Δευτέρα 8 Αυγούστου 2016

ΑΠΩΛΕΙΑ /XΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ

Η λέξη αυτή φυσικά πονάει.                                 
Όπως όμως απέδειξε η πραγματικότητα
(ο μέγας ιεροεξεταστής),
ήμουν ο πιο ακατάλληλος άνθρωπος
στην πιο ακατάλληλη στιγμή.
Το παρελθόν σου δεν με περιείχε,
άρα δεν μπορούσε να σε περιέχει το μέλλον μου.
Υπήρξαν ασφαλώς ενδείξεις,
ενοχλητικές καθημερινές υπομνήσεις
(η "ξενότητά" μου όπως έλεγες,
ή η άρνησή μου να αποδεχθώ
την "ένδοξη, αντιστασιακή" σου αφήγηση),
όμως μέσα στον στρόβιλο του πάθους
επιλέξαμε να στρέψουμε αλλού το βλέμμα
- όχι σε όσα μας χώριζαν
(κι αναπόφευκτα θα μας αποξένωναν),
αλλά στα λίγα
(ένας στίχος του Πάουντ,
ένα ψηφιδωτό στη Ραβέννα,
μια ταινία του Αντονιόνι),
που μας έδιναν την ψευδαίσθηση
ότι μπορούμε να συνεχίζουμε
αμέριμνοι τη βαρκάδα μας
στην τεχνητή λιμνούλα
που με τόση φροντίδα - είναι η αλήθεια - φτιάξαμε.
Αλλά πόσες φορές μπορεί να περιστρέφεται κανείς
γύρω από το ίδιο σημείο
όντας επί της ουσίας ακίνητος;

Η λέξη αυτή φυσικά πονάει.
Όμως τι ακριβώς απωλέσαμε αγαπημένη μου;
Ο ένας τον άλλον
ή και οι δυο μας τη δυνατότητα
να δώσουμε στην ιστορία (μας) μια διαφορετική τροπή;
Ας σταματήσει ο θρήνος.
Δεν ωφελεί να πενθεί κανείς
έναν σκοπό που έχει σβήσει,
που είχε σβήσει πιο σωστά
ακόμη κι όταν συνεχίζαμε
(από κεκτημένη αδράνεια)
να τον σιγοτραγουδούμε.
Η μέρα σήμερα φέρνει ένα νέο μήνυμα.
Φωτεινό, γεμάτο καλοκαιρινά χρώματα.
Δέξου το ως δώρο -
ως το τελευταίο, δικό μου δώρο.


Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

Τρίτη 19 Ιουλίου 2016

ΔΙΑΚΟΠΕΣ Η ΤΑΞΙΔΙΑ;

Διακοπές. Η ανακωχή λίγων ημερών. Μπορεί και περισσότερων. Εξαρτάται. Για τους περισσότερους ο καθημερινός εντεκάμηνος πόλεμος δεν έχει ανάπαυλα. Ούτε καν στη σφαίρα της φαντασίας. Η απόδραση θέλει το νου στραμμένο σε ένα ονειρώδες γαλαζοπράσινο σκηνικό ενώ ταυτόχρονα ταγμένο να υπηρετεί μια παράλογη και βάρβαρη πραγματικότητα. Η σύγκρουση αναπόφευκτη. Οι παράπλευρες απώλειες είναι η εξόντωση της ηρεμίας, της γαλήνης, της αισιόδοξης διάθεσης, ιδίως τότε, όταν όλα γύρω δείχνουν να βρίσκονται σε ενσυνείδητη και αποδεκτή προσαρμογή. 
Κατοικοεδρεύει μέσα μας ο φόβος. Στην αρχή μας χτύπησε διακριτικά την πόρτα. Κάναμε ότι δεν ακούσαμε. Κι όταν έγινε επίμονος και προσβλητικός του παραχωρήσαμε λίγο χώρο με την προοπτική να μας αποχαιρετήσει κάποτε. Ένα κάποτε που έγινε ποτέ. 
Ζούμε με τα θαυμαστικά της κάθε μέρας και κοιμόμαστε με τα ερωτηματικά της επόμενης.
Κι αυτό δε διακόπτεται ούτε στις διακοπές. Αν και αυτή η λέξη κουβαλάει μέσα της κάτι βαθιά και απροσδιόριστα παρακμιακό. Τι διακόπτουμε δηλαδή; Ίσως μόνο τη δουλειά μας. Γιατί δουλειά μας είναι όλα τ’ άλλα να δουλεύουνε. Με τα εργαλεία της ψυχής και του νου μας. Όσο κι αν προσπαθούν να μας τα αχρηστέψουν. Έστω κι έτσι τα ταξίδια, σ’ όποια μορφή κι αν γίνονται δεν τελειώνουν όσο δεν τελειώνουμε εμείς. Ταξιδεύοντας κι όχι διακόπτοντας θα αθωώσουμε τα καλοκαίρια μας απ’ την οχλαγωγία και την κραιπάλη. Για να επιστρέψουμε στον έντιμο φθινοπωρινό βίο μας.

Καλά ταξίδια…

S.


Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΑΛΛΟΥ

Τερατώδη τζιτζίκια τραγουδούν                            
Τον κορμό της νύχτας ξεφλουδίζουν

Θορυβώδη όντα σε κοχύλια πολύχρωμα

Η τρομερή όψη του πραγματικού

Ενώ ζωντανά ακόμα μέσα μου

Τ’ αποτυπώματα της εγκατάλειψης

Το μαργαριτάρι που κάποτε είδα

Στο ανοιγόκλεισμα μελλοντικής ευωχίας



Κατάφερα κι έκοψα το παρελθόν μου

Με το αθώο ψαλίδι των ονείρων

Ύστερα μάζεψα τα κομμάτια ένα ένα

Ένωσα πάλι τη θάλασσα με τα πυροφάνια

Τ’ αμπέλια με τα ξερά χόρτα του καλοκαιριού

Τον έρωτα με τα λερωμένα νερά του δειλινού

Μέχρι την ανατολή τα χρώματα παίδεψα

Και παιδεύτηκα τόσο απ’ τη μέθη των ματιών


S.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2016

ΠΑΛΙΟ ΦΑΛΗΡΟ

Παλιό Φάληρο. Βράδυ Κυριακής. Διασχίζω κάθετα την Ποσειδώνος. Αρχικός προορισμός η παραλία του Μπάτη κι η γειτονική της Έδεμ. Θα κάνω την κλασική περατζάδα ως το Φλοίσβο. Ένα παζλ ανθρώπων όλων των ηλικιών, εθνοτήτων, χρωμάτων. Όλων των ειδών τα μηχανοκίνητα, στο πλακόστρωτο και τη λεωφόρο. Κίνηση και βοή αλλά δίπλα η θάλασσα ξεδιπλώνει τα κοκκινωπά της μαντίλια, τα μαβιά και τα σκουρόχρωμα, εκθέτει ακόμα τα λάφυρα στα εναπομείναντα οχυρά της ομορφιάς της.

Κι εσύ σα να βιάζεσαι να προλάβεις το αναπότρεπτο, έχουν πάρει φωτιά τα πόδια σου μέσα στα αθλητικά παπούτσια, πιο γρήγορα μου λες, όλο πιο γρήγορα, έχω ένταση, σ’ ακολουθώ καθώς περνάς σφαίρα τους μικροπωλητές, τη σκακιέρα 1 και 2 και 3, τους παππούδες με τα σορτσάκια, τις κυρίες με τον πασατέμπο, τα ερωτευμένα ζευγαράκια, τα παιδάκια που τρέχουν, τα γλυπτά και τ’ αγάλματα, την Ολυμπιακή Φλόγα του Γιώργου Γιάννακα, τους Γλάρους της Ρόζας Ηλιού, την Εικαστική παρέμβαση, το Ηρώον, το Χρυσαλλίς/ Κύπελλο του 2004 της Πολυξένης Κλαδά, το Πολύκυκλο του Ν. Γ. Παπουτσίδη, την προτομή του Μανώλη Ανδρόνικου, βιάζομαι κι εγώ μαζί σου, με κόλλησες την αρρώστια σου, δαιμονίζομαι, αλλά μια κεντρομόλος δύναμη με περιστρέφει στο ίδιο νιρβάνα, έχασα τη φυγόκεντρο, όλοι τη χάσαμε, όμως το χειρότερο:

Δεν αντέχουμε πλέον την ομορφιά, αφού πρώτα δεν αντέξαμε την αλήθεια, έτερον εκάτερον, το μέτρο της αίσθησης και της αισθητικής των πραγμάτων αποτυπώνει την πιο αποκρουστική όψη της ζωής. Αυτή ζούμε.

Κι η τέχνη αφορά την πίστη σε μια χαμένη υπόθεση.


Στην Μ.

S.

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

ΣΩΠΑ, ΔΑΣΚΑΛΕ, Ν' ΑΚΟΥΣΟΥΜΕ ΤΟ ΠΟΥΛΙ

Του Αντρέα Ζαμπούκα

Τα σχολεία, τα υπουργεία, οι επιτροπές, οι καθηγητές, οι γονείς, οι μαθητές. Ολοι αυτοί «δίνουν» Πανελλήνιες κάθε χρόνο βουτηγμένοι σε διαστήματα ανώφελης διέγερσης και χαμένου χρόνου. Ξοδεύεται κόπος, χρήμα, αξίες και συναισθήματα, ανοίγοντας ακόμα περισσότερο την τρύπα της αλλοτρίωσης για την κοινωνία.
Εν τω μεταξύ, όπως και να δεις το αποτέλεσμα, είναι κωμικό. Και στην τεχνική αποτίμηση και στην ηθική, παράγεται ένα πλεόνασμα χαμένης ενέργειας την οποία η πραγματικότητα φοβάται να την σταματήσει. Αν μαζέψεις όλη αυτή την προσπάθεια και το χρήμα που δαπανήθηκε για τις δύο εβδομάδες των εξετάσεων, μπορείς να φτιάξεις την καλύτερη Παιδεία στον κόσμο!
Ο πιο τραγικός όμως, από όλους αυτούς δεν είναι ο μαθητής. Είναι ο δάσκαλος! Αυτή η αναξιοπαθούσα κουρασμένη φιγούρα που επωμίζεται όλες τις παράπλευρες απώλειες του συστήματος. Το μεγάλο διαχρονικό θύμα της παρακμής μιας εθνικής παιδείας που ευτελίζει θεσμούς και ανθρώπους. Αυτός που αναγκάζεται να κάνει συνεχώς εξετάσεις, να «φουσκώνει» βαθμούς στην Γ’ Λυκείου, να «μαγειρεύει» απουσίες μη μείνει ο μαθητής στην ίδια τάξη, να κάνει εξετάσεις, να διορθώνει και στο τέλος να υφίσταται τις ύβρεις του «προλετάριου» από όλους.
Το ζήτημα είναι πως έξω έχει καλοκαίρι, πως τα δέντρα, οι θάλασσες, τα ίδια τα μυαλά των παιδιών τρέχουν ασυγκράτητα σε εικόνες και ήχους. Την ίδια στιγμή, ένα ολόκληρο σύστημα δίνει αγώνα να τις φυλακίσει σε ένα μηχανισμό απάτης και ανασφάλειας. Κι εκεί μέσα, καθηγητής και μαθητής αγριοκοιτάζονται θυμωμένοι από την αγγαρεία, την υποκρισία και την έλλειψη εμπιστοσύνης.

Ο κόσμος άλλαξε αλλά το σχολείο δεν θέλει να αλλάξει ούτε τον δάσκαλο ούτε τον μαθητή. Δεν έχει νόημα να προτείνεις τι πρέπει να γίνει και ποια είναι τα βήματα «εκσυγχρονισμού» του σχολείου. Να βρεις τρόπο να απελευθερώσεις το σύστημα πρέπει, χωρίς καταναγκασμούς. Να πεις την αλήθεια σε όλους όσοι δεν είναι για Πανελλήνιες, να συνδέσεις τα σχολεία με τη φύση, να απελευθερώσεις τους δασκάλους από τη μιζέρια και την αναξιοπιστία της αυθεντίας. Να τους αφήσεις να βρουν την άκρη μόνοι τους, με ιδέες και συνεργασίες.
Ο δάσκαλος δεν είναι πια ούτε αυθεντία ούτε μοναδική πηγή γνώσης ούτε «ιεροεξεταστής». Αν ο μαθητής ανοίξει το κινητό του, θα βρει εκεί μέσα όλο τον κόσμο: γνώσεις, πληροφορίες, σχέδια, εικόνες, πανεπιστήμια, τα πάντα που δεν μπορούν με τίποτα να χωρέσουν ούτε στις σελίδες του σχολικού βιβλίου ούτε στην «τραγική» φωνή της «έδρας».

Μην τον βασανίζεις άλλο τον δάσκαλο! Αστον ελεύθερο να μιλήσει με τον μαθητή. Αυτόν τον μαθητή που ο καταναλωτισμός και η καχυποψία τον κάνει θηρίο. Αστον να κάνει αυτό που δεν θα μπορέσει ποτέ κανένα κινητό και καμία ταμπλέτα να υποκαταστήσει. Δώσε του περιθώρια να συνεργαστεί, παίρνοντας στα σοβαρά την άγρια φύση του παιδιού και το μπερδεμένο εφηβικό του μυαλό. Ετσι θα τον αναγκάσεις να ξεφύγει από την κακομοιριά του δημοσίου υπαλλήλου. Να παρακολουθήσει την επικαιρότητα, να διαβάσει κανένα εξωσχολικό βιβλίο, να μάθει πώς δουλεύει το Ιντερνετ, να παίξει με τα προγράμματα και τις γνώσεις, να αξιολογήσει το ρόλο του περιβάλλοντος και της φυσικής πραγματικότητας που ζούμε. Να ρίξει ματιές έξω από το παράθυρο. Να πάρει από το χέρι το μαθητή και να του δείξει τον κόσμο. Να προσαρμόσει τον «φυσικό άνθρωπο» του Ανθρωπισμού στις σύγχρονες απαιτήσεις!

Τα σχολεία θέλουν «managers- teachers» στις διευθύνσεις, στις τάξεις, στα μυαλά και στις ψυχές των μαθητών. Η βαρεμάρα έχει σαπίσει τις συνειδήσεις όλων και η υποκρισία τους αλλοτρίωσε.
Η νοσηρότητα βρίσκεται παντού αλλά οι Πανελλήνιες είναι το αποκορύφωμα. Εκεί φαίνεται η κορύφωση της υστερίας. Πολλοί τρελαίνονται με την διαδικασία και ελάχιστοι, στο τέλος, είναι οι κερδισμένοι. Το 80% των «χαμένων» (άλλα θέλουν άλλα σπουδάζουν) μόνο κακές αναμνήσεις έχουν από ένα σχολείο που τους πρόδωσε, χωρίς αιτία.

Από τις αρχές του 20ου αιώνα που ο Καζαντζάκης έγραφε για τον Περίανδρο Κρασάκη, η ζωή και η φύση έξω από το σχολείο έγιναν ακόμα πιο ενδιαφέρουσες. Ε, δεν είναι κάπως γελοία η εικόνα του γραφικού δασκάλου που μιλάει και διορθώνει μόνος του, χωρίς να τον ακούει κανείς; Αλλο πράγμα θέλει ο νέος σήμερα, άλλο κι ο δάσκαλος. Μόνο οι εξουσίες θέλουν πάντα το ίδιο…
«Μια μέρα, ήταν άνοιξη, χαρά Θεού, τα παράθυρα ήταν ανοιχτά […]ένα πουλί είχε καθίσει στο πλατάνι της αυλής του σκολειού[…]. Τότε πια ένας μαθητής, χλωμός, κοκκινομάλλης, που ’χε έρθει εφέτο από το χωριό, Νικολιό τον έλεγαν, δε βάσταξε, σήκωσε το δάχτυλο: Σώπα, δάσκαλε, φώναξε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί!»
(Ν.Καζαντζάκης, «Αναφορά στον Γκρέκο»)

ΥΓ.
Σε κάθε περίπτωση, καλή επιτυχία σε όσους μπαίνουν στη δοκιμασία των εξετάσεων. Κι ο 
αγώνας, πάντα, δίνει αξία στον άνθρωπο. Μάταιος δεν είναι.

Σάββατο 21 Μαΐου 2016

ΗΡΩΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ

Αρέσκονται στο μύθο. Εκεί που η νομοτέλεια των πραγμάτων υποκύπτει στο φάσμα των εντυπώσεων. Eπιστρατεύουν την προσεγμένη τους εμφάνιση και ενίοτε την κοινωνική τους καταξίωση και συλλέγουν τρόπαια με τον ίδιο τρόπο που συλλέγει κανείς γυναίκες ή άντρες προς εσωτερική κατανάλωση. Έτσι κι αλλιώς όλοι αναλώσιμοι είμαστε. Η διαφορά έγκειται στην ποιότητα, κάτι που δεν υφίσταται ντε και καλά σε τιμές, διακρίσεις, εύσημα ή παράσημα.
Για κάποιο λόγο –προφανή φαντάζομαι- γκαζώνουν το όχημά τους και πέφτουν με μετωπική πάνω σου. Αν έχεις γρήγορα αντανακλαστικά και καθαρό νου προλαβαίνεις να τους αποφύγεις.
Σ’ άλλη περίπτωση, τους δίνεις λίγη  πίστωση χρόνου. Το κάνεις  όμως και για τον εαυτό σου. Γιατί δε θέλεις να βλάψεις αδίκως κανέναν. Μέχρι ν’ ανακαλύψεις ότι το κενό δε χρειάζεται ούτε πίστωση ούτε χρόνο.
Παραμένει κενό ες αεί..
Κατά φαντασίαν ήρωες προσωπικής μυθολογίας. Διαβασμένοι κι ετοιμόλογοι, ολίγον ποιητές, μ’ ένα ανεξιχνίαστο, μελαγχολικό βλέμμα και αρχικά τουλάχιστον ευγενείς, τόσο όσο…
Απωθούν μετά βδελυγμίας την αλήθεια ότι το προϊόν που πουλάνε ως χειροποίητο και μοναδικό, το κυκλοφορούν μεταλλαγμένο κι αλλού. Αποκλειστικά για σας, γοητευτικοί κύριοι και κυρίες μου…
Προτίθενται γενικά να σ’ ακούσουν και να σε συμβουλέψουν. Σου αφιερώνουν κάποια στιγμή το χρόνο τους ανάμεσα σε τηλέφωνα που χτυπούν ή που παίρνουν οι ίδιοι ενώ τον υπόλοιπο (χρόνο) σου εξιστορούν τα κατορθώματά τους.
Αυτοθαυμάζονται στον καθρέφτη της μάγισσας και τερατουργούν.
Απαξιώνουν την αυθεντική τους φύση ( αν υπήρξε ποτέ) και αλλάζουν τις μάσκες τους σαν πουκάμισα. Πλην αδειανά. Συναισθηματικά και ψυχικά αλώβητοι. Με άριστα δέκα στην τέχνη του ελιγμού και της παραλλαγής.
Μακριά απ’ το αμακιγιάριστο πρόσωπο της πραγματικότητας. Η πραγματικότητα αφορά τους άλλους. Άστην λοιπόν να κουρεύεται. Άλλωστε θέλει δουλειά.
Αλλά οι ήρωες δε δουλεύουν. Μας δουλεύουν και μας περιεργάζονται μόνο…

S. 

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΔΕ ΜΕΝΟΥΝ ΠΙΑ ΕΔΩ

Μια μέρα επέστρεψε
Η πιο ύπουλη σκιά
Με βρήκε αμήχανη
Της άνοιξα την πόρτα
Με το αθώο χέρι της λύπης
Περιπλανήθηκε στις εποχές μου
Ερωτεύτηκε το χειμώνα
Ευτυχώς κεραυνοβόλα
Γιατί έτσι αναίτια
Αποφάσισε να ζήσει μαζί του
Ετοίμασα τη βαλίτσα μου
Τη χαιρέτησα κι έφυγα
Με την άνοιξη
Παραμάσχαλα
Χαρούμενη πια
Είχα τελειώσει
Οριστικά μαζί της
Απόμεινε παγωμένη
Στη ντουλάπα
Με το σκελετό
Και τα φαντάσματα
Επιτέλους
Απελευθερώθηκα
Τώρα περπατώ και σφυρίζω
Περπατώ.
Και σφυρίζω.

S.

Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΠΟΝΖΑΪ

OΛΑ ΚΟΚΚΙΝΑ

Ξέπλυνε τα μαλλιά της. Κόκκινα βύσσινα διαλύονταν στο άσπρο της μπανιέρας.
Η βαφή είχε συνωμοτήσει εναντίον της. "Ας πρόσεχες", είπε στον εαυτό της, "να διάβαζες σωστά το νούμερο στο κουτί".
Τα στέγνωσε εκνευρισμένη, τα χτένισε με μένος ξεριζώνοντας κάνα δυο τούφες και φόρεσε το κόκκινο φόρεμά της. Πέρασε κόκκινο της φωτιάς τα χείλη της κι έβγαλε τη γλώσσα της στον καθρέφτη.
Βγήκε βιαστικά απ’ το σπίτι, μαγκώνοντας την τσάντα της στην πόρτα. Κατεβαίνοντας τη σκάλα σκόνταψε στο πρώτο σκαλί, παραλίγο να σωριαστεί σαν άδειο σακί και να βρεθεί μαλλιοκούβαρα στο τελευταίο. Κοκκίνισε απ’ την ταραχή της αλλά κατάφερε στο τέλος με χίλια ζόρια να ισορροπήσει.
Θυμήθηκε τη μάνα της με μια κόκκινη ποδιά να της κουνάει το δάχτυλο. "Αφηρημένη περισπωμένη", τη μάλωνε και τη σταύρωνε τρις.
Ένας σκυθρωπός ήλιος στράγγιζε το φως του στα πένθιμα κτίρια της πόλης. Η λεωφόρος στέναζε από το μεταλλικό ήχο της βοής των αυτοκινήτων. Με αποχρωματισμένη διάθεση και αδιαφορώντας για το κόκκινο ανθρωπάκι στο φανάρι, διέσχισε το δρόμο...

S.

Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

ΠΡΩΙΝΟ ΟΝΕΙΡΟ

Μια άλλη μέσα στο πρωινό όνειρο
Με το ασυγχώρητο του χρόνου
Κάτω απ’ το βλέφαρο του ήλιου
Περιμένει η μέρα στην πόρτα
Κι εκείνη πίνει βιταμινούχο ύπνο
Πεζή καβαλάει το σύννεφο
Με τη ρομφαία των παθών
Ανοίγει δρόμο στους απόντες
Φεύγουν αυτοί που δεν ήρθαν ποτέ
Οι άλλοι μυρίζουν γιασεμί
Επιλέγει τους κήπους το σώμα
Όταν τ’ αγκάθια πολλαπλασιάζονται
Η μέρα ανυπομονεί στο κατώφλι
Ξεπεζεύει κι ετοιμάζεται
Χτενίζει το πένθος στα μαλλιά της
Θα το τινάξει έξω απ’ την πόρτα της

Ξύπνησε με την ψυχή της ολόκληρη

S.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

ΣΚΟΡΠΙΕΣ ΠΛΗΓΕΣ

I

Έχτισα λοιπόν το θυμό μου
Στο ψηλότερο δώμα της λύπης
Να πεθάνει από πείνα και δίψα
Προεόρτια της ψυχής μου


II

Κάτω απ’ το ποδοβολητό σου
Σκόνη η αγάπη μου
Ποιος φτάνει και πού
Θαυμάζοντας το βηματισμό του;


III

Με πυρετό οι λέξεις σου
Λιώνουν και ξεχύνονται
Στη γέφυρα ομορφιάς του λόγου
Επιδιώκεις τιμές και διακρίσεις


ΙV

Χωρίς ανεμόσκαλα τα δάκρυα
Γλιστρούν και πέφτουν
Ποτίζουν τ' αθέατα
Σπορά πολύτιμη


V

Παράστημα χωρίς ανάστημα
Ζωή με δήθεν και τάχα
Mα ο θάνατος κόβει την έπαρση
Όπως το ξύπνημα απ’ όνειρο


S.


Σάββατο 9 Απριλίου 2016

MH ΠΑΡΕΚΕΙ

Είναι πασιφανές πλέον ότι έχουμε φτάσει πολύ μακρύτερα από το μη παρέκει.
Το μη παρέκει των αντοχών, των ανοχών μας, της υπομονής και της εγκαρτέρησης, να παλεύουμε κάθε μέρα με τον παραλογισμό της ζοφερής πραγματικότητας που ζούμε, με συνεχόμενες διαψεύσεις, βέβαιοι πια ότι ένα σχέδιο ολοκληρωτικής εξόντωσης μας επιβάλλεται, από ποιους και γιατί δεν ξέρω πόση σημασία έχει πια, παντός τύπου ερμηνείες και αναλύσεις υπάρχουν διάσπαρτες, εκείνο που αντιλαμβάνομαι είναι ότι στο κέντρο του στόχου διαφαίνεται ο άνθρωπος με ό, τι συμπεριλαμβάνει αυτή η λέξη:
Επιβίωση, αξιοπρέπεια, κουλτούρα, επιτεύγματα πολιτισμού, εξέλιξη, συνέχεια.

Αξιοπερίεργο το πώς εξακολουθούμε να ζούμε -πιο σωστά να υπάρχουμε- κάτω από αυτές τις συνθήκες, ο μισός πλανήτης αποδεκατίζεται σε θρησκευτικούς πολέμους -ποιος θα το πίστευε ότι η βιαιότητα, η ωμότητα και η φρίκη που κάποτε είχαν καταγραφεί σε ιστορικές πηγές και ντοκουμέντα εποχής θα επέστρεφαν με σάρκα και οστά, με την ηθική αυτουργία και ευλογία της Ευρώπης του δια-σκοταδισμού- κι ο υπόλοιπος ανήμπορος παρακολουθεί, νιώθοντας ταυτόχρονα τυχερός και άτυχος αφού βαθιά μέσα του γνωρίζει ότι καμιά βεβαιότητα και για τίποτα δεν υφίσταται πια.
Το θολό όνειρο της μακραίωνης ειρήνης και της ευημερίας μετατρέπεται διαρκώς σε εφιάλτη, είμαστε δημιουργοί και αποκυήματά του ενώ έξω η άνοιξη στήνει χορό μ’ έναν σαστισμένο Απρίλη, γεμάτο μυρωδιές, πάθη και υποψία ανάστασης (με μικρό α)...

S.

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Παντελής Μπουκάλας/Στην ξενιτιά της γλώσσας

Τυχαία ώρα. Τυχαία πλατεία. Τυχαία Ελλάδα.                  
Πάντως Κυριακή, τότε που δέεσαι το χρόνο να ειρηνέψει.
Στα παγκάκια, μισοί να κάθονται, μισοί ανεβασμένοι. Αλβανοί.
Τώρα μιλάνε δυνατά και ξαναβρίσκουν
όσα έκρυψε φοβισμένος ο καιρός της σιωπής.
Ξενιτεμένοι μες στη γλώσσα τους.
Οι εδραίοι δεν της αποδίδουν σημασία, Καν δεν τη διακρίνουν
Γι αυτό κι ελευθερώνει ερμητικό τον ήχο της.
Στο θάλαμο τηλεφωνούν.
Φιλιππινέζοι. Μάλλον.
Διπλά ξενιτεμένοι αυτοί της γλώσσας και του δέρματος δεσμεύουν τη φωνή τους αθόρυβοι διασχίζουν το ακίνητο βλέμμα μας.
Συλλέκτης μάταιος επεισοδίων
παίρνεις να γράφεις σιωπηρά,
δίχως χαρτί ή μολύβι,
λες ξαναλές τις φράσεις μη χαθούν,
έχει ραγίσει ο ρυθμός, κομπιάζει η μνήμη.
Εκείνο το βαρύ τ’ αγενεολόγητο:
«Πατρίδα του ποιητή η γλώσσα του» σου τρώει το νου τον φαρμακώνει.
Μα ποια πατρίδα.
Λέξεις και λέξεις και πάλι λέξεις.
Ιθαγενής του κενού, μετράς,
διπλή- τριπλή η ξενιτιά της γλώσσας όταν γράφεται.
Να μένεις έξω μακριά απ’ ό,τι πόθησες
ό,τι σχεδίασες πριν το αναθέσεις στα ρημάτια.
Να μένεις έξω μακριά απ’ όσους δεν νοούν τη γλώσσα σου
σε άλλον ήλιο γεννημένοι.
Έξω μακριά κι απ’ τους ομόγλωσσους
που διασχίζουν την παλιλλαλία σου αδιάφοροι.
Μια ξενιτιά η πατρίδα σου.
Σαν έρωτα που τον ζητάς μόνον για να τον χάσεις.

(Από τη συλλογή «Ρήματα», εκδ. Άγρα, 2009)

ΠΗΓΗ:http://www.andro.gr/

Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Η ΠΟΜΠΗ

Φριχτά σκοτάδια σέρνονται            
Ατυχώς μεταμφιεσμένα σε φως
Αναγγελίες έκτακτων μέτρων
Στη σιωπηλή κραυγή του πλήθους
Κανείς δεν είναι σίγουρος
Εκτός απ’ την οδύνη
Για το προσεχές της ζωής
Όταν ο θάνατος κάνει sold out
Ξεθεμελιώνεται ο κόσμος
Καθώς ανοίγουν οι σπηλιές
Μια ιστορία φάντασμα
Μας επιστρέφει τα αποτρόπαια
Κι η εικασία  της σοφίας
Αυτοδιαψεύδεται πανηγυρικά
Ποιος ξέρει αν είμαστε
Θεατές ή μέρος της παράστασης
Υπνωτισμένοι κι άπραγοι
Απλά ακολουθούμε την πομπή
Ενώ οι βεβαιότητες, μια μια
Στο στόχαστρο της επιβολής
Πέφτουν υπέρ πίστεως

S

Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016

Μέριλ Στριπ "Δεν έχω υπομονή για κάποια πράγματα..." - παλιό αλλά ισχύει ακόμα...

«Δεν έχω υπομονή για κάποια πράγματα, όχι επειδή έχω γίνει υπεροπτική, αλλά επειδή έχω φτάσει σε ένα σημείο της ζωής μου όπου δεν μπορώ να χάνω χρόνο με ότι με δυσαρεστεί, ή με πληγώνει. Δεν έχω υπομονή για τον κυνισμό, για την υπερβολική κριτική και τις απαιτήσεις οποιασδήποτε φύσης.

Δεν έχω πια τη διάθεση να αρέσω σε όσους δεν αρέσω, να αγαπάω αυτούς που δεν με αγαπάνε και να χαμογελάω σε αυτούς που δεν μου χαμογελάνε. Δεν χαρίζω ούτε λεπτό σε αυτούς που λένε ψέματα, ή θέλουν να με χειραγωγήσουν.

Αποφάσισα να μην συνυπάρχω πια με την προσποίηση, την υποκρισία, την ανεντιμότητα και τον φτηνό έπαινο. Δεν μπορώ να ανεχθώ ούτε την επιλεκτική γνώση, ούτε την ακαδημαϊκή αλαζονεία. Δεν με ενδιαφέρει ούτε το κουτσομπολιό.

Αντιπαθώ τις αντιπαραθέσεις και τις συγκρίσεις. Πιστεύω στον κόσμο των αντιθέτων και γι’ αυτό αποφεύγω ανθρώπους με δύσκαμπτες και άτεγκτες προσωπικότητες. Στη φιλία απεχθάνομαι την έλλειψη αφοσίωσης και την προδοσία. Δεν τα πάω καλά με όσους δεν ξέρουν να πουν μια καλή κουβέντα, ή μια λέξη ενθάρρυνσης. Βαριέμαι τις υπερβολές και δεν μπορώ να αποδεχθώ αυτούς που δεν αγαπάνε τα ζώα.

Και πάνω από όλα δεν έχω υπομονή για όποιον δεν αξίζει την υπομονή μου».

Μέριλ Στριπ