έτρωγε, ώστε η επόμενη μύγα να έχει την εντύπωση πως ο ιστός είναι ένα ήσυχο και τερπνό λιμανάκι. Ωστόσο, μια μέρα, μια αρκετά ευφυής μύγα βούιζε ώρα πάνω από τον ιστό, χωρίς να προσγειώνεται, οπότε παρουσιάστηκε η αράχνη και της είπε: «Κατέβα κι έλα να καθίσεις». Η μύγα όμως ήταν πιο πονηρή από την αράχνη. Της είπε: «Δεν πηγαίνω πουθενά όταν δεν βλέπω άλλες μύγες, και σ’ αυτό το σπίτι δεν βλέπω άλλες μύγες». Συνέχισε λοιπόν να πετάει, κι έφτασε σ’ ένα σημείο, όπου είχαν συγκεντρωθεί πολλές πάρα πολλές μύγες. Αμέσως θέλησε να πάει κοντά τους, όταν πέρασε από κει μουγκρίζοντας μια μέλισσα και της είπε: «Πρόσεχε, ηλίθια! Είναι μυγόχαρτο! Οι μύγες έχουν πέσει όλες στην παγίδα» -«Ανοησίες» είπε η μύγα, «αυτές χορεύουν»! Κι αμέσως κάθισε και κόλλησε στο μυγόχαρτο σαν όλες τις άλλες.
Συμπέρασμα: Μην εμπιστεύεσαι τις πλειοψηφίες, αλλά ούτε και κανέναν άλλο.

Αντρέα Καμιλέρι, Το παιχνίδι των μυγών
Το παίξαμε από το Μάιο μέχρι το Σεπτέμβριο, όταν ο ήλιος στέγνωνε τις παραλίες, που ήταν υγρές από τις φθινοπωριάτικες βροχές. Μαζευόμασταν από έξι μέχρι δέκα, ξαπλώναμε κυκλικά μπρούμυτα στην παραλία, και βάζαμε στο κέντρο, μπροστά από το κεφάλι μας, μια εικοσάρα. Ο κάθε παίχτης έφτυνε πάνω στο νόμισμά του, και μετά μέναμε ξαπλωμένοι ακίνητοι, καμιά φορά για ώρες, και περιμέναμε κάποια μύγα να καθίσει σε μία από τις εικοσάρες. Ο κάτοχος της εικοσάρας που επέλεγε η μύγα κέρδιζε τις εικοσάρες όλων των υπόλοιπων.
Μερικές φορές τύχαινε, για ένα ολόκληρο πρωινό ή και απόγευμα, να μη φανεί ούτε μια μύγα: σ’ αυτές τις περιπτώσεις το παιχνίδι επαναλαμβανόταν επακριβώς την επόμενη μέρα. Τότε επιτρεπόταν να εμπλουτίζουμε το σάλιο μας με κάτι που θα ευχαριστούσε τις μύγες, ας πούμε μέλι, σταφυλόζουμο ή ζάχαρη. Ο Μπενίτο Ζάπουλα κέρδιζε συνέχεια για κάμποσες απανωτές ημέρες. Τότε ανακαλύψαμε ότι ανακάτευε το σάλιο του με τα σκατά του. Αμέσως αποκλείστηκε.
Στη διάρκεια του παιχνιδιού το διάβασμα απαγορευόταν αυστηρά: Το θρόισμα από το γύρισμα των σελίδων θα μπορούσε να διώξει τις μύγες ή να τις κάνει ν’ αλλάξουν πορεία. Οι ομιλίες απαγορεύονταν επίσης. Είμαι απολύτως σίγουρος ότι, κατά τη διάρκεια αυτού του παιχνιδιού, που κράτησε πολλά χρόνια, γράφτηκε η μοίρα όλων μας: Ξοδέψαμε άπειρο χρόνο διαλογιζόμενοι για τους ίδιους και τον κόσμο ολόκληρο. Κι έτσι ο ένας έγινε γκάνγκστερ, ένας άλλος ναύαρχος, κι ένας τρίτος έγινε πολιτικός. Εγώ, επειδή έλεγα όλο αληθινές ή και φανταστικές ιστορίες όσο περίμενα τη μύγα, έγινα σκηνοθέτης και συγγραφέας.

Στο βιβλίο ΜΕΓΑΛΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΓΡΑΦΟΥΝ ΤΙΣ ΠΙΟ ΜΙΚΡΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ έχουν συγκεντρωθεί 140 σύντομες ιστορίες απ’ όλο τον κόσμο, μικρές ιστορίες μεγάλων συγγραφέων όπως είναι οι Άντον Τσέχωφ, Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ, Σόμερσετ Μωμ, Φρανς Κάφκα, Μπέρτολτ Μπρεχτ, Πατρίτσια Χάισμιθ και πολλοί άλλοι. Ιστορίες συναρπαστικές, συγκινητικές, γκροτέσκιες, αισιόδοξες, που είτε τελειώνουν σε λίγες αράδες, είτε διαβάζονται σε πέντε λεπτά το πολύ. Ιστορίες για χαλάρωμα από την ένταση, για διάβασμα στο μετρό ή στο λεωφορείο, στην αίθουσα αναμονής ή στην ουρά. Τόσο γρήγορα δεν έχετε ξαναδιαβάσει τόσο καταπληκτικές ιστορίες!

ΠΗΓΗ: ΓΙΑΝΤΕΣ δηλαδή το ξέρω: πάρτε μαζί σας ''νερό''. Το μέλλον θα έχει πολλή ξηρασία

Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

"O EΡΩΤΑΣ ΤΗΣ ΒΑΘΙΑΣ ΟΙΚΕΙΟΤΗΤΑΣ"

Του Δημήτρη Μουζάκη

Θυμάμαι πάντα τον καθηγητή της κοινωνιολογίας, Δημήτριο Μόνο, να εξηγεί το weltanschauung.
«Έστω», έλεγε, «ένας άνδρας που κυνηγά έναν άλλο άνδρα στο δρόμο, κρατώντας στα χέρια του ένα μαδέρι. Αν φέρουμε τον Marx στο παράθυρο και τον ρωτήσουμε τι βλέπει, θα μας πει ότι βλέπει έναν προλετάριο να κυνηγά ένα στυγνό καπιταλιστή. Αν φέρουμε τον Freud στο ίδιο παράθυρο, θα δει ένα γιο που κυνηγάει τον εραστή της μάνας του, είτε αυτός είναι ο πατέρας του είτε όχι». Ο καθείς, λοιπόν, βλέπει τα πράγματα υπό συγκεκρισμένο πρίσμα. Στην παρέα αυτή του παραθύρου προσέθεσα αργότερα στη ζωή μου τους εξελικτιστές, τον Dawkins, τον Wilson, τον Alcock και την παρέα τους, οι οποίοι αρέσκονται στις λεγόμενες «απώτατες» εξηγήσεις. Μέσα στο παράδειγμα του Μόνου, φερειπείν, αυτοί θα έβλεπαν την εγγενή ανθρώπινη επιθετικότητα, χωρίς να πολυνοιάζονται για τις λεπτομέρειες του κυνηγητού. Σημασία γι’ αυτούς έχει ότι είμαστε ένα είδος πιθήκου που υπό συνθήκες μπορεί να καταστεί πολύ επιθετικό. Τώρα, αν η επιθετικότητα αυτή παρουσιάζεται προς υπεράσπιση ή προάσπιση ενός τσαμπιού μπανάνες, ενός μέσου παραγωγής ή ενός άπιστου θηλυκού, ολίγον τους ενδιαφέρει, εμπρός εις το ότι είμαστε επιθετικοί (διότι, αν το καλοσκεφτούμε, θα μπορούσαμε να μη γινόμαστε ποτέ επιθετικοί- και αυτό κάνει όλη τη διαφορά, για να θυμηθώ τον Φροστ).
H ανάγκη αυτή για «απώτατες» εξηγήσεις, για την απολύτως έσχατη αναγωγή, υπάρχει μέσα μου και εκτός εξέλιξης. Και έρχομαι στο προκείμενο. Προσφάτως διάβαζα στην «Καθημερινή» το ωραιότατο κείμενο του κυρίου Κώστα Κουτσουρέλη για το διαζύγιο ποιητών και κοινού. Χειμαρρώδης ο κ. Κουτσουρέλης, δε φείδεται αυστηρότητας προς τους ομοτέχνους του. Αλαζονικοί αρχιερείς οι ρομαντικοί, ανθρωποδιωκτικοί επαΐοντες οι συμβολιστές, επιτηδευμένοι παραδοξογράφοι οι μοντερνιστές- και εγένετο σχίσμα.
Μπορεί τούτα να είναι αληθινά. Μπορεί πράγματι η ποίηση να έχασε τοιουτοτρόπως πολλούς που θα τη μιλούσαν. Όμως εγώ στρέφω το βλέμμα μου αλλού. Στρέφω το βλέμμα μου σε αυτούς που ρίχνουν το χρόνο τους πάνω στις σελίδες του Dan Brown και τις αποχρώσεις του γκρι, σε ίντριγκες, πάθη, ερωτικά τρίγωνα, δολοφονίες, μυστήρια και μεταφυσικές αποκαλύψεις, κι ούτε που έχουν ασχοληθεί ποτέ τους με την ποίηση, ούτε από μοντερνιστές, συμβολιστές ή ρομαντικούς γνωρίζουν. Γιατί στρέφω το βλέμμα σε αυτούς; Μα γιατί είναι αναγνώστες. Ως γνωστό, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι καν αναγνώστες, επομένως δεν μπορούμε να τους προσάψουμε διαζύγιο, πέραν αυτού με την ανάγνωση.
Οι αναγνώστες αυτοί, λοιπόν, γουστάρουν το διάβασμα- αλλά όχι το διάβασμα της ποίησης. Κι όσο κι αν η ποίηση έχει βληθεί από αλαζονικούς αρχιερείς, ανθρωποδιωκτικούς επαΐοντες και επιτηδευμένους παραδοξογράφους, τα λοιπά λογοτεχνικά είδη (από τα οποία όμως οι αναγνώστες αυτοί δεν έχουν λάβει διαζύγιο) έχουν αντιστοίχως βληθεί από ακαλαίσθητους αναμασητές, χυδαίους εμπόρους και φτηνούς διδακτιστές. Αναζητώ, λοιπόν, το διαζύγιο στη φύση της αναγνωστικής εμπειρίας, όχι της συγκυρίας, όχι της ιστορίας, όχι των όσων υπηρέτησαν μια τέχνη που μοιραίως τους υπερβαίνει.
Επ’ αυτού επιθυμώ να επισημάνω δύο. Η ποίηση δε στηρίζει την ουσία της στην πλοκή. Όποιος θέλει να μασουλήσει καλαμπόκι μπροστά από χαρτί ή οθόνη, να καθίσει αναπαυτικά και να χαθεί μέσα σε ίντριγκες, πάθη, μεταφυσικά φαινόμενα, βουδδιστικό διδακτισμό του πανεριού, ερωτικά τρίγωνα και λοιπά ευπώλητα, στην ποίηση θα απογοητευθεί. Τί θα απογοητευθεί, θα φρίξει, θα ουρλιάξει από ανία και αποτροπιασμό, ωσάν οπαδός που πήγε στο καφενείο να δει τον αγώνα και βρέθηκε αντιμέτωπος με το τριπλό κονσέρτο του Μπετόβεν στη γιγαντοοθόνη. Η αποχαύνωση δεν προσφέρεται από τη Μεγάλη Κυρία. Η Μεγάλη Κυρία μπορεί να σε ταξιδέψει μονάχα όταν συμμετέχεις. Η Μεγάλη Κυρία δε γουστάρει τους κουρασμένους, τους ψόφιους, τους κοιμήσηδες. Τους αποδιώχνει.
Η ποίηση είναι στον πυρήνα της μια εξομολόγηση. Τα χρώματά της είναι ακριβώς γι’ αυτό θολά. Ποίηση είναι να λες το ανείπωτο, αυτό που η γλώσσα δεν έχει προβλέψει, αυτό που κινείται πέρα από κάθε έννοια συνεννόησης. Η ανάγνωση της ποίησης προϋποθέτει τη μύηση. Η εμπειρία της προϋποθέτει την οικειότητα.
Σε πείσμα, λοιπόν, του χαύνου πλήθους, θα υπάρχουν πάντοτε αυτοί, οι ποιητές, που προσπαθούν να καλλιεργήσουν την οικειότητα. Σε πείσμα των ποιητών που προσπαθούν να καλλιεργήσουν την οικειότητα, θα υπάρχει πάντοτε το χαύνο πλήθος, στο οποίο αρέσουν οι σχέσεις της μιας βραδιάς. Δεν μπορεί να υπάρξει έρωτας έτσι.
Ένα άδειο δωμάτιο περιμένει έναν επισκέπτη. Δεν τον περιμένει τώρα˙ ας είναι κάποτε. Δεν περιμένει πολλούς˙ ένας αρκεί.

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

FERNANDO PESSOA

                                    ΠΗΓΗ: Ποίηση και λογοτεχνία

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ / Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ

            Θερινό ηλιοστάσι                                   
                                Η' 

Τ' άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης                               
επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.

Τ' άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,

τη δική σου φωνή
όχι εκείνη που σ'αρέσει'
μουσική σου είναι η ζωή
αυτή που σπατάλησες.
Μπορείς να την ξανακερδίσεις αν το θέλεις
αν καρφωθείς σε τούτο τ' αδιάφορο πράγμα
που σε ρίχνει πίσω εκεί που ξεκίνησες.                                        

Ταξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια και πολλούς ήλιους

άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς
ένιωσες τον πόνο του παλικαριού 
και το βογκητό της γυναίκας
την πίκρα του άγουρου παιδιού-
ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό.
Ίσως να βρεις εκεί ότι νόμιζες χαμένο'
τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας.

Ζωή σου είναι ό,τι έδωσες

τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
το άσπρο χαρτί.

Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ / Τρία κρυφά ποιήματα

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΣΠΙΤΙ

Τελευταία Κυριακή του Αυγούστου. Το νησί απο-φορτίζεται σιγά σιγά. Αποσυμπιέζεται από το βάρος των σωμάτων, των φωνών, των μετακινήσεων, των λεηλασιών. Αδηφάγα ακόμα τα μάτια στο λιμάνι αχνίζουν κάτω από πολύχρωμα καπέλα όσες εικόνες διέσωσαν, ακρογιαλιές, δειλινά με μια πινελιά θλίψης, έτσι, γιατί  ό,τι αρχίζει ωραία τελειώνει με πόνο -ισχύει άραγε και το αντίστροφο;-, γιατί η ζωγραφιά της ζωής και του ταξιδιού αν δεν περιέχει αυτή την πινελιά δε λέγεται ζωή και ταξίδι, γιατί η oμορφιά τελικά δεν είναι λάφυρο του βλέμματος αλλά αποθησαύρισμα των παθών της ψυχής.
Βγαίνω έξω από το σπίτι και βλέπω στα σκαλιά ένα κοριτσάκι, εφτά- οχτώ χρονών, καστανόξανθο νεραϊδάκι, να παίζει με τις γάτες. Με κοιτάει ανιχνευτικά και φοβισμένα. Της πιάνω κουβέντα:
-Εσύ είσαι που ξαναβάφτισες τις γάτες; της λέω τάχα μου αυστηρά.
Σμίγει τα φρύδια της για δυο δευτερόλεπτα κι ύστερα ξεθαρρεύει, σκάει στα γέλια και μου μιλάει:
-Αυτός είναι ο Ντιέγκο (πρώην Τζίντζερ λέω μέσα μου) αυτή η...(πρώην...ξαναλέω)  και πάει γατολέγοντας.
Να μια αληθινή αλλαγή σκέφτομαι: Τα παιδιά μπορούν να ξαναβαφτίσουν τις γάτες, τους σκύλους, τους ανθρώπους, τα στοιχειά, τα τέρατα, τους φόβους τους, τον ξύλινο δάσκαλο, το άθλιο σχολείο τους...
Κι αν όλα ξαναβαπτιστούν -πού ξέρεις;- μπορεί και ν' αλλάξουν.
Βυθίζομαι στα δικά μου, τη χαιρετάω και κάνω να φύγω. Ξαφνικά την ακούω να μου φωνάζει:
-Εμείς θα φύγουμε αύριο με το καράβι και θα πάμε στο πραγματικό μας σπίτι στην Αθήνα.
 Εσένα πού είναι το πραγματικό σου σπίτι;
-Εδώ, της απαντάω αστόχαστα.
-Όχι, το πραγματικό, πραγματικό σου σπίτι, επιμένει.
Σκέφτομαι ότι δεν  πιστεύει ότι μένω εδώ, για εκείνη το καλοκαιρινό σπίτι δεν είναι ένα πραγματικό σπίτι.
-Δεν είμαι σίγουρη πού ακριβώς είναι αλλά του χρόνου που θα ξανάρθεις μπορεί να ξέρω και τότε θα σου πω.
Με κοιτάει σα να βλέπει κάτι παράξενο πάνω μου, συνέρχεται γρήγορα, με αγνοεί  και σοφά ξαναπιάνει την κουβέντα με τα γατιά.
Βγαίνω στο πλακόστρωτο και χαμογελάω χωρίς λόγο...

Σάββατο 24 Αυγούστου 2013

AKOYΣ ΠΑΛΑΜΑ;

Νιώθω τις σκέψεις σου Κωστή Παλαμά, άμυαλε γεροξεφαντωτή καθώς έμπαινες μέσα στο μπαρ γλυκοκοιτάζοντας τις πουτάνες και πίνοντας ένα διπλό ουίσκι.

Σ’ ακολούθησα μέσα από ομίχλες, από τσιγάρα και χάχανα λόγω των γυναικείων μαλλιών μου.

Κάθισα να με κεράσεις πάνω στο σανιδένιο πάγκο δίπλα σε μια σειρά καθισμένα αγάλματα.

Είμαστε οι ζωντανότεροι τούτης της νύχτας. Οι χαφιέδες μας κοιτάζουν καχύποπτα και τα φώτα σβήνουν σε μια ώρα.

Ποιος θα μας κουβαλήσει στο σπίτι; Κωστή Παλαμά, έρημε, φωνακλά, άσωτη κλήρα μου.

Τη Ρωμιοσύνη δασκάλευες με φωτιά και βουή, ανεβασμένος στην κορφή της ελπίδας, όταν ξαφνικά η νύχτα πετάχτηκε σα μαχαίρι απ’ τη θήκη.

Κι απόμεινες στην καρέκλα παράλυτος με τ’ όραμα μιας αυγούλας που άχνιζε.

Νιώθω σχολιαρόπαιδο που του ’λαχε στραβόξυλο δάσκαλος. Καιρό λογάριαζα μαζί σου πως θα τα πάω.

Φρικτό γερασμένο σκυλί πάμε να ξεράσουμε τ’ αποψινό μας μεθύσι, σ’ όλες τις πόρτες των κλειστών βιβλιοπωλείων.

Πάμε να κατουρήσουμε όλα τα αγάλματα της Αθήνας, προσκυνώντας μονάχα του Ρήγα.

Και να χωρίσουμε ο καθένας στο δρόμο του σαν παππούς κι εγγονός που βιαστήκανε.

Φυλάξου καλά απ’ την τρέλα μου γέρο. Όποτε μου τη δώσει, θα σε σκοτώσω.

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ, Αμέρικαν μπαρ στην Αθήνα

ΠΗΓΗ: Σταύρος Σταυρόπουλος

Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Ο ΛΥΧΝΟΣ ΤΟΥ ΑΛΛΑΔΙΝΟΥ

                                          ΣΥΝΘΕΣΗ:    Θ. Μικρούτσικος
                                          ΠΟΙΗΣΗ:      Ν. Καββαδίας
                                          ΕΡΜΗΝΕΙΑ :  Χ. Θηβαίος

Τετάρτη 21 Αυγούστου 2013

Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

ΠΑΜΕ ΞΑΝΑ ΣΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ


ΜΟΥΣΙΚΗ:     Δημήτρης Παπαδημητρίου
ΣΤΙΧΟΙ:           Μιχάλης Γκανάς
ΕΡΜΗΝΕΙΑ:  Ελευθερία Αρβανιτάκη

Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

AΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ: ΕΞΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΠΡΟΑΓΩΓΗ

Όλα ήταν έξοχα χτες βράδυ
τόσο που κρυσταλλώθηκε η θάλασσα στους βράχους
κ' έγινε αλάτι
τόσο που κρυσταλλώθηκαν τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό
κ' έγιναν αστέρια
τόσο που κρυσταλλώθηκε δω κάτω η σιωπή μας
κ' έγινε φιλί.
Όλα ήταν έξοχα χτες βράδυ
μόνο που ήρθαν ίσως με κάποια καθυστέρηση
όπως φτάνει στον πεσόντα
η διαταγή προαγωγής του σε υποδεκανέα.

ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Τα σύννεφα διαβαίνουν χαμηλά
τόσο που κ' ένα κάγκελο νάτανε σπασμένο
θα μπορούσες να άπλωνες το χέρι και ν' αγγίξεις
τη διαβατική
θηλύτητά τους.

ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ

Δοκίμασε, συνέχισε τα γυμνάσματά σου.
Κοίτα που κι η θάλασσα ανακατεύει συνεχώς
ουρανό και φύκια
πασχίζοντας να βρει το σωστό της χρώμα.

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Όπως αργεί τ' ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν οι λέξεις ν' ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ' τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.

ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ

Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα δω σ' αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμμένους τους κορμούς
με τις ρίζες σφηνωμένες μες στις πέτρες.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ

Φίλε ή αντίπαλε μην τ' αναγγείλεις πουθενά.
Δεσμώτης τήδε ίσταμαι τοις ένδον ρήμασι πειθόμενος

Ποιήματα (1941-1974) εκδόσεις Καστανιώτη

ΠΗΓΗ: MΠΟΥΚΑΛΙ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2013

ΟΙ ΤΣΙΜΕΝΤΟΒΛΑΧΟΙ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Διανύοντας τις πρώτες μέρες του Αυγούστου και παραφράζοντας τον Έλλιοτ λέω πως αυτός είναι ο σκληρότερος μήνας. Τουλάχιστον για όσους από εμάς ζούμε στην περιφέρεια, έχοντας εγκαταλείψει εκουσίως το κλεινόν άστυ κι ας χαρακτηριζόμαστε από κάποιους, ιθαγενείς και μη Αθηναίους -τους τσιμεντόβλαχους όπως μου είπε πολύ εύστοχα ένας φίλος που ζει εδώ- υπανάπτυκτοι και παρίες μιας και δεν συμμετέχουμε στο ρυθμό και τα δρώμενα των πολυπληθών πόλεων. Του ''πολιτισμού'' έτσι όπως έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες με όλα τα συμπαρομαρτούντα: βία, εγκληματικότητα, αποξένωση, life style, ανέχεια και περιβαλλοντική υποβάθμιση.
Σαφώς η Αθήνα ή οποιαδήποτε μεγάλη πόλη εξακολουθεί να προσφέρει και σ' αυτούς τους χαλεπούς καιρούς τις συνθήκες και τη δυνατότητα για ενεργό δράση και συμμετοχή σε ομάδες και πράγματα, τουλάχιστον σε μεγάλο εύρος και με το πλεονέκτημα να μπορείς να διαφυλάξεις  μακριά από κοντόφθαλμα βλέμματα τις προσωπικές σου επιλογές  αλλά οι περισσότεροι -σαφώς εξαιρούνται  οι μετρίως και οι πάνω του μετρίου εύποροι- ακόμα κι αν θέλουν μπορούν να καταφέρουν κάτι τέτοιο; Η απάντηση νομίζω εξυπακούεται.
Παρατηρώ λοιπόν κατά μήκος του δρόμου, του ίδιου δρόμου που διέσχιζα το χειμώνα άπειρες φορές, πεταμένα πλαστικά μπουκάλια, σακουλάκια από εδέσματα περιπτέρου, κουτάκια αναψυκτικών και τσιγάρων κ.ο.κ., βιαστικούς οδηγούς να σε λούζουν πατόκορφα με μαλακα -ο τόνος κατά βούληση- σαμπουάν, να νομίζουν ότι περνούν την Εγνατία, άδεια από κίνηση κι όλη δικιά τους, άλλους να ρημάζουν κήπους και αυλές αν ανακαλύψουν εκεί οτιδήποτε φαγώσιμο, να κραυγάζουν τις νύχτες το θαύμα και το τραύμα  της ολιγοήμερης ελευθερίας τους, χωρίς ν' αφήνουν κανένα να κοιμηθεί και μου 'ρχεται στο νου αυτό το σύνθημα που διάβαζα κάποτε σ' ένα τοίχο της Αθήνας (περίπου έτσι):
''Οι διακοπές είναι η χαλάρωση του εργαζόμενου για ένα μήνα μετά από έναν εντεκάμηνο βιασμό.''
Οι άνθρωποι των πόλεων όπως αυτής που ο Παλαμάς πριν εκατόν πενήντα χρόνια τη χαρακτήριζε σε έναν στίχο του ζαφειρόπετρα, της γης το δακτυλίδι και σήμερα παραφράστηκε σε χαβουζόπετρα της γης το καζανάκι έρχονται κατά ορδές, μαζικά για να δουν, ν' ακούσουν, να μυρίσουν το βουνό, τη θάλασσα,να απολαύσουν το εξοχικό φαγητό, τα νυχτερινά μπαρ, το ξεσάλωμα και ό,τι  άλλο προλάβουν πριν επανέλθουν στην πρότερη κατάσταση του πετυχημένου συνθήματος.
Κι όσο η κρίση και το κρίνειν χάσκει κάτω απ' τα πόδια μας τόσο οι Οστρογότθοι, οι Βησιγότθοι και οι άλλοι Γότθοι -Έλληνες και μη- βγάζουν τον άθλιο πρωτογονισμό τους στις συναλλαγές τους με εμάς τους έτερους πρωτόγονους. Κάποιες φορές δικαίως, όταν νιώθουν ότι γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης σε μυαλά και χέρια επιτήδειων. Αλλά αυτό είναι μια άλλη περίπτωση και άλλο θέμα ανάρτησης.
Τώρα αναφέρομαι στις διακοπές όσων -ευτυχώς όχι όλων- έχουν μόνιμη εγκεφαλική διακοπή, στους ακατοίκητους. Άλλωστε, για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δε συμπάθησα την εννοιολογική σημασία της λέξης διακοπές σε σχέση με το καλοκαίρι. Μου φαίνεται πιο πολιτισμένη και φευγάτη η λέξη ταξίδι γιατί κάνοντας ένα ταξίδι δε διακόπτεις τίποτα -κυρίως τη λειτουργία του νου σου- ενώ ταυτόχρονα εμπλουτίζεις το μυαλό και την ψυχή σου.
''Υπομονή'', λοιπόν, λέμε εμείς οι επαρχιώτες..''Θα' ρθει το φθινόπωρο και θ' αρχίσουμε να γνωριζόμαστε πάλι''.
Γι' αυτό λέω ότι ο Αύγουστος είναι μήνας σκληρός...